Εφημερίδα Αλήθεια,
2010.03.22
Η “ΠΡΑΣΙΝΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ” ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
www.alithia.gr
«Αειφόρος Ανάπτυξη» (Α.Α.) είναι η ανάγκη για ισόρροπη προστασία του περιβάλλοντος σε παγκόσμια κλίμακα, σε σχέση με την υπέρμετρη οικονομική ανάπτυξη. Οι πρώτες ανησυχίες οδήγησαν, στην υπογραφή στο Παρίσι (1972) της Διεθνούς Σύμβασης για την Προστασία της Παγκόσμιας Φυσικής και Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Η έννοια άρχισε να αποκτά ευρύτερη αποδοχή στα τέλη της 10ετίας του 80 μετά την εμφάνισή της στην έκθεση «Το κοινό μας μέλλον». Συγκεκριμένα, το 1987, η Παγκόσμια Επιτροπή για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη που συγκροτήθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη, υπό την Υπουργό Περιβάλλοντος της Νορβηγίας Gro Harlem Brundtland, εξετάζοντας το θέμα της ανάπτυξης και των επιπτώσεών της στο φυσικό περιβάλλον, ορίζει, για πρώτη φορά, την Α.Α. ως την «ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος, χωρίς να υπονομεύει τη δυνατότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες». Η Επιτροπή στην έκθεσή της πρότεινε μια παγκόσμια ατζέντα αλλαγών στην έννοια και τις πρακτικές της ανάπτυξης, επισημαίνοντας το επείγον της αναθεώρησης των τρόπων ζωής και διακυβέρνησης.
Δέκα χρόνια αργότερα, με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997), η Α.Α. εισάγεται ως μακροπρόθεσμος στόχος της Ε.Ε., προβλέποντας την ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης σε όλες τις πολιτικές της Ένωσης. Για το σκοπό αυτό, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Κάρντιφ (Ιούνιος 1998) αποφάσισε την ανάληψη συντονισμένης δράσης, γνωστής ως «διαδικασία του Κάρντιφ», καλώντας σειρά Συμβουλίων Υπουργών («Γεωργίας», «Μεταφορών» και «Ενέργειας») να καθορίσουν στρατηγικές ενσωμάτωσης. Η επιτακτική ανάγκη για Κοινοτική δράση, αναγνωρίστηκε και από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Gothenburg (2001) με την έγκριση της στρατηγικής για την Α.Α. και, στη συνέχεια, με την προσθήκη ενός περιβαλλοντικού πυλώνα στη Στρατηγική της Λισσαβόνας. Οι αρχές της Α.Α. (οικονομική ευημερία, κοινωνική ισότητα, προστασία του περιβάλλοντος και διεθνείς ευθύνες) επιβεβαιώθηκαν εκ νέου από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Ιούνιος 2005), με την έγκριση των κατευθυντήριων αρχών της Α.Α.. Η Αναθεωρημένη Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Α.Α., που υιοθετήθηκε το 2006, καλύπτοντας το περιβαλλοντικό έλλειμμα της Στρατηγικής της Λισσαβόνας, αποτελεί πλέον ένα Στρατηγικό Πλαίσιο για όλες τις επιμέρους θεματικές στρατηγικές της Ε.Ε., καθώς η Α.Α. έγινε η θεμελιώδης αρχή που πρέπει απαραίτητα να ενσωματώνεται σε όλες τις Κοινοτικές πολιτικές.
Δύο σημεία είναι θεμελιώδη για την Α.Α.: Πρώτον, η συνειδητοποίηση ότι η οικονομία από μόνη της δεν επαρκεί για να λύσει τα προβλήματα της υφηλίου, καθόσον οι οικονομικές, οι κοινωνικές και οι περιβαλλοντικές πτυχές κάθε δράσης είναι αλληλένδετες. Εάν λάβουμε υπόψη μόνο μια από αυτές ξεχωριστά, θα οδηγηθούμε σε λανθασμένες κρίσεις και σε αποτελέσματα που δεν είναι βιώσιμα. Δεύτερον, η Αειφόρος Ανάπτυξη απαιτεί την υπέρβαση των γεωγραφικών συνόρων για το συντονισμό των στρατηγικών και τη λήψη ορθών αποφάσεων. Πράγματι, τα προβλήματα σπάνια περιορίζονται εντός των ορίων μιας προκαθορισμένης δικαιοδοσίας, όπως για παράδειγμα μιας κυβέρνησης ή ενός Δήμου, και οι έξυπνες λύσεις απαιτούν τη συνεργασία ως μέρος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.
