Διημερίδα Δήμου Χίου
«Διαχείριση Ηλεκτρικής Ενέργειας στο Μη Διασυνδεδεμένο Σύστημα Χίου»
Σάββατο 24 Μαΐου 2025
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Επειδή οι ενεργειακές λύσεις δεν χτίζονται πάνω σε ψευδαισθήσεις, θα ήθελα σήμερα να καταρρίψω ορισμένους μύθους.
Πρώτος μύθος: «Η ενέργεια είναι ένας τομέας πολιτικής, ισότιμος με τους άλλους». Όχι. Η ενέργεια είναι η δύναμη που κινεί τα πάντα. Ό,τι μπορούμε να δούμε, να αγγίξουμε ή να ζυγίσουμε είναι, στην ουσία του, μια μορφή ενέργειας. Δεν είναι ορατή, αλλά είναι εκεί – μέσα σε κάθε τι που έχει μάζα και πιάνει χώρο. Αυτός δεν είναι μόνο ένας θεμελιώδης νόμος της φυσικής· είναι ο νόμος της ζωής. Χωρίς ενέργεια, δεν μπορούμε να δουλέψουμε, να κινηθούμε, να προχωρήσουμε. Κι αν δεν είναι φθηνή, καθαρή και αξιόπιστη, δεν μπορούμε να ζούμε καλά. Όλα θα μένουν πίσω: η ναυτιλία, ο τουρισμός, η γεωργία, η παραγωγή. Κι αν δεν είναι αρκετή για όλους, δεν μπορούμε να ζούμε ειρηνικά. Γιατί έλλειψη ενέργειας σημαίνει ανισότητες, εξαρτήσεις, εντάσεις, αβεβαιότητα.
Δεύτερος μύθος: «Η ενεργειακή μετάβαση είναι μια γραμμική διαδικασία με αυτόματη πρόοδο». Όχι. Στην πράξη, η ενεργειακή μετάβαση είναι σύνθετη, είναι ανταγωνιστική και είναι άνιση – με μεγάλες διαφορές από τόπο σε τόπο, αφού δεν έχουν όλοι την ίδια πρόσβαση σε τεχνολογίες, σε υποδομές και σε χρηματοδότηση. Κι αν δεν σχεδιαστεί σωστά, θα βαθύνει τις ανισότητες. Και πρώτα απ’ όλα στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (ΜΔΝ).
Τρίτος μύθος: «Το κράτος ή οι αγορές θα φροντίσουν για όλα». Όχι. Η ενεργειακή μετάβαση δεν έρχεται από τα πάνω – έρχεται και από τα κάτω, που λένε και οι φίλοι μας στην Αριστερά. Και έχουν δίκιο. Δεν γίνεται χωρίς τη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Αν δεν κινητοποιηθούν έγκαιρα οι Δήμοι, οι πολίτες, οι τοπικοί φορείς, ο ηλεκτρικός χώρος θα δεσμευτεί από μεγάλες εξωτερικές επενδύσεις και τα οφέλη θα φύγουν για αλλού.
Ας δούμε τώρα τι συμβαίνει εκεί έξω, την ώρα που μιλάμε για ενεργειακή μετάβαση. Ο κόσμος γίνεται όλο και πιο απρόβλεπτος. Την παγκόσμια οικονομία οδηγεί πια η γεωπολιτική. Οι κανόνες ξαναγράφονται. Οι ισορροπίες μετατοπίζονται. Οι μεγάλες χώρες αναζητούν τον πρώτο ρόλο.
