Βουλή και Ευρωβουλή,
2011.09.22
Πρωτόγνωρες καταστάσεις
Οι Έλληνες βρεθήκαμε μπροστά σε πρωτόγνωρες καταστάσεις. Απειλήθηκε η συνοχή της κοινωνίας μας και η ευημερία, αντί να προσεγγίσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο όπως ήταν ο στόχος. Ώσπου τελικά, φτάσαμε σε αυτό που κάποιοι φοβήθηκαν από την αρχή: οι όροι που υπαγόρευσαν οι πιστωτές μας προκειμένου να αποφύγουμε τη συντριβή του Τιτανικού, όπως ανεύθυνα ονομάστηκε τότε το καράβι της χώρας, μαζί με την ανικανότητα της σημερινής Κυβέρνησης να κρατήσει γερά το πηδάλιο, συνέτριψαν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, όπως η εργασία, το εισόδημα, η περιουσία, και πυροδότησαν μια γενικευμένη αμφισβήτηση με απρόβλεπτες συνέπειες, εντός και εκτός.
Και αυτή δεν είναι η μόνη ζημιά: κατάφερε η Κυβέρνηση να μας βάλει τους Έλληνες να υπερασπιζόμαστε την ίδια μας την ύπαρξη στην Ευρώπη, αναβιώνοντας όλα τα στερεότυπα που μας χώριζαν σαν λαούς, αντί για αυτά που μας ενώνουν, αλλά και να τροφοδοτήσει το λαϊκισμό ευρωπαϊκών και εγχώριων κύκλων, που, όπως διαπιστώνουμε στις οθόνες και τα περίπτερα, εκδηλώνεται όλο και πιο έντονα, όλο και πιο ακραία τον τελευταίο καιρό.
Εμείς, στη Νέα Δημοκρατία είπαμε ένα δυναμικό όχι από την αρχή σε αυτή την πορεία προς την απαξίωση και, τώρα, την ισοπέδωση, και προτείναμε τον επαναπροσδιορισμό τόσο της Ελλάδας, όσο και της Ευρώπης – που, όπως φάνηκε, δεν κινδυνεύει μόνο από τη δική μας «μεταδοτική νόσο».
Κρίναμε ορθά και προτείναμε τεκμηριωμένα. Η δικαίωση ήταν όμως πικρή, εντός και εκτός.
Θυμίζω αυτά που είπε σε ομιλία του στη Γενεύη τον Απρίλιο του 2010, ο αληθινός Ευρωπαίος και αγνός μας φίλος, Valéry Giscard d’Estaing:
«Η Ευρώπη χωρίς την Ελλάδα, θα ήταν όπως ένα παιδί χωρίς πιστοποιητικό γέννησης. Η επίλυση της Ελληνικής κρίσης είναι ευθύνη της Eυρωζώνης και όχι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η επιφυλακτικότητα της Γερμανίας απέναντι στην Ελληνική κρίση δεν αποτελεί παρά μία από τις εμφανείς εκδηλώσεις της σημερινής διάσπασης των Ευρωπαϊκών κρατών. Εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εκπλήρωσε το καθήκον της, είναι γιατί δεν διαθέτει ηγέτες που να επενδύουν στην Ευρωπαϊκή προοπτική».
Αν όμως εμείς οι ίδιοι δεν ξέρουμε τι ακριβώς πρεσβεύουμε εθνικά, πως θα διεκδικήσουμε τη θέση που μας αναλογεί ευρωπαϊκά; Μια θέση στην οποία δεν πρόκειται να φτάσουμε ποτέ με απειλές ή με κλάματα για την απώλεια μέρους της κυριαρχίας μας, με δυο λόγια με εθνοκεντρική έπαρση και με μικροκομματισμό, αντίστοιχα.
Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά όλοι όσοι επί χρόνια τραβούσαν το χειρόφρενο σε κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης, σπρώχνοντας τη χώρα μια ώρα αρχύτερα στο γκρεμό. Πρόκειται για εκείνους που σήμερα, φοβισμένοι από την οργή του κόσμου, μεταθέτουν τις ευθύνες τους, ή διαχέουν τις ενοχές τους.
Μόνο αν κατορθώσουμε να βελτιώσουμε το πολιτικό, οικονομικό και διοικητικό μας σύστημα, θα ενισχυθεί η κυριαρχία μας και θα σταλούν τα κατάλληλα μηνύματα προς όλες τις κατευθύνσεις, εντός και εκτός.
Για να το επιτύχουμε αυτό δεν αρκεί η πίστη στις ικανότητές μας και τις αξίες που έχει πρεσβεύσει η εθνική ιστορική μας κληρονομιά. Είναι ικανή αλλά όχι αναγκαία συνθήκη.
Χρειάζεται να επιλέξουμε την κατάλληλη ηγεσία.
Που να διεκδικεί και να διαπραγματεύεται με σοβαρότητα και επιχειρήματα.
Που να είναι σε θέση να αξιοποιήσει – όχι μόνο με φιλόδοξη δράση αλλά με σχέδιο γνωστό εκ των προτέρων – όλες τις δυνατότητες, όλες τις συνέργειες και όλες τις κρυμμένες ευκαιρίες της κοινωνίας και της οικονομίας, ενώνοντας τους Έλληνες.
Που να μπορεί να εγγυηθεί ότι το σχέδιο αυτό θα το εφαρμόσει σύμφωνα με τις αρχές της διαφάνειας, του υγιούς ανταγωνισμού, της οικονομίας, της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, τις ιστορικές ευθύνες δεν επωμίζεται μόνο η επόμενη ηγεσία, αλλά και οι πολίτες που θα την επιλέξουν με την ψήφο τους.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.