Αναπτυξιακό Συνέδριο Περιφέρειας Πελοποννήσου
Διαδικασίες αναπτυξιακού προγραμματισμού 2007-2013
Καλαμάτα
Σάββατο 04 Ιουνίου 2005
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Καταρχάς θα ήθελα να ευχαριστήσω τη Γενική Γραμματέα κυρία Αβούρη, για την ιδιαίτερα τιμητική πρόσκληση να συμμετέχω στο Αναπτυξιακό Συνέδριο της Περιφέρειας Πελοποννήσου και όλους εσάς για την παρουσία σας σήμερα εδώ.
Στο σχεδιασμό της 4η Προγραμματικής Περιόδου 2007-2013, στοχεύουμε σε μια Ελλάδα πιο ανταγωνιστική που θα διαδραματίζει ενεργό ρόλο στις Ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις. Δίνουμε έμφαση στην ουσιαστική βιώσιμη ανατροφοδοτούμενη ανάπτυξη, με ποιοτικές και σίγουρες θέσεις εργασίας, δεσμευόμενοι ως προς τον οικονομικό, θεσμικό, τεχνικό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό της χώρας. Η ελληνική οικονομία σκοπεύει και τη νέα προγραμματική περίοδο 2007-2013, να ενισχύσει τις παραγωγικές της ικανότητες εστιάζοντας στην τεχνολογία, στην επιχειρηματικότητα και στην απασχόληση.
Ένα Αναπτυξιακό Πρόγραμμα δεν είναι απλά ένας μακρύς κατάλογος έργων, ούτε ένα τυχαίο άθροισμα κονδυλίων. Είναι ουσιαστικά η χάραξη και η υλοποίηση ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης για τη χώρα, τον τομέα ή την Περιφέρεια. Ενός μοντέλου που πρέπει να μας οδηγεί όλο και πλησιέστερα στην πραγματική οικονομική και κοινωνική σύγκλιση με τους ευρωπαίους εταίρους μας. Ενός μοντέλου που βοηθάει στην προσαρμογή της χώρας μας στα καινούργια δεδομένα της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.
Σήμερα ζούμε την ανάδυση μιας παγκόσμιας αγοράς ενιαίας σε προϊόντα, ενιαίας σε καταναλωτικά και παραγωγικά πρότυπα. Διαπιστώνουμε την αναγωγή της πληροφορίας και της γνώσης σε παράγοντες υψίστης σημασίας για τις κοινωνίες και τις επιχειρήσεις.
Στο περιβάλλον αυτό, ο στρατηγικός στόχος της οικονομίας μας, δεν μπορεί να είναι άλλος από τη σημαντική, διαρκή, ποιοτική και ποσοτική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Για να συμβεί αυτό, η οικονομία μας πρέπει να είναι ανταγωνιστική.
Προσδοκούμε στην επιτάχυνση της ανάπτυξης – συνολικά αλλά και για κάθε ελληνική περιφέρεια- με παράλληλη αύξηση της απασχόλησης και μείωση της ανεργίας, στη βελτίωση της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας, της ποιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών και στη στήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων της νέας οικονομίας που βασίζονται στη γνώση και την καινοτομία. Ενθαρρύνουμε μια νέα κουλτούρα επιχειρηματικότητας που δεν διστάζει να αναλάβει ρίσκα και να αναμετρηθεί με προκλήσεις. Σηματοδοτούμε μια προσπάθεια ποιοτικής αναβάθμισης των αποτελεσμάτων του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, αλλά και των προγραμμάτων της νέας περιόδου που θα διασφαλίζει ότι, οι πόροι δεν θα θεωρούνται απλά δαπάνες, αλλά και το τελευταίο Ευρώ θα αποτελεί αποδοτική επένδυση. Σε αυτό το πνεύμα και με αυτή τη βούληση χαράσσεται ο Αναπτυξιακός Προγραμματισμός για την περίοδο 2007-2013.
Ξεκινήσαμε έγκαιρα, τον Ιούνιο του 2004, δίνοντας, με την 1η Εγκύκλιο, το έναυσμα για την έναρξη των διαδικασιών, τη χάραξη του Εθνικού Σχεδίου Ανάπτυξης για τη νέα προγραμματική περίοδο, με στόχο να ολοκληρώσουμε τη διαδικασία αρχές 2006. Ακολούθησαν οδηγίες και κατευθύνσεις προς τους αρμόδιους φορείς, ενημέρωση για τις θέσεις της ΕΕ. Νομοθετήθηκε η λειτουργία Ομάδων Σχεδιασμού (Ν.3312/2005), και προβλέφθηκε μέρος της Τεχνικής Βοήθειας των Προγραμμάτων να στηρίξει την κάλυψη αναγκαίων μελετών και Συμβούλων σε όλα τα στάδια του σχεδιασμού.