Καμία δεν το δείχνει πιο καθαρά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το σύνθημα του προέδρου Τραμπ, «Make America Great Again» συμπυκνώνει αυτήν ακριβώς τη στροφή: μέσα, περισσότερη παραγωγή – έξω, λιγότερες εξαρτήσεις. Γι’ αυτό οι δασμοί και τα χαμηλά επιτόκια: για να αυξηθούν οι εξαγωγές και για να μειωθεί η εξάρτηση από την Κίνα – είτε αφορά σε πρώτες ύλες είτε στα αμερικανικά ομόλογα που κατέχει το Πεκίνο. Είναι όμως και ένα πρώτο πλήγμα για την Ευρώπη. Περισσότερα εμπόδια στις ευρωπαϊκές εξαγωγές και ακόμα μεγαλύτερη πίεση στη βιομηχανία. Το δεύτερο πλήγμα έρχεται από την Κίνα. Καθώς χάνει την αμερικανική αγορά, στρέφει την υπερπαραγωγή της προς την Ευρώπη. Το φθηνό κινεζικό προϊόν απειλεί να κατακλύσει την ευρωπαϊκή αγορά, σε μια στιγμή που η Ευρώπη προσπαθεί να μετασχηματίσει την οικονομία της. Το τρίτο πλήγμα φέρνει η απότομη αύξηση των αμυντικών δαπανών, λόγω των εξελίξεων στην Ουκρανία, την Ασία και τη Μέση Ανατολή. Ο πρόεδρος Τραμπ, μόλις ανακοίνωσε έναν αμυντικό «θόλο» ύψους 500 δισ. δολαρίων. Και η ΕΕ ακολουθεί με ένα πακέτο 150 δισ. ευρώ για εξοπλισμούς. Αυτά σημαίνουν νέο δημόσιο δανεισμό. Που, αργά ή γρήγορα, θα ανεβάσει τα χαμηλά επιτόκια.
Και ενώ τα πλήγματα διαδέχονται το ένα το άλλο –ανακοίνωσε δασμούς 50% σε όλες τις εισαγωγές από την Ευρώπη, με ισχύ από την 1η Ιουνίου. Ως Ευρωπαϊκή Ένωση, βαδίζουμε πλέον σε τεντωμένο σκοινί. Ούτε με την Αμερική θέλουμε ρήξη, ούτε και με την Κίνα, με την οποία πολλά κράτη-μέλη διατηρούν στενούς εμπορικούς δεσμούς. Το δίλημμά μας είναι πια στρατηγικό: πώς η Ευρώπη θα μείνει ενωμένη, πως θα εξασφαλίσει την αυτονομία της και πως θα γίνει ανταγωνιστική. Και όλα αυτά, σε έναν κόσμο – βαθιά διασυνδεδεμένο – μέσω των εφοδιαστικών αλυσίδων – όπου το κόστος αυξάνεται, η παραγωγή επιβραδύνεται και το δίδυμο υψηλός πληθωρισμός – χαμηλή ανάπτυξη – δηλαδή στασιμοπληθωρισμός – επιστρέφει: Οι αγορές το έχουν ήδη προεξοφλήσει – με πτώση των μετοχών, άνοδο των επιτοκίων και αποδυνάμωση του δολαρίου.
Ας δούμε τώρα την ενεργειακή μετάβαση μέσα σε αυτό το περιβάλλον της επονομαζόμενης μετα-παγκοσμιοποίησης. Το 2024 παρά την ενίσχυση της καθαρής ενέργειας, η αύξηση της ζήτησης καλύφθηκε και από τον άνθρακα, ενώ ο ηλεκτρισμός κάλυψε μόλις το 17% των συνολικών ενεργειακών αναγκών. Την ίδια στιγμή, η κλιματική κρίση επιδεινώθηκε: μόνο το 2024, οι ζημιές κόστισαν στην ΕΕ 28,3 δισ. ευρώ. Συνεπώς, οι κοινωνίες καλούνται να σηκώνουν διπλό βάρος: από τη μία, το κόστος της κλιματικής κρίσης που διαρκώς αυξάνεται· από την άλλη, το υψηλό κόστος της ενεργειακής μετάβασης, αφού οι τεχνολογίες δεν είναι ακόμη πλήρως ώριμες και οικονομικά προσιτές. Μέχρι να μειωθεί το πρώτο, θα χρειαστεί να αντέξουμε και τα δύο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η μετάβαση στην καθαρή ενέργεια θα πρέπει να επιταχυνθεί.
