Εφημερίδα Αλήθεια,
2010.03.08
ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ
www.alithia.gr
«Βιώσιμη» θεωρείται σήμερα η αναπτυξιακή δραστηριότητα που συμβάλει στην οικονομική και κοινωνική συνοχή ενώ, ταυτόχρονα, προστατεύει και αναδεικνύει τους φυσικούς και πολιτιστικούς πόρους. Τον πρώτο λόγο, στον αστικό χώρο και τα οικιστικά σύνολα, έχει η Τοπική Αυτοδιοίκηση. Και αυτό γιατί με τις πολιτικές της παρεμβαίνει σχεδόν παντού: στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον, την οικονομία, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό κλπ. Όμως οι πολιτικές αυτές, ναι μεν διαμορφώνονται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες μιας τοπικής κοινωνίας, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι συμβάλλουν πάντα στη βιώσιμη ανάπτυξη. Με δυο λόγια: στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής αλλά και τη δημιουργία απασχόλησης. Και αυτό δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο αποτελεσματικά χρησιμοποιούνται οι διαθέσιμοι πόροι (οικονομικοί, φυσικοί, ενεργειακοί, πολιτιστικοί κλπ.) σε κάθε επίπεδο της αυτοδιοίκησης αλλά και από τη διάθεση που υπάρχει για συναίνεση και συνεργασία, τοπικά και ευρύτερα.
Είναι αλήθεια ότι ο σχεδιασμός και η εφαρμογή των παρεμβάσεων των Τοπικών Αυτοδιοικήσεων δεν διαπνέονται πάντα από την ολοκληρωμένη αυτή αντίληψη, παρά το ότι η βιώσιμη ανάπτυξη έχει ενσωματωθεί τόσο σε στρατηγικά κείμενα όσο και σε νομοθετικές και κανονιστικές πράξεις. Καλά παραδείγματα ολοκληρωμένης προσέγγισης αποτελούν το πιλοτικό πρόγραμμα Habitat για τη βελτίωση του αστικού περιβάλλοντος καθώς και τα προγράμματα URBAN II για την οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική αναζωογόνηση υποβαθμισμένων περιοχών, με δράσεις ενίσχυσης της απασχόλησης και της κοινωνικής υποδομής αλλά και ανάδειξης και ανάπτυξης πολιτιστικών δραστηριοτήτων.
Είναι, επίσης, αλήθεια ότι δεν υπάρχουν καλά παραδείγματα ολοκληρωμένης προσέγγισης στον πολιτισμό που να έχουν αποδώσει ισχυρά αναπτυξιακά αποτελέσματα. Το απέδειξαν περίτρανα οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας και η μετα-Ολυμπιακή εποχή. Από την άλλη πλευρά, με το να προσεγγίζουμε τον πολιτισμό μας με αλαζονεία για την αδιαμφισβήτητη μοναδικότητά του, δεν αποκομίζουμε κάτι, πλην του αισθήματος υπερηφάνειας.
Τα αναφέρω αυτά γιατί πιστεύω πως ο πολιτισμός δεν είναι και δεν μπορεί να παραμένει ουδέτερος απέναντι στην οικονομία. Αν το πολιτιστικό απόθεμα δεν συμβάλει στη δημιουργία ζήτησης, προστιθέμενης αξίας και εισοδήματος, θα έρθει κάποια στιγμή που δεν θα είμαστε σε θέση να το διατηρήσουμε αναλλοίωτο στο χρόνο. Το ίδιο ισχύει και με την τεχνολογία. Όταν δηλαδή ο πολιτισμός δεν ενσωματώνει τις τεχνολογικές εξελίξεις ή καλύτερα, όταν δεν αντιλαμβάνεται την ψηφιακή εποχή.
Με αυτό το σκεπτικό, πολλές διοικήσεις και αυτοδιοικήσεις στην Ευρώπη και αλλού, συγκεντρώνουν γύρω από τον Πολιτισμό κλάδους αιχμής, δημιουργώντας νέα πολιτιστικά προϊόντα και υπηρεσίες, νέα επαγγέλματα.
Και αυτό το κατορθώνουν γιατί συσχετίζουν τον Πολιτισμό περισσότερο με τις εξελίξεις της οικονομίας και τις τεχνολογίας και λιγότερο με τη μονοσήμαντη διάσταση των φυσικών υποδομών. Η αντίληψη αυτή διατρέχει και το ΕΣΠΑ όπου η ανάδειξη του Πολιτισμού ως παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης δεν έχει ως ζητούμενο μόνο την προστασία του αλλά και τη συμβολή του στη δημιουργία εισοδήματος και απασχόλησης.
Η αντίληψη αυτή μπορεί – δόξα τω Θεώ – να βρει πολλές εφαρμογές στον τόπο μας.