Στο πλαίσιο αυτό λειτουργούν τρεις πυλώνες: η κοινωνία, η οικονομία και το περιβάλλον. Η οικονομική ανάπτυξη είναι ουσιώδης, όμως από μόνη της δε μειώνει τη φτώχια κατά τρόπο βιώσιμο. Η οικονομική ανάπτυξη συσχετίζεται με τη γενική βελτίωση της ποιότητας ζωής, την ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου και την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, όμως αυτό δε μας λέει, με ποιο τρόπο επιτυγχάνεται η ανάπτυξη αυτή, ποια είναι η διάρκειά της ούτε ποιος ωφελείται ή ποιος μένει στο περιθώριο. Δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η Α.Α. είναι μια διαδικασία που συνδέει το παρελθόν, με τις σημερινές μας ενέργειες, που με τη σειρά τους επηρεάζουν τις επιλογές και τα αποτελέσματα στο μέλλον. Η βασική ιδέα της Α.Α. είναι η συσχέτιση της ευημερίας της τρέχουσας γενιάς και της ευημερίας των μελλοντικών γενεών. Η μελλοντική ευημερία εξαρτάται, λοιπόν, από την ικανότητα και τη βούλησή μας να μεταβάλουμε τα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης. Όμως, στη σημερινή δύσκολη περίοδο, επικρατεί, δικαιολογημένα, ο φόβος ότι οι μακροπρόθεσμες περιβαλλοντικές ανησυχίες θα περάσουν σε δεύτερη μοίρα, εξαιτίας των άμεσων προτεραιοτήτων, όπως η αποκατάσταση της οικονομικής ανάπτυξης και η δημιουργία θέσεων εργασίας.
Όμως, μελέτη του ΟΟΣΑ έδειξε ότι οι περιβαλλοντικές προκλήσεις δεν αποτελούν εμπόδιο στην οικονομική ανάπτυξη, αλλά αντιθέτως συνιστούν μια νέα ευκαιρία. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΟΟΣΑ συστήνει τη δημιουργία μιας δυνατότερης, καθαρότερης και δικαιότερης παγκόσμιας οικονομίας (“OECD Strategic Response to the Financial and Economic Crisis, 2009”).
Συγκεκριμένα διατυπώνεται: «Για το περιβάλλον, η κρίση μπορεί να αποτελέσει μια ευκαιρία και ένα κίνητρο για τη βελτίωση της αποδοτικότητας της χρήσης της ενέργειας και των υλικών, την ανάπτυξη του κατασκευαστικού τομέα με βάση τις αρχές της αειφορίας και τη δημιουργία νέων πράσινων επιχειρήσεων και βιομηχανιών». Σε συνέχεια των συστάσεων αυτών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατάρτισε Σχέδιο Ανάκαμψης από την κρίση, το οποίο στηρίζεται: σε βραχυπρόθεσμα μέτρα για την τόνωση της ζήτησης, τη διατήρηση θέσεων εργασίας και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης, αλλά και στις «έξυπνες επενδύσεις» (π.χ. ορθολογικής χρήσης και εξοικονόμησης ενέργειας, καθαρών τεχνολογιών κλπ.) για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ε.Ε. μακροπρόθεσμα.