Κύριες προϋποθέσεις για την προώθηση των βασικών αναπτυξιακών επιλογών που σταδιακά διαμορφώνονται, είναι η συνέχιση των διαρθρωτικών αλλαγών στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς και της οικονομικής σύγκλισης η αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης και ο εκσυγχρονισμός της σε όλα τα επίπεδα και τους τομείς. Στην παρούσα φάση, όπως γνωρίζετε, παρουσιάστηκε εμπλοκή στη διαβούλευση για τον καθορισμό των νέων δημοσιονομικών προοπτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, είναι υπό διαπραγμάτευση και οι προτάσεις της Ε.Ε. για τους Νέους Κανονισμούς, οι οποίοι, όταν οριστικοποιηθούν, αναμένεται να είναι σημαντικά διαφοροποιημένοι και περισσότερο απαιτητικοί έναντι των αντίστοιχων της τρέχουσας περιόδου.
Πρέπει να προετοιμαστούμε από τώρα για να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία το νέο περιβάλλον εφαρμογής που θα θέτουν οι κανονισμοί. Να πάρουμε σημαντικές και ενδεχομένως «δύσκολες» αποφάσεις για το πώς θα φτάσουμε στο στόχο. Δεν αποκλείουμε εκ των προτέρων καμία επιλογή και δεν έχουμε την πρόθεση να αποκλείσουμε κανέναν. Όμως τα λάθη του πρόσφατου παρελθόντος, η ελλιπής προετοιμασία και οι ανέτοιμοι σε πολλές περιπτώσεις μηχανισμοί υλοποίησης είναι γνωστά πλέον σε όλους. Οφείλουμε να κάνουμε τις σωστότερες για τη χώρα επιλογές και θα το πράξουμε.
Σε εθνικό επίπεδο, βρίσκεται σήμερα σε πλήρη εξέλιξη η προετοιμασία του εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού με διαβούλευση Υπουργείων και Περιφερειών. Πραγματοποιούνται, αναπτυξιακά συνέδρια σε τομεακό και περιφερειακό επίπεδο –όπως το σημερινό- με τη συμμετοχή οικονομικών και κοινωνικών εταίρων, ενώ διοργανώνεται από το ΥΠ.ΟΙ.Ο. το 1ο Εθνικό Αναπτυξιακό Συνέδριο στις 16 Ιουλίου 2005 στη Θεσσαλονίκη.
Η κατάρτιση του Σχεδίου Ανάπτυξης 2007-2013, σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο, είναι αρμοδιότητα του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, σε συνεργασία, ασφαλώς, με τα Υπουργεία και τις Περιφέρειες. Το τελικό Σχέδιο θα εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο και τη Βουλή, αφού προηγουμένως έχει μελετηθεί από τα αρμόδια όργανα, που έχουν συσταθεί για το σκοπό αυτό και συγκεκριμένα από:
Τη «Διυπουργική Επιτροπή Συντονισμού και Χάραξης Πολιτικής Αναπτυξιακού Προγραμματισμού 2007-2013», η οποία λειτουργεί –με απόφαση του Πρωθυπουργού- ως κεντρικός συντονιστικός μηχανισμός, ο οποίος θέτει το κεντρικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα πρέπει να κινηθεί το Σχέδιο Ανάπτυξης, καθώς και τα γενικά αλλά και ειδικά θέματα που θα πρέπει να συζητηθούν στον κοινωνικό διάλογο.
Την «Ομάδα Σχεδιασμού και Κατάρτισης», η οποία συγκροτείται στο ΥΠ.ΟΙ.Ο. και υποστηρίζει τη Διυπουργική Επιτροπή και οι
Τις «Ομάδες Σχεδιασμού Προγράμματος» Υπουργείων και Περιφερειών που υποστηρίζουν τη διαδικασία σχεδιασμού του φορέα τους και αποτελούν το σύνδεσμο του Υπουργείου / Περιφέρειας με το ΥΠ.ΟΙ.Ο.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του σχεδιασμού τηρούνται, βέβαια, οι διαδικασίες διαβούλευσης, με τους αρμόδιους φορείς και τους οικονομικούς και κοινωνικούς εταίρους, προκειμένου να διαμορφωθεί πολύπλευρη προσέγγιση εναλλακτικών επιλογών.
Κυρίες και Κύριοι,
Οι διαδικασίες σχεδιασμού είναι –όπως όλοι γνωρίζουμε- μια απαιτητική προσπάθεια σύνθεσης προτάσεων μεγάλου αριθμού φορέων χάραξης πολιτικής, λαμβάνοντας υπόψη μεταξύ των άλλων τις συνολικές αναπτυξιακές επιλογές της χώρας, τις κατευθύνσεις της Ε.Ε., την οικονομική συγκυρία και τις πραγματικές – αντικειμενικές δυνατότητες αποτελεσματικής και αποδοτικής υλοποίησης.
Θα υπάρξουν πολλές πιέσεις για κάλυψη απαιτήσεων και αναγκών και μάλιστα με περιορισμένους πόρους λόγω της διεύρυνσης της ΕΕ και της ανάπτυξης που επετεύχθη σε κάποιες Περιφέρειες ή του στατιστικού αντιχτύπου.
Αποτελεί «στοίχημα» για το νέο σχεδιασμό η εξεύρεση του κατάλληλου μείγματος πολιτικής που θα λαμβάνει υπόψη τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, αλλά και τις περιφερειακές ανισότητες και γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της χώρες μας.