Προσωπικά θεωρώ ότι κάθε καθυστέρηση είναι και πολιτικός και αναπτυξιακός κίνδυνος. Αλλά η μετάβαση – όπως είπα και πριν – δεν είναι ούτε αυτόματη, ούτε κοινωνικά ουδέτερη. Είναι μια σύνθετη διαδικασία που δεν περιορίζεται στο ενεργειακό σύστημα, αλλά επηρεάζει τον τρόπο ζωής, τις μεταφορές, την παραγωγή και την κατανάλωση. Η επιτυχία εξαρτάται από την ικανότητα κάθε κράτους να αναβαθμίσει κρίσιμες υποδομές, να προσελκύσει επενδύσεις και να δώσει ρόλο στην αποκεντρωμένη παραγωγή, την αυτοπαραγωγή και την ιδιοκατανάλωση ενέργειας.
Όλα αυτά έχουν κόστος. Ο δίκαιος επιμερισμός του κόστους αυτού δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό ή ένα πολιτικό αίτημα – είναι όρος για τη νομιμοποίηση της ενεργειακής μετάβασης. Το κρίσιμο ερώτημα «ποιος επωμίζεται τι, πότε και με ποιους πόρους» συνδέεται με τους δυο στόχους που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση: να μειώσει τις εκπομπές ρύπων κατά 55% μέχρι το 2030 και να σταματήσει εντελώς να χρησιμοποιεί πετρέλαιο και φυσικό αέριο μέχρι το 2050.
Οι στόχοι αυτοί τέθηκαν τη διετία 2019-2020, σε συνθήκες σταθερών και χαμηλών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η Ε.Ε. θεωρούσε τότε πως θα διαθέτει φθηνό αέριο ως «καύσιμο-γέφυρα» για τη μετάβαση, υποτιμώντας τους γεωπολιτικούς κινδύνους, ιδίως τη ρωσική εξάρτηση και τον ρόλο της Κίνας στην εφοδιαστική αλυσίδα. Παράλληλα, η αισιοδοξία για τη συνεχή πτώση του κόστους των ΑΠΕ υποβάθμιζε την ανάγκη για επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση και μηχανισμούς εξισορρόπησης – δηλαδή τεχνολογίες και υποδομές που διασφαλίζουν τη σταθερότητα όταν η παραγωγή από ΑΠΕ δεν συμπίπτει χρονικά με τη ζήτηση.
Ήρθε όμως ο πόλεμος στην Ουκρανία και αποκάλυψε την ενεργειακή μας υπερ-εξάρτηση από τη Ρωσία και, ουσιαστικά, κατέρριψε τη «γέφυρα», καθώς το αέριο έπαψε να είναι φθηνό και προβλέψιμο. Η Ε.Ε. έπρεπε να λάβει αμέσως – και έλαβε – τα αναγκαία μέτρα για την απεξάρτησή της από τη Ρωσία: οι κοινές προμήθειες για τη δημιουργία αποθεμάτων, κατασκευή πλωτών αποθηκών (FSRU), επιτάχυνση παρεμβάσεων εξοικονόμησης ενέργειας, προώθηση της αυτό-παραγωγή ρεύματος από νοικοκυριά και ενεργειακές κοινότητες, επιδοτήσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ καθιέρωσε τις ιδιωτικές συμβάσεις σταθερής τιμής (PPA’s). Στις συμβάσεις αυτής της μορφής, ο παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας – συνήθως από ΑΠΕ, δεσμεύεται να την πουλά σε σταθερή τιμή και ο αγοραστής – συνήθως μια επιχείρηση ή ένας προμηθευτής ενέργειας, δεσμεύεται να την αγοράζει για 10 έως 20 χρόνια.
Την ίδια όμως στιγμή, η μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ χωρίς μεγάλες να υπάρχουν επενδύσεις σε δίκτυα και αποθήκευση, προκάλεσε παρενέργειες: έντονες διακυμάνσεις τιμών, πίεση στη βιομηχανία – ήδη, ενεργοβόρες βιομηχανίες μεταφέρουν την παραγωγή εκτός Ε.Ε. και αύξηση του κινδύνου blackouts, όπως συνέβη στην Ισπανία και την Πορτογαλία, στις 28 Απριλίου.