Ερωτώ ενδεικτικά (με παραπάνω, ίσως, φαντασία από όση μου επιτρέπεται), αν είμαστε σίγουροι ότι δεν διαθέτουμε στη Χίο: το μεγαλύτερο πρότυπο αγροτοτουριστικό και οικιστικό συγκρότημα που έχει υπάρξει μέσα σε ένα φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον μοναδικής ομορφιάς; ή το μεγαλύτερο ανοικτό μουσείο αναλλοίωτης στο χρόνο αρχιτεκτονικής και πλούσιας φυσικής ιστορίας; ή ακόμα, το μεγαλύτερο γεωλογικό – περιβαλλοντικό πάρκο με την πλουσιότερη βιοποικιλότητα στο Αιγαίο; ή τέλος, ένα ενάλιο μεγάλο ανοιχτό θέατρο της τοπικής ιστορίας όπου η «πράσινη ανάπτυξη» μπορεί να του προσθέσει ότι αφαίρεσαν οι δημογραφικές ανακατατάξεις; Η απάντηση μπορεί να αναζητηθεί στον Κάμπο, τα Καστροχώρια, την Αμανή, το Κάστρο της Χίου. Και σταματώ στις περιοχές αυτές που διαθέτουν ζωντανό ιστορικό πρόσωπο με τα πλέον οικολογικά χαρακτηριστικά, χωρίς να επεκτείνομαι π.χ. στον Όμηρο.
Ποια είναι η πύλη εισόδου σε όλα αυτά για εκείνους που θέλουν γνώση και εμπειρία από αυτούς τους τόπους με τις τόσο βαθιές ρίζες στο χρόνο αλλά και με τόσο ιδιαίτερη σχέση με το φυσικό περιβάλλον; Αναφέρομαι σε πύλη εισόδου, εννοώντας ένα πολυχώρο – πόλο έλξης, ένα κέντρο, ιστορικής και πολιτισμικής τεκμηρίωσης και μελέτης, γιατί όχι και έρευνας, της ευρύτερης περιοχής του Αιγαίου και της Μικράς Ασίας, που, εκτός των άλλων, θα μπορεί να αναδεικνύει όλο αυτόν τον πλούτο ψηφιακά (εδώ και αν θέλει φαντασία) τόσο στον τοπικό όσο και τον ηλεκτρονικό επισκέπτη και, μάλιστα, όλες τις εποχές του χρόνου. Η απάντηση θα μπορούσε να αναζητηθεί στο κινηματοθέατρο REX.
Το ερώτημα είναι με ποιο τρόπο κράτος, αυτοδιοίκηση και ιδιωτικός τομέας, μπορούν να παρέμβουν από κοινού για να προστατεύσουν και να αναδείξουν το πολιτιστικό μας απόθεμα και, ταυτόχρονα, να προάγουν την οικονομική ευημερία, με απόλυτο σεβασμό στα φυσικά συστήματα και τους φυσικούς πόρους.
Βέβαια, για όσα γίνονται ή δεν γίνονται, έχουμε και εμείς οι πολίτες τη δική μας ευθύνη: δηλαδή για το τι επιτρέπουμε και τι δεν επιτρέπουμε να συμβαίνει στο χώρο που ζούμε, πόσο ενδιαφερόμαστε για ότι συμβαίνει λίγα βήματα μακρύτερα από το δικό μας πεζοδρόμιο, πού αφήνουμε τα αυτοκίνητά μας, πού τα σκουπίδια μας, πως χτίζουμε ή ανακαινίζουμε τα σπίτια μας κλπ.
Επιγραμματικά το ερώτημα – πρόκληση είναι πως θα πετύχουμε τη βιώσιμη ανάπτυξη στον πολιτισμό.
Αν συμφωνούμε πως το πολιτιστικό μας απόθεμα μπορεί να δημιουργήσει προστιθέμενη αξία στην επιχειρηματικότητα και την καινοτομία με τη χρήση τεχνολογιών αιχμής, Θα πρέπει να αναζητήσουμε συνεργασίες. Και αυτό γιατί ο σχεδιασμός, η χρηματοδότηση, το οργανωτικό-διοικητικό σχήμα και ο συντονισμός σε μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της βιώσιμης ανάπτυξης στον πολιτισμό, υπερβαίνει κατά πολύ τις τοπικές δυνατότητες.
Οι συνεργασίες αυτές μπορεί να αφορούν (ενδεικτικά); το σχεδιασμό και την υλοποίηση έργων ανάδειξης και προβολής του πολιτισμού μας με τη χρήση νέων τεχνολογιών όπως το διαδίκτυο ή η εικονική πραγματικότητα, την έρευνα σε πολιτιστικά και ιστορικά θέματα όπως η συγκέντρωση δεδομένων και στοιχείων για τις γενεαλογίες και μνήμες προσφύγων, τα μνημεία και την υλική και άϋλη πολιτιστική κληρονομιά περιοχών, την ανταλλαγή τεχνογνωσίας σε ζητήματα ανάπτυξης και διαχείρισης πολιτιστικών έργων, την επαγγελματική διάδοση και προβολή τους με τρόπο που να κινητοποιεί το επιχειρηματικό ενδιαφέρον, την ανάπτυξη άλλων συνεργασιών με φορείς, όπως πχ πανεπιστήμια ή ερευνητικά ιδρύματα, τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού για την ανάδειξη και την προώθηση της ιστορίας, του πολιτισμού και του φυσικού μας πλούτου κλπ.
Στο πνεύμα αυτό, στρατηγική συνεργασία θα μπορούσε να αναπτυχθεί π.χ. μεταξύ της τοπικής αυτοδιοίκησης και του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, ενός κοινωφελούς οργανισμού με πολύ σημαντική, εγχώρια και διεθνή, δράση σε τομείς όπως: η ανάδειξη και διάδοση του Ελληνικού Πολιτισμού, η προβολή του φυσικού περιβάλλοντος, η έρευνα, η εκπαιδευτική και μουσειακή λειτουργία μέσω της χρήσης των σύγχρονων τεχνολογιών κλπ. Πιστεύω ότι αυτή η δυνατότητα αξίζει να διερευνηθεί.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.