Τα βασικά προγραμματικά κείμενα της χώρας θα είναι :
Το Σχέδιο Ανάπτυξης 2007-2013, που θα περιλαμβάνει το σύνολο των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων και προγραμμάτων, συγχρηματοδοτούμενων από την Ε.Ε. και μη.
Το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (ΕΣΠΑ) 2007-2013. Το Στρατηγικό αυτό κείμενο –κάτι σαν το ΚΠΣ- προγραμματίζεται να είναι έτοιμο για αποστολή στην Ε.Ε και διαπραγμάτευση στις αρχές του 2006.
Τα Συγχρηματοδοτούμενα Επιχειρησιακά Προγράμματα 2007-2013. Τα προγράμματα αυτά θα ετοιμασθούν παράλληλα με το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς με στόχο να υποβληθούν στην Ε.Ε προς έγκριση εντός του 1ου εξαμήνου του 2006.
Ο σχεδιασμός της ανάπτυξης κατά τη νέα περίοδο θα βασισθεί σε συγκεκριμένους Στρατηγικούς Στόχους- Άξονες Ανάπτυξης που πρέπει όμως να παρουσιάζουν συνάφεια –τουλάχιστον για το συγχρηματοδοτούμενο σκέλος- με την κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική.
Κάθε φορέας τομεακής πολιτικής (Υπουργεία) και κάθε φορέας περιφερειακής πολιτικής (Γενικές Γραμματείες Περιφερειών) καταρτίζει ήδη το δικό του Αναπτυξιακό Πρόγραμμα. Με βάση τα Αναπτυξιακά Προγράμματα και την εξέλιξη της διαπραγμάτευσης για τους κανονισμούς και τις δημοσιονομικές προοπτικές, θα εκπονηθούν τελικά τα Επιχειρησιακά Προγράμματα που θα υποβληθούν προς έγκριση την Ε.Ε..
Θα ήθελα συναφώς να σας ενημερώσω ότι, έχει ξεκινήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση η διαβούλευση για τον προσδιορισμό των Στρατηγικών κατευθύνσεων για την οικονομική, κοινωνική και χωρική συνοχή σε επίπεδο Ε.Ε. της περιόδου 2007-2013, οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο της Άτυπης Υπουργικής συνάντησης που πραγματοποίησε η μόλις παρελθούσα προεδρία του Λουξεμβούργου, στις 20-21 Μαΐου 2005.
Στο πλαίσιο της παραπάνω συνάντησης, η χώρα μας εξέφρασε τη γενική της συμφωνία με τις τρεις προτεραιότητες που διατυπώνονται στο σχετικό κείμενο της Επιτροπής, δηλ.: 1) Η Ευρώπη και οι Περιφέρειές της, ελκυστικότερο μέρος για επενδύσεις και εργασία. 2) Βελτίωση της γνώσης και της καινοτομίας για την ανάπτυξη. 3) Περισσότερες και καλύτερες θέσεις απασχόλησης.
Είναι γεγονός ότι στο κείμενο της Επιτροπής δίνεται ικανοποιητικό εύρος επιλογής πολιτικών, ενώ τονίζεται ότι η ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στη συνοχή της Ένωσης.
Οι Κοινοτικές Στρατηγικές Κατευθύνσεις -και υπήρξε γενική συμφωνία κατά την Υπουργική συνάντηση επ’ αυτού- πρέπει να αποτελέσουν ένα ενδεικτικό γενικό πλαίσιο που θα επιτρέπει στις χώρες να σχεδιάσουν την Αναπτυξιακή τους Στρατηγική με βάση τις πραγματικές τους ανάγκες και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των Περιφερειών τους.
Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να τονίσω και πάλι ότι η διαμόρφωση της Εθνικής Στρατηγικής Ανάπτυξης απαιτεί, την ουσιαστική και εποικοδομητική συμβολή των φορέων ευθύνης τομεακών και περιφερειακών πολιτικών, αλλά και την ενεργητική συμμετοχή των τοπικών αρχών και των κοινωνικών εταίρων. Σήμερα παίρνουμε όλοι μέρος σε ένα πολύ καλό παράδειγμα εφαρμογής αυτής της διαδικασίας. Οι υπηρεσίες του Υπουργείου μας είναι στη διάθεση των εμπλεκομένων ομάδων ή/ και υπηρεσιών για συνεργασία, με στόχο την έγκαιρη και αποτελεσματική ολοκλήρωση της διαδικασίας σχεδιασμού για τη νέα προγραμματική περίοδο 2007-2013.
Στην ιστοσελίδα www.hellaskps.gr αναρτώνται όλα τα σχετικά κείμενα και οι προτάσεις των φορέων.
Στόχος μας για τη νέα Προγραμματική Περίοδο είναι, εκτός από τους κοινοτικούς και εθνικούς πόρους, να ενεργοποιηθούν και σημαντικοί ιδιωτικοί πόροι, μέσω και των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ), στη χρηματοδότηση των Αναπτυξιακών Προγραμμάτων. Πρόκειται για ένα κατεξοχήν εργαλείο ανάπτυξης, με εμφανή οφέλη σε αρκετές χώρες παγκοσμίως, το οποίο βοηθά στη δημιουργία περισσότερων και καλύτερων υποδομών και στην παροχή υψηλότερης ποιότητας υπηρεσιών στους πολίτες. Το εργαλείο αυτό θα πρέπει να τεθεί στην υπηρεσία του ευρύτερου αναπτυξιακού σχεδιασμού, τόσο της περιφέρειας Πελοποννήσου, όσο και των άλλων περιφερειών της χώρας.