Και εδώ υπάρχει ένας τέταρτος μύθος που καλό είναι να τον ξεκαθαρίσουμε: Η αιτία του blackout ήταν η ξαφνική απώλεια ηλεκτρικής παραγωγής ισχύος περίπου 2,2 GW, κυρίως σε υποσταθμούς στην Γρανάδα και τη Σεβίλλη. Αυτό προκάλεσε μείωση της συχνότητας στο δίκτυο -δηλαδή ανισορροπία ανάμεσα στην παραγωγή και τη ζήτηση ρεύματος. Όταν πέφτει η συχνότητα κάτω από ένα ασφαλές όριο, ενεργοποιούνται αυτόματα συστήματα προστασίας. Έτσι, η Ισπανία και η Πορτογαλία αποσυνδέθηκαν από το υπόλοιπο ευρωπαϊκό δίκτυο και ακολούθησε blackout.
Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι ευθύνονταν οι ΑΠΕ, λόγω της μεταβλητότητάς τους ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες. Δεν ισχύει. Αντίθετα, μονάδες ΑΠΕ συνέχισαν να λειτουργούν και βοήθησαν να αποφευχθεί γενικευμένη κατάρρευση του συστήματος. Το πρόβλημα ήταν η πολύ χαμηλή ηλεκτρική διασύνδεση με την υπόλοιπη Ευρώπη: μόνο 3%, ενώ ο στόχος της Ε.Ε. για το 2030 είναι 15%. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση προβλήματος δεν αντλείται ηλεκτρική ενέργεια από τα υπόλοιπα κράτη. Είναι σαν να έχεις μια σωλήνα μικρής διατομής που δεν επαρκεί για να μεταφέρει όσο ρεύμα είναι απαραίτητο.
Το blackout έδειξε όμως καθαρά ποιες είναι οι 4 προϋποθέσεις της ενεργειακής μετάβασης: 1) διασυνδέσεις, 2) αποθήκευση π.χ. σε μπαταρίες ή με αντλησιοταμίευση, δηλαδή με μεταφορά νερού σε ψηλά σημεία και επαναχρησιμοποίησή του, 3) έξυπνα δίκτυα και 4) αποκέντρωση της παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας. Αν μου επιτρέπετε, να το εξηγήσω: Η αποθήκευση ενέργειας επιτρέπει να κρατάμε το «περίσσευμα» για να το χρησιμοποιήσουμε όταν δεν φυσά ή δεν έχει ήλιο. Τα ευέλικτα και «έξυπνα» δίκτυα αντιδρούν στις απότομες και μεγάλες διακυμάνσεις στην παραγωγή ή στη ζήτηση ενέργειας. Τέλος, αντί όλη η ενέργεια να παράγεται από λίγες μεγάλες μονάδες, θα παράγεται και να καταναλώνεται τοπικά από μικρές μονάδες – π.χ. φωτοβολταϊκά σε στέγες, ή από ενεργειακές κοινότητες ή θα διανέμεται τοπικά με μικροδίκτυα, ώστε να μειώνεται η πίεση στο κεντρικό δίκτυο.
Χωρίς αυτά, το σύστημα παραμένει ευάλωτο – ακόμα κι αν έχουμε άφθονο ήλιο και άνεμο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον που τα πάντα αλλάζουν – το κλίμα, η τεχνολογία και τα γεωπολιτικά – η Ελλάδα έχει μια μεγάλη ευκαιρία να ενισχύσει και την ενεργειακή της ασφάλεια αλλά και τη γεωπολιτική της σημασία, ως γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Και το πετυχαίνουμε.