Σημειώνω ότι το κόστος της μη επαρκούς αντιμετώπισης των περιβαλλοντικών προκλήσεων μπορεί να ανέλθει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Σε άλλη σχετική μελέτη του ΟΟΣΑ αναφέρεται ότι το οικονομικό κόστος της μη υιοθέτησης «επαρκώς φιλόδοξων» περιβαλλοντικών πολιτικών μπορεί να είναι πολύ σημαντικό (Costs of Inaction on Key Environmental Challenges,OECD, 2008). Στην ίδια κατεύθυνση είναι και τα ευρήματα της μελέτης του Stern (STERN REVIEW: The Economics of Climate Change, 2007) με βάση την οποία, εκτιμάται ότι το οικονομικό κόστος της αδράνειας σε σχέση με την κλιματική αλλαγή μπορεί να φθάσει σε απώλεια μέχρι 5% του ΑΕΠ ετησίως και για πάντα σε παγκόσμια κλίμακα.
Στο πλαίσιο αυτό, ολοένα και περισσότερο, επιστήμονες και πολιτικοί θεωρούν ότι, παρά την ύφεση που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική κρίση, υπάρχει μια μοναδική ευκαιρία να «πρασινίσει» η οικονομία. Να αναζωογονηθεί δηλαδή, μέσα από επενδύσεις σε «πράσινους» τομείς, παράλληλα, βέβαια, με την υιοθέτηση τομεακών αλλαγών. Το νέο αυτό μοντέλο στοχεύει τόσο στην αποκατάσταση του οικονομικού συστήματος και στην αντιμετώπιση της κρίσης, όσο και στη βιωσιμότητα της οικονομίας «μετά την κρίση». Είναι, όμως, σαφές ότι εκτός από τις ριζικές αλλαγές που επιβάλλονται σε όλα τα επίπεδα, περισσότερο απαιτείται να αναβαθμιστεί η έννοια της αειφορίας στη συνείδηση των επιχειρήσεων ως παραγωγών προϊόντων και υπηρεσιών αλλά και των πολιτών ως καταναλωτών. Η συζήτηση αυτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη τόσο σε εθνικό, όσο και σε τοπικό επίπεδο. Για τους λόγους αυτούς, τόσο η διοίκηση όσο και η αυτοδιοίκηση, οφείλουν να σχεδιάζουν πολιτικές και να ενεργούν με χρονοδιάγραμμα ώστε να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων και των πολιτών για τα οφέλη της νέας αυτής πραγματικότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, η προαγωγή της αειφόρου παραγωγής και κατανάλωσης αποτελούν σημαντικές ευκαιρίες. Και στους δυο αυτούς τομείς, η Χίος έχει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη περιοχή της χώρας μας. Γι’ αυτό και αναμένω μεγαλύτερη κινητικότητα στο μείζον, κατά την ταπεινή μου γνώμη, θέμα της αξιοποίησης των (δύο βέβαιων και δύο πιθανών) γεωθερμικών πεδίων που διαθέτει το νησί μας.
Σημειώνω ότι ως Υπουργείο Ανάπτυξης, είχαμε καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή: οι ενημερωτικές ημερίδες έγιναν, το νομοθετικό πλαίσιο δημιουργήθηκε (άρθρο 37, Ν.3734/08), οι Κανονιστικές Πράξεις περί χαρακτηρισμού των γεωθερμικών πεδίων και περί καθορισμού των όρων και των διαδικασιών μίσθωσής τους εκδόθηκαν, το ερευνητικό έργο του ΙΓΜΕ ολοκληρώθηκε κλπ. Σημειώνω επίσης ότι ως Βουλευτής του Νομού πρότεινα, μεταξύ άλλων, την οργάνωση τοπικής διαβούλευσης για την κινητοποίηση της επιχειρηματικής κοινότητας (άρθρο μου στην Αλήθεια της 1/12/2009), ενώ για την ενεργοποίησή της, απέστειλα, στις 14/12/2009, επιστολή στην αρμόδια για την εκκίνηση των διαδικασιών Γ.Γ. της Περιφέρειας, ζητώντας την προκήρυξη της διαδικασίας εκμίσθωσης του δικαιώματος διαχείρισης των πεδίων. Μπορεί αυτά να μην είναι αρκετά. Πολύ θα ήθελα, όμως, να ακούσω τι άλλο πρέπει να γίνει για να περάσουμε, ως πολιτεία και κοινωνία, από τα λόγια στην πράξη.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.