Οι ΣΔΙΤ εστιάζουν στην παροχή υπηρεσιών που είναι συνήθως μέσα στις υποχρεώσεις του Δημοσίου, μέσα από μία πιο εξειδικευμένη και αποτελεσματική προσέγγιση που μπορεί να επιτύχει καλύτερα η ιδιωτική πρωτοβουλία. Αποτελούν μορφές συνεργασίας, που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της χρηματοδότησης, της κατασκευής, της συντήρησης ή και της λειτουργίας μίας υποδομής ή στην παροχή μίας υπηρεσίας, σε διάφορους τομείς της οικονομίας.
Η προώθηση του συγκεκριμένου θεσμού αποσκοπεί στη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών του Κράτους προς τον πολίτη, µε τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ιδιωτικών πόρων, συμπληρωματικών προς τους διαθέσιμους δημόσιους µε στόχο τη δημιουργία περισσότερων και καλύτερων υποδομών, που θα υλοποιηθούν πιο γρήγορα και πιο οικονομικά. Πρόκειται λοιπόν για έναν εναλλακτικό δρόμο που οδηγεί στον αποδοτικότερο, για τον πολίτη, συνδυασμό κράτους και ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
Στη Μεγάλη Βρετανία, χώρα στην οποία ξεκίνησε ο θεσμός το 1992, έχουν υπογραφεί μέχρι σήμερα 650 συμβάσεις σύμπραξης. Αυτές αφορούν έργα και υπηρεσίες σε τομείς όπως οι συγκοινωνίες, οι οδικοί άξονες, τα νοσοκομεία, τα σχολεία, η στέγαση δημοσίων υπηρεσιών, η διαχείριση απορριμμάτων, οι φυλακές αλλά και υποδομές που σχετίζονται με την εθνική άμυνα, όπως π.χ. η στέγαση των στρατιωτικών.
Ο κύριος λόγος που εισήχθη ο θεσμός στη Μ. Βρετανία ήταν οι πολύ μεγάλες υπερβάσεις των προϋπολογισμών και οι καθυστερήσεις στην υλοποίηση των έργων που προκηρύσσονταν ως δημόσια έργα. Οι λόγοι για τους οποίους ο θεσμός εδραιώθηκε είναι ότι μέσα από τις συμπράξεις, οι υποδομές και οι υπηρεσίες αποδείχθηκε ότι πραγματοποιούνται κατά 88%, εντός του αρχικού προϋπολογισμού και χρονοδιαγράμματος ενώ το κόστος τους σε σχέση με την κλασική μέθοδο προκήρυξης για το δημόσιο είναι από 5% έως 40% μικρότερο. Επιπρόσθετα, το δημόσιο επωφελείται δημοσιονομικά, αφού ξεκινάει να πληρώνει για αυτές μετά από την έναρξη της λειτουργίας τους, σε βάθος χρόνου και ανάλογα με την αποδοτικότητα της λειτουργίας τους αυτής.
Στη χώρα μας, βρισκόμαστε σήμερα σε μία χρονική στιγμή όπου ο τρόπος με τον οποίο θα προχωρήσουμε στην εφαρμογή του θεσμού των συμπράξεων είναι καθοριστικός για την προώθηση και εξέλιξή τους. Η εφαρμογή ενός ευρύτερου προγράμματος συμπράξεων πρέπει να αποτελέσει στρατηγική επιλογή και για το λόγο αυτό θα πρέπει να διαμορφωθεί ένα ασφαλές περιβάλλον υλοποίησης τους τόσο για τον ιδιωτικό όσο και για το Δημόσιο τομέα.
Η καθυστέρηση που σημειώνουμε, ως χώρα, στην οργάνωση και προώθηση των ΣΔΙΤ, έχει τουλάχιστον ένα θετικό στοιχείο. Είμαστε σε θέση να εκμεταλλευτούμε την πλούσια γνώση και εμπειρία που μας προσφέρει η υλοποίηση σε άλλες χώρες αντίστοιχων συμπράξεων. Μπορούμε, δηλαδή, να υιοθετήσουμε όλα τα θετικά στοιχεία της εφαρμογής τους και να αποφύγουμε τα λάθη και τις παραλείψεις που σε αρκετές περιπτώσεις οδήγησαν σε αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Μέσα από το θεσμό των συμπράξεων το ζητούμενο πλέον για τον Δημόσιο τομέα παύει να είναι η κατασκευή της υποδομής αυτή κάθε αυτή. Ζητούμενο είναι η διαθεσιμότητά της, για την παροχή, από πλευράς δημοσίου, αναβαθμισμένων υπηρεσιών στους πολίτες. Ζητούμενο δηλαδή είναι η διαμόρφωση των συνθηκών εκείνων μέσα από τις οποίες το δημόσιο θα μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες του.