Καταρχάς έχουμε ευθυγραμμίσει την ενεργειακή μας πολιτική με την ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική. Διαφοροποιήσαμε σημαντικά τις πηγές προμήθειας φυσικού αερίου, περιορίζοντας την εξάρτηση από τη Ρωσία – μείζον θέμα ασφάλειας εφοδιασμού. Αυξήσαμε το μερίδιο των ΑΠΕ στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας φθάνοντας το 46-48% – είμαστε στην πρώτη δεκάδα παγκοσμίως ως προς τη συμμετοχή των ΑΠΕ στο εθνικό ενεργειακό μίγμα. Παράλληλα, απομακρυνόμαστε από τον άνθρακα με τη σταδιακή απόσυρση του λιγνίτη και την προσωρινή σταθεροποίηση του αερίου ως μεταβατικού καυσίμου. Συμμετέχουμε ενεργά στο λεγόμενο target model – ένα ενιαίο μοντέλο οργάνωσης και λειτουργίας των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας. Με στοχευμένες επιδοτήσεις, στηρίξαμε τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, απορροφώντας τις επιπτώσεις της μεταβλητότητας των τιμών – συνέπεια της απελευθέρωσης των αγορών. Μεταρρυθμίσαμε τους μηχανισμούς στήριξης των ΑΠΕ καταργώντας τις εγγυημένες τιμές και υιοθετώντας διαγωνισμούς για την ένταξη νέων έργων στο σύστημα, με στόχο τη συγκράτηση του κόστους. Τέλος, προσπαθούμε – όχι πάντα με επιτυχία – για μια πιο συμμετοχική ενεργειακή μετάβαση πιο συμμετοχική, μέσω του θεσμού των ενεργειακών κοινοτήτων. Η ουσία είναι ότι η μετάβαση προχωρά με κανόνες και εργαλεία, ανάμεσα στους κινδύνους που συνεπάγονται οι γεωπολιτικές εντάσεις, το υψηλό κόστος των αναγκαίων επενδύσεων, οι μεγάλες διακυμάνσεις στις τιμές βασικών πρώτων, όπως το κοβάλτιο, το λίθιο, το νικέλιο.
Αν και δεν βρισκόμαστε στο ίδιο επίπεδο κινδύνου με την Ισπανία – λόγω της διαφορετικής δομής του ενεργειακού μας συστήματος καθώς και του μεγάλου βαθμού ενσωμάτωσης στο δίκτυο της ηπειρωτικής Ευρώπης – το ελληνικό δίκτυο είναι, σε πολλές περιπτώσεις, κορεσμένο ή ανεπαρκές για να μεταφέρει τη μεγάλη παραγωγή από ΑΠΕ, ιδίως στις περιοχές με υψηλή διείσδυση. Αυτό μπορεί να προκαλέσει αστάθεια και να οδηγήσει σε απόρριψη φορτίου – ένα φαινόμενο που εμφανίζεται σε ΜΔΝ και σε περιοχές της ηπειρωτικής χώρας.
Το πρόβλημα επιβαρύνει και η σταδιακή απόσυρση των μονάδων βάσης που παρείχαν σταθερή ισχύ, όπως οι λιγνιτικές. Ωστόσο, διαθέτουμε ευέλικτες μονάδες φυσικού αερίου και υδροηλεκτρικά που εξασφαλίζουν επαρκή εφεδρική ισχύ για την ευστάθεια του συστήματος. Παράλληλα, το σύστημά μας πιέζεται συχνά από τα ακραία καιρικά φαινόμενα, ιδίως όταν συνοδεύονται από βλάβες σε κρίσιμες υποδομές ή μειωμένη παραγωγή από ΑΠΕ. Αν δεν υλοποιηθούν επενδύσεις – της τάξης τουλάχιστον του 1 δισ. ευρώ ετησίως – δεν θα μπορούμε να απορροφήσουμε νέα παραγωγή από ΑΠΕ, ούτε να εντάξουμε μονάδες αποθήκευσης που είναι κρίσιμες για την ευστάθεια του συστήματος, δηλαδή για τη διαχείριση της μεταβλητότητας των ΑΠΕ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διασύνδεση των νησιών δεν είναι απλώς προτεραιότητα – είναι μονόδρομος. Προσωπικά, πάντα ελπίζω για το καλύτερο, αλλά έχω μάθει να προετοιμάζομαι και για το χειρότερο. Ζούμε, άλλωστε, σε μια χώρα που φημίζεται για τις υπερβολές της: ή αγνοούμε τα προβλήματα ή τα δραματοποιούμε, χωρίς να τα σταθμίζουμε ρεαλιστικά. Αυτός ο τρόπος σκέψης διαπερνά κάθε επίπεδο – από την πολιτική και τη διοίκηση, μέχρι την καθημερινότητα. Μιλάμε με ενθουσιασμό για την πράσινη μετάβαση, αλλά τα δίκτυα παραμένουν κορεσμένα ή ανεπαρκή και οι υποδομές αποθήκευσης υπολείπονται. Εγκρίνουμε έργα ΑΠΕ, χωρίς να εξασφαλίζουμε πώς θα εντάσσονται στο σύστημα. Δίνουμε κίνητρα για οικιακά φωτοβολταϊκά, αλλά μόλις οι πολίτες τα εγκαθιστούν, το δίκτυο δηλώνει κορεσμό. Συχνά κυριαρχεί ένας ενθουσιασμός χωρίς υπόβαθρο ή, αντίθετα, ένας σκεπτικισμός που παραλύει κάθε προσπάθεια. Αν δεν κινηθούμε ρεαλιστικά, κάπου στη μέση, κινδυνεύουμε να μείνουμε με το υψηλό κόστος, χωρίς ενεργειακή ασφάλεια και χωρίς ουσιαστικά οφέλη για τους πολίτες και τις τοπικές κοινωνίες
Έρχομαι τώρα στο ζήτημα της διασύνδεσης των νησιών με το ηπειρωτικό σύστημα – που είναι, πάνω απ’ όλα, ζήτημα εθνικής σημασίας – εξίσου κρίσιμο με την άμυνα. Το ηλεκτρικό καλώδιο, μαζί με τις νέες επενδύσεις σε ΑΠΕ και σε έργα αποθήκευσης, ενισχύουν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, σε μια περίοδο που η Τουρκία αμφισβητεί και επιχειρεί να επιβάλει έναν δικό της χάρτη για τις θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Μέσα από αυτόν τον χάρτη, προσπαθεί να παρουσιάσει ελληνικές περιοχές ως δικές της και σκοπεύει να τον στείλει στον ΟΗΕ για να του δώσει «τεχνικό» κύρος και να στηρίξει τις διεκδικήσεις της. Ένα παράδειγμα αυτής της τακτικής ήταν η παράνομη Navtex που εξέδωσε τον Ιανουάριο του 2024 ανάμεσα στη Λέσβο και τη Χίο – σε περιοχή ελληνικής υφαλοκρηπίδας – προσπαθώντας να παρεμποδίσει τις έρευνες για την πόντιση ηλεκτρικού καλωδίου. Η Ελλάδα αντέδρασε αμέσως, ξεκαθαρίζοντας ότι η περιοχή καλύπτεται από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και ότι το έργο της διασύνδεσης είναι ενταγμένο στον ενεργειακό σχεδιασμό της ΕΕ.
Πέρα από αυτό το θέμα αρχής, τα ΜΔΝ συγκεντρώνουν τις πλέον σύνθετες προκλήσεις της ενεργειακής μετάβασης. Το πετρέλαιο – μαζούτ ή ντίζελ – που καίγεται στους Αυτόνομους Σταθμούς Παραγωγής, αποτελεί πρόκληση για το περιβάλλον καθώς και για την ασφάλεια εφοδιασμού, ενώ αυξάνει το κόστος των ΥΚΩ. Σύμφωνα με το ΕΣΕΚ, από τα 32 αυτόνομα ηλεκτρικά συστήματα που λειτουργούν σήμερα, 24 θα αποσυρθούν μέσω διασύνδεσης, ενώ 8 θα παραμείνουν σε καθεστώς ΜΔΝ. Το ζήτημα της ενεργειακής μετάβασης των νησιών δεν είναι μόνο γεωπολιτικό, ή τεχνικό ή περιβαλλοντικό· είναι βαθιά κοινωνικό και αναπτυξιακό. Είναι προϋπόθεση για τη βιωσιμότητα κρίσιμων παραγωγικών δραστηριοτήτων, όπως ο τουρισμός και η αγροδιατροφή. Κάθε καθυστέρηση, διατηρεί την εξάρτηση από το πετρέλαιο, αυξάνει το κόστος για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις και υπονομεύει την εθνική παρουσία σε κρίσιμες θαλάσσιες ζώνες. Για να είναι όμως δίκαιη η μετάβαση χρειάζονται συνδυασμένες πολιτικές, γεωγραφικά στοχευμένες επενδύσεις, ρυθμιστική και θεσμική σταθερότητα, και συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω της πρωτοβουλίας «Clean Energy for EU Islands», προσφέρει στα νησιά της τεχνική υποστήριξη, δυνατότητες δικτύωσης και διάχυση καλών πρακτικών. Οι καλές πρακτικές δείχνουν ότι τα νησιά μπορούν να εξελιχθούν σε πρότυπα ενεργειακής αυτονομίας και καινοτομίας, αρκεί να αντιμετωπιστούν οι πάσης φύσεως θεσμικές και τεχνικές ανεπάρκειες και να ενεργοποιηθούν οι τοπικές κοινωνίες. Επίσης, δημιούργησε το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων, το οποίο χρηματοδοτεί πιλοτικά έργα υβριδικών σταθμών που συνδυάζουν ΑΠΕ, αποθήκευση και έξυπνη διαχείριση της ενέργειας, καθώς και το νέο Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής για την περίοδο 2021-2027.
Ως επικεφαλής του εθνικού σχεδιασμού για τη δίκαιη αναπτυξιακή μετάβαση των περιοχών εξόρυξης λιγνίτη — δηλαδή της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης — πέτυχα την ένταξη και των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών (ΜΔΝ) στη χρηματοδότηση του νέου Ευρωπαϊκού Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης. Η ένταξη αυτή δεν ήταν αυτονόητη. Οι υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είχαν αρχικά απορρίψει το αίτημα, με το επιχείρημα ότι η ενεργειακή μετάβαση στα νησιά δεν συνεπάγεται άμεση απώλεια θέσεων εργασίας — μια εκ των θεμελιωδών προϋποθέσεων για τη χρηματοδότηση από το Ταμείο, η οποία πράγματι ίσχυε στις περιοχές εξόρυξης λιγνίτη.
Κατά τις σχετικές διαπραγματεύσεις, αποδείξαμε ότι αν δεν στηριχθούν τα νησιά οι συνέπειες για το παραγωγικό και, συνακόλουθα, για το ανθρώπινο κεφάλαιό τους, καθώς και για το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, θα είναι σημαντικές για τους εξής λόγους: 1) Η μετάβαση συνεπάγεται υψηλότερο κόστος λόγω των χαρακτηριστικών της νησιωτικότητας: μικρή οικονομική κλίμακα, περιορισμένη παραγωγική διαφοροποίηση, έλλειψη τεχνικού και επιστημονικού δυναμικού. 2) Οι αρνητικές επιπτώσεις επιτείνονται από τις ευρωπαϊκές πολιτικές: η επέκταση του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών ρύπων στη ναυτιλία και η κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων για τις αερομεταφορές επιβαρύνουν άμεσα τις νησιωτικές οικονομίες. 3) Η εξάρτηση από το πετρέλαιο και η ένταξή του στο τοπικό παραγωγικό σύστημα διαφέρει από νησί σε νησί, όπως και η ικανότητα αναδιάρθρωσης της τοπικής οικονομίας – γεγονός που μεταφράζεται σε άνιση κατανομή του κινδύνου απώλειας θέσεων εργασίας. 4) Η μετάβαση αποτελεί προϋπόθεση για τον βιώσιμο μετασχηματισμό των βασικών παραγωγικών τομέων των νησιών, όπως ο τουρισμός και η γαλάζια οικονομία, που είναι και οι μεγαλύτεροι καταναλωτές ενέργειας. 5) Οι επενδύσεις που απαιτούνται είναι τεχνικά υλοποιήσιμες μόνο αν: αυξηθεί ο διαθέσιμος ηλεκτρικός χώρος στα διασυνδεδεμένα νησιά και αν εγκατασταθούν υβριδικοί σταθμοί ΑΠΕ με αποθήκευση στα μη διασυνδεδεμένα.
Αυτή η επιχειρηματολογία οδήγησε τελικά στην ένταξη των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών στο Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, και, έτσι, τα νησιά απέκτησαν πρόσβαση σε επιπλέον πόρους για επενδύσεις στη διαφοροποίηση των τοπικών οικονομιών, την ενίσχυση της πράσινης επιχειρηματικότητας, τη στήριξη ενεργειακών κοινοτήτων, και την αξιοποίηση των ΑΠΕ με ώριμες τεχνολογίες, προσαρμοσμένες στις ιδιαιτερότητες των νησιών.
Παράλληλα, με την ένταξή τους στον εδαφικό χάρτη της Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, τα νησιά απέκτησαν και ένα πρόσθετο χρηματοδοτικό πλεονέκτημα: οι ιδιωτικές επενδύσεις που υλοποιούνται σε αυτά μπορούν να λαμβάνουν προσαύξηση ενίσχυσης έως και 10%, ανεξαρτήτως της πηγής χρηματοδότησης – δηλαδή όχι μόνο από το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, αλλά και από κάθε άλλο χρηματοδοτικό εργαλείο περιφερειακής ή τομεακής πολιτικής.
Η Χίος, παραμένοντας ενεργειακά απομονωμένη και εξαρτημένη από έναν πετρελαϊκό θερμικό σταθμό υψηλού κόστους και περιβαλλοντικής επιβάρυνσης, ο οποίος καλύπτει και τις ανάγκες των Ψαρών και των Οινουσσών, αντιμετωπίζει σήμερα μια στρατηγική ευκαιρία. Παρά το αξιόλογο δυναμικό ΑΠΕ – με υψηλές αιολικές ταχύτητες, έντονη ηλιακή ακτινοβολία και εκμεταλλεύσιμα γεωθερμικά πεδία που προσφέρονται για γεωργικές χρήσεις και αφαλάτωση – η διείσδυσή τους στο τοπικό ενεργειακό μείγμα παραμένει περιορισμένη, εξαιτίας του κορεσμού του δικτύου και της απουσίας υποδομών αποθήκευσης. Η επικείμενη διασύνδεση θα δημιουργήσει χώρο για νέα έργα ΑΠΕ, θα μειώσει το ενεργειακό κόστος και θα ενισχύσει την ασφάλεια εφοδιασμού, ενώ, ταυτόχρονα, θα καταστήσει επιτακτική την υλοποίηση έργων αποθήκευσης, κρίσιμων για τη σταθερότητα και την ευελιξία του συστήματος.
Έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην ενεργειακή μετάβαση της Χίου μπορούν να παίξουν και οι ενεργειακές κοινότητες. Σε επίπεδο χώρας, η πλειονότητα των αιτήσεων αφορά εμπορικά έργα και μόλις το 4,4% των ηλεκτρισμένων έργων σχετίζονται με αυτοπαραγωγή, ενώ το 61% των αιτήσεων που απορρίφθηκαν οφείλεται στον κορεσμό των δικτύων – ένα φαινόμενο ιδιαίτερα έντονο στα ΜΔΝ και σε περιοχές με αυξημένη διείσδυση ΑΠΕ. Η κατάσταση επιδεινώθηκε κατά τη μετάβαση από το παλαιό καθεστώς net metering στο σημερινό σύστημα net billing. Στο παλαιό καθεστώς, η ενέργεια που παράγεις – π.χ. με φωτοβολταϊκά στη στέγη – συμψηφιζόταν με την ενέργεια που καταναλώνεις σε ετήσια βάση. Δεν σε ένοιαζε πότε παράγεις και πότε καταναλώνεις – αρκεί να παρήγαγες περίπου όσο καταναλώνεις. Αντίθετα, στο νέο καθεστώς, η ενέργεια που παράγεις και η ενέργεια που καταναλώνεις δεν συμψηφίζονται πλέον αυτόματα, αλλά τιμολογούνται ξεχωριστά. Δηλαδή, πουλάς την ενέργεια που παράγεις σε τιμή «χονδρικής» και αγοράζεις την ενέργεια που καταναλώνεις σε τιμή «λιανικής» – η οποία περιλαμβάνει και τέλη, ρυθμιζόμενες χρεώσεις, κ.λπ. Συνεπώς, όσοι δεν διαθέτουν σύστημα αποθήκευσης, πουλούν φθηνά και αγοράζουν ακριβά, με αποτέλεσμα τη μείωση της αυτοκατανάλωσης αλλά και του οικονομικού οφέλους.
Η Ρυθμιστική Αρχή εισήγαγε μεν νέα εργαλεία για την αξιολόγηση των αιτήσεων σε κορεσμένα δίκτυα, καθώς και κριτήρια ιεράρχησης που ευνοούν μικρά έργα, ωστόσο, η αλλαγή του πλαισίου και η καθυστερημένη προσαρμογή των χρηματοδοτικών εργαλείων