Την παροχή των συνθηκών αυτών διασφαλίζει πλέον ο ιδιωτικός τομέας στον οποίο μετακυλίεται η όλη διαδικασία της προμήθειας των απαραίτητων αγαθών για την παροχή των υπηρεσιών και οι κίνδυνοι που η διαδικασία αυτή συνεπάγεται. Με τον τρόπο αυτό η εμπλοκή του Δημοσίου περιορίζεται στον καθορισμό των προδιαγραφών, βάση των οποίων οι υπηρεσίες αυτές θα πρέπει να προσφέρονται και των παραμέτρων, βάση των οποίων θα πρέπει να αξιολογούνται.
Κυρίες και Κύριοι,
Οι ΣΔΙΤ αποτελούν ένα χρηματοδοτικό εργαλείο που μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη πολλών τομέων της οικονομίας. Τα οφέλη της χρησιμοποίησής του είναι πολλά και σίγουρα αρκετοί είναι οι φορείς του Δημοσίου που προσβλέπουν σε αυτά.
Η δυνατότητα για την παροχή από την πλευρά του Δημοσίου περισσότερων και ποιοτικά βελτιωμένων υποδομών και υπηρεσιών με κόστος μικρότερο από αυτό που θα απαιτούνταν με τον ισχύοντα μηχανισμό, η ορθολογικότερη κατανομή κινδύνων και η ανάληψή τους από αυτούς που είναι σε θέση να τους διαχειριστούν καλύτερα, αλλά και η βέλτιστη κατά το δυνατόν αξιοποίηση ανθρωπίνων και οικονομικών πόρων του Δημοσίου αποτελούν μερικά από τα πλεονεκτήματα της εφαρμογής τους.
Μέχρι σήμερα, για να υλοποιηθεί μία σύμπραξη δημόσιου ιδιωτικού τομέα, η σύμβαση αυτή έπρεπε να κυρωθεί από τη Βουλή και να ψηφισθεί ως ξεχωριστός νόμος. Ένα πλαίσιο που θα επέτρεπε στους φορείς του Δημοσίου να εφαρμόσουν τις ΣΔΙΤ με ευκολία και ευελιξία αποτελούσε ζητούμενο πολλών ετών.
Το σχέδιο νόμου για τις Συμπράξεις Δημοσίου – Ιδιωτικού τομέα, που έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών και βρίσκεται αυτή τη στιγμή υπό δημόσια διαβούλευση, έρχεται να καλύψει αυτή ακριβώς την ανάγκη.
Τα βασικά σημεία του νέου νομοσχεδίου είναι τα εξής:
Ορίζονται οι δημόσιοι φορείς (Υπουργεία, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ) που μπορούν να προχωρούν σε συμβάσεις σύμπραξης με ιδιωτικούς φορείς, μέσα από τη σύσταση ανωνύμων εταιρειών ειδικού σκοπού για κάθε τέτοια συνεργασία σε τομείς αρμοδιότητάς τους ή δραστηριότητάς τους.
Το αντικείμενο των συμπράξεων αυτών είναι η δημιουργία υποδομών και η παροχή υπηρεσιών που ανήκουν στην αρμοδιότητα των ως άνω δημοσίων φορέων.
Προβλέπεται ότι οι ιδιωτικοί φορείς αναλαμβάνουν ουσιώδες μέρος των κινδύνων που συνδέονται με τη χρηματοδότηση, τη διαθεσιμότητα και την κατασκευή των αναγκαίων υποδομών ή την παροχή της υπηρεσίας έναντι ανταλλάγματος, που καταβάλλεται εφάπαξ ή τμηματικά από τους δημόσιους φορείς ή και τους τελικούς χρήστες των υπηρεσιών.
Αυτή ακριβώς η δυνατότητα τμηματικής καταβολής ανταλλάγματος από το δημόσιο στον ιδιωτικό φορέα για την υπηρεσία που αυτός προσφέρει, ανταλλάγματος το οποίο καλύπτει και το κόστος της κατασκευής ενδεχόμενης υποδομής, αλλά που το δημόσιο αρχίζει να καταβάλει με την έναρξη λειτουργίας της υποδομής ή της υπηρεσίας αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά σημεία του σχεδίου νόμου και αποτελεί διεθνή πρακτική.
Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι μέσα από τις ΣΔΙΤ θα μπορούμε να προκηρύξουμε τη δημιουργία υποδομών και την παροχή υπηρεσιών, που αλλιώς δεν θα είχαμε τη δυνατότητα και να αρχίσουμε να πληρώνουμε για αυτές με την έναρξη της λειτουργίας τους και όχι κατά τη διάρκεια της κατασκευής τους, όπως συνέβαινε έως τώρα.
Και αυτό είναι κάτι που όλη η περιφέρεια Πελοποννήσου θα μπορεί να αξιοποιήσει, με την έναρξη της εφαρμογής του Νόμου.
Το νομοσχέδιο επίσης προβλέπει ότι:
Η χρηματοδότηση του συνόλου ή μέρους της υλοποίησης των υποδομών για την παροχή υπηρεσιών θα γίνει με κεφάλαια και πόρους που εξασφαλίζουν οι ιδιωτικοί φορείς.
5. Το συνολικό προϋπολογιζόμενο κόστος εκτέλεσης του έργου ή της παροχής της υπηρεσίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσόν των 200 εκατομμυρίων ευρώ, εκτός αν η Διυπουργική Επιτροπή αποφασίσει, ανά περίπτωση, να εντάξει και μία σύμπραξη μεγαλύτερου προϋπολογισμού.
Ενώ σε κάθε περίπτωση, και για τα μικρότερου προϋπολογισμού έργα, υπόκειται στη βούληση του φορέα να επιλέξει ή όχι να ακολουθήσουν το νόμο αυτό.
6. Οι Συμπράξεις Δημόσιου-Ιδιωτικού Τομέα αποτελούν κεντρική κυβερνητική επιλογή για την επίτευξη της μέγιστης δυνατής δημόσιας ωφέλειας, μέσα από την παροχή υπηρεσιών υψηλής ποιότητας και ανταγωνιστικού κόστους. Με τις συμπράξεις ενσωματώνει το δημόσιο την καινοτομία και την τεχνογνωσία του ιδιωτικού τομέα.
7. Δεν θα αποτελούν αντικείμενο ΣΔΙΤ η άσκηση δημόσιας εξουσίας και γενικά οι δραστηριότητες που κατά το Σύνταγμα ανήκουν αποκλειστικά και άμεσα στο Κράτος (π.χ., έννομη τάξη, εθνική άμυνα, απονομή δικαιοσύνης, ευθύνη σωφρονισμού).
Αυτό όμως δεν απαγορεύει το να αποτελέσει αντικείμενο συμπράξεων η δημιουργία υποδομών ή άλλων συμπληρωματικών προς αυτές υπηρεσιών. Π.χ. Υποδομές σχολικών κτιρίων, μπορούν να γίνουν μέσω ΣΔΙΤ, αλλά φυσικά η στελέχωση και οι εκπαιδευτικές υπηρεσίες αποτελούν ευθύνη του κράτους, όπως σήμερα.
8. Καθορίζονται στον Νόμο οι υποχρεώσεις των δημοσίων φορέων που θα εμπίπτουν στις διατάξεις του.
9. Ο Νόμος προσδιορίζει το ελάχιστο περιεχόμενο των συμβάσεων σύμπραξης, όπου περιλαμβάνεται σαφής και αναλυτική περιγραφή των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων σε σχέση με το αντικείμενο της σύμπραξης. Καθορίζονται σημαντικά θέματα όπως: χρηματοδότηση και συμμετοχή των δημοσίων φορέων σε αυτήν, διαδικασίες είσπραξης συμβατικών ανταλλαγμάτων, έκδοση αδειών, προστασία περιβάλλοντος, αρχαιολογικά ευρήματα, απαλλοτριώσεις, εμπλοκή δημοσίων υπηρεσιών και ΔΕΚΟ.
10. Ο Νόμος με σαφήνεια ορίζει τα νομικά θέματα που διέπουν αυτές τις συμπράξεις, όπως είναι η εκχώρηση απαιτήσεων, το κύρος των εμπράγματων ασφαλειών, οι εταιρικοί μετασχηματισμοί, τα φορολογικά ζητήματα και η επίλυση διαφορών (διαιτησία).
Ωστόσο, αν η θέσπιση του νομικού πλαισίου είναι η βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή των συμπράξεων, ο τρόπος με τον οποίο η εφαρμογή αυτή θα πραγματοποιηθεί αλλά κυρίως η οργανωτική προετοιμασία του Δημοσίου για αυτήν αποτελεί το βασικό στοιχείο για την επιτυχία τους.
Για την υλοποίηση των συμπράξεων πρέπει να οικοδομηθεί ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο ο ιδιωτικός τομέας θα αισθάνεται ασφάλεια για τα κεφάλαια, τον χρόνο και το ανθρώπινο και υλικό δυναμικό που επενδύει. Παράλληλα πρέπει να υιοθετηθεί μία διαδικασία μέσα από την οποία οι Δημόσιοι φορείς θα εξασφαλίζονται για το ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται αποτελούν συμφέρουσες για αυτούς επιλογές.
Για το λόγο αυτό, με το νέο νομοσχέδιο συστήνεται Διυπουργική Επιτροπή Συμπράξεων Δημόσιου-Ιδιωτικού Τομέα (ΔΕΣΔΙΤ), η οποία χαράσσει την κυβερνητική πολιτική για τη δημιουργία υποδομών και την παροχή υπηρεσιών με τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων. Η Διυπουργική Επιτροπή θα είναι υπεύθυνη τόσο για την έγκριση προτάσεων συμπράξεων από δημόσιους φορείς όσο και τη διασφάλιση των μελλοντικών πληρωμών του δημοσίου που δύναται να προκύψουν από αυτές μέσα από την ένταξή τους στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων.
Η υλοποίηση των συμπράξεων απαιτεί ιδιαίτερη τεχνογνωσία και στελέχη με εκτενή εμπειρία που να μπορούν να καλύψουν ένα ευρύ φάσμα γνωστικών αντικειμένων. Στη χώρα μας, η εμπειρία και η ιδιαίτερη τεχνογνωσία που αποκτήθηκε από την υλοποίηση σημαντικών έργων, μέσω Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα, (π.χ. το Αεροδρόμιο των Σπάτων, η Αττική Οδός και η Γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου), δυστυχώς έχει παραμείνει σε ένα περιορισμένο αριθμό στελεχών κυρίως του ιδιωτικού τομέα.
Γίνεται λοιπόν εύκολα αντιληπτό ότι δεν είναι δυνατόν άμεσα όλοι οι φορείς του Δημοσίου και ιδιαίτερα οι Δήμοι να αποκτήσουν στελέχη που να διαθέτουν εξειδικευμένη εμπειρία σε θέματα υλοποίησης συμπράξεων.
Το Δημόσιο, σε κεντρικό επίπεδο, πρέπει να εξασφαλίσει ότι ορισμένα από τα στελέχη αυτά που διαθέτουν την εξειδικευμένη εμπειρία, θα είναι διαθέσιμα για όλους τους φορείς, συγκεντρώνοντας τα σε ένα κεντρικό μηχανισμό και αξιοποιώντας την γνώση τους προς όφελος όλων.
Για το λόγο αυτό, με το νέο νομοσχέδιο συστήνεται, στα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών χωρών που εφάρμοσαν το θεσμό, Ειδική Γραμματεία ΣΔΙΤ στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών με σκοπό: τον εντοπισμό των υπηρεσιών και των αναγκαίων υποδομών που μπορούν να υλοποιηθούν μέσω του νέου νόμου ΣΔΙΤ, την προώθηση της ανάπτυξής τους και τη διευκόλυνση και υποστήριξη των δημοσίων φορέων στο πλαίσιο των διαδικασιών ανάθεσης για την επιλογή των ιδιωτικών φορέων που θα αναλάβουν την υλοποίηση. Η Ειδική Γραμματεία δεν θα υποκαθιστά τους δημόσιους φορείς που θα έχουν το ρόλο της αναθέτουσας αρχής, ούτε τους εξειδικευμένους εξωτερικούς συμβούλους των οποίων ο ρόλος είναι δεδομένος. θα αποτελεί ωστόσο ένα μηχανισμό διασφάλισης, τόσο της κεντρικής Δημόσιας διοίκησης όσο και των ίδιων των φορέων υλοποίησης των ΣΔΙΤ, για την αρτιότητα και πληρότητα των διαδικασιών που ακολουθούνται.
Η Ειδική Γραμματεία θα υποβοηθά τη Διυπουργική, δεδομένου ότι, εκείνοι που θα εγκρίνουν και θα εντάσσουν στον προϋπολογισμό πληρωμές προκαλούμενες από συμβάσεις σύμπραξης, θα πρέπει να είναι σίγουροι ότι οι υπηρεσίες που θα παράσχει ο ιδιωτικός τομέας είναι βιώσιμες και ότι τα οικονομικά στοιχεία τους είναι ρεαλιστικά και συμφέροντα για το Δημόσιο σε σχέση με το αποτέλεσμα το οποίο παράγουν. Και καθώς οι πληρωμές αυτές αποτελούν μελλοντικές δαπάνες για το Δημόσιο, η Ειδική Γραμματεία πρέπει να τις παρακολουθεί, έτσι ώστε το Δημόσιο να γνωρίζει ακριβώς τη μελλοντική επιβάρυνση που η υλοποίηση ΣΔΙΤ από κάθε ένα φορέα του Δημοσίου μπορεί να προκαλέσει.
Το Δημόσιο πρέπει επίσης να φροντίσει για την ανάπτυξη του θεσμού αυτού, μέσα από τη γρήγορη και αποτελεσματική διάχυση της περιορισμένης αυτής τεχνογνωσίας και εμπειρίας στους ίδιους τους φορείς υλοποίησης των συμπράξεων.
Τα στελέχη λοιπόν της Ειδικής Γραμματείας πρέπει να μεριμνήσουν για τη σύνταξη και διανομή έντυπων με πληροφορίες και οδηγίες σχετικά με την υλοποίηση Συμπράξεων, να μεριμνήσουν για την τυποποίηση εγγράφων που θα μπορούν να χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες των Διαδικασιών Ανάθεσης, αλλά και για την τυποποίηση κάθε είδους Συμβάσεων Σύμπραξης ή και Παρεπομένων Συμφώνων αυτών. Επίσης πρέπει να φροντίσουν για τη Δημιουργία μίας βάσης δεδομένων μέσα από την οποία οι ενδιαφερόμενοι φορείς θα μπορούν να λαμβάνουν πληροφορίες και λεπτομέρειες για όλες τις συμπράξεις που υλοποιούνται.
Επιπρόσθετα, οι συμπράξεις θα πρέπει να εντάσσονται στον ευρύτερο σχεδιασμό του επενδυτικού προγράμματος των Δημοσίων φορέων. Οπότε η Ειδική Γραμματεία πρέπει σε κεντρικό επίπεδο και σε συνεργασία με τους ίδιους τους φορείς να παρακολουθεί τη ροή των συμπράξεων και να εξετάζει την πραγματική αναγκαιότητα υλοποίησής τους. Μόνο τότε θα μπορέσουν οι συμπράξεις να λειτουργήσουν πραγματικά προς όφελος των ίδιων των φορέων, του ευρύτερου Δημοσίου τομέα αλλά και της κοινωνίας στο σύνολό της.
Η διαδικασία υλοποίησης των συμπράξεων, όπως περιγράφεται στο σχέδιο νόμου, εφαρμόστηκε σε άλλες χώρες δίνοντας τα βέλτιστα αποτελέσματα. Είναι μία διαδικασία απαραίτητη καθώς εξασφαλίζει την κοινή προσέγγιση που πρέπει να έχει το Δημόσιο απέναντι σε όλες τις συμπράξεις. Έτσι, η στενή και εποικοδομητική συνεργασία της Ειδικής Γραμματείας με τους δημόσιους φορείς που αποτελούν τις αναθέτουσες αρχές και φορείς υλοποίησης των συμπράξεων είναι το κλειδί για την επιτυχία του νομοσχεδίου.
Όσο η διαδικασία προχωράει και η γνώση διαχέεται θα πρέπει και οι ίδιοι οι δημόσιοι φορείς να συστήσουν τους δικούς τους αντίστοιχους μηχανισμούς, όπως αυτοί προβλέπονται στο νομοσχέδιο.
Ιδιαίτερα για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, θα ήταν πολύ χρήσιμο να δημιουργηθεί μια αντίστοιχη μονάδα στο Υπουργείο Εσωτερικών η οποία θα αποτελεί τον αρχικό παραλήπτη των προτάσεων τους. Με τον τρόπο αυτό και όταν οι φορείς θα έχουν την απαραίτητη τεχνογνωσία, το έργο της Ειδικής Γραμματείας χρόνο με το χρόνο θα περιορίζεται.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί, ότι η Αγγλία και η Ιρλανδία έχουν συστήσει, από τις αρχές της δεκαετίας του 90, έναν αντίστοιχο, με την υπό σύσταση Ειδική Γραμματεία, μηχανισμό, στο Υπουργείο Οικονομικών τους, το «PPP taskforce». Πρόσφατα και το Γαλλικό Υπουργείο Οικονομίας ανακοίνωσε την έναρξη λειτουργίας της δικής του μονάδας ΡΡΡ, ανακοινώνοντας ταυτόχρονα ένα πρόγραμμα 12 έργων σύμπραξης σε διαφόρους τομείς. Η εμπειρία και η γνώση υπάρχει και είναι διαθέσιμη. Αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να τη χρησιμοποιήσουμε ώστε να εξασφαλίσουμε ότι οι συμπράξεις Δημοσίου Ιδιωτικού τομέα θα αποτελέσουν και για τη χώρα μας ένα ουσιαστικό χρηματοδοτικό εργαλείο ανάπτυξης.
Οι Περιφέρειες της χώρας, οι Νομαρχίες και οι Δήμοι αποτελούν φορείς στους οποίους βασίζεται η εφαρμογή του θεσμού των συμπράξεων, η προώθησή του αλλά και η επιτυχία της εφαρμογής του, αφού αποτελούν εκ των βασικών φορέων που καλούνται να τις υλοποιήσουν.
Κυρίες και Κύριοι,
Οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο και στο σχεδιασμό της δημοσιονομικής πολιτικής. Συνολικά, με τις ΣΔΙΤ θα δοθεί μία νέα ώθηση στην ανάπτυξη και θα διασφαλισθεί η έγκαιρη και σωστή ολοκλήρωση πολλών αναγκαίων υποδομών, ενώ παράλληλα θα απελευθερωθούν πόροι για περισσότερες επενδύσεις αλλά και για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Με την κινητοποίηση των ιδιωτικών κεφαλαίων, η χώρα μας θα αποκτήσει σωστές και αξιόπιστες υποδομές, που το Δημόσιο δεν θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει στο σύνολό τους και που έχουν μεγάλη σημασία για την βελτίωση της παραγωγικότητας της εργασίας. Οι ΣΔΙΤ θα δώσουν σημαντική ώθηση στην επιχειρηματικότητα και θα δημιουργήσουν νέες και μεγάλης κλίμακας επενδύσεις. Παράλληλα, το Δημόσιο θα μπορέσει να εισαγάγει νέα τεχνογνωσία και να καταρτίσει καλύτερα τα στελέχή του.
Ζητούμενο είναι η θετική συμβολή όλων των συντελεστών, σε όλα τα επίπεδα που είναι καθοριστικά για την ανάπτυξη, γιατί η αξιοποίηση των αναπτυξιακών πλεονεκτημάτων βασίζεται στη συντονισμένη προσπάθεια περισσοτέρων του ενός παραγόντων (κεντρικής, περιφερειακής και τοπικής διοίκησης, κοινωνικών και οικονομικών εταίρων, επιχειρήσεων κλπ.). Ζητάμε την υποστήριξη όλων σας.
Ευχαριστώ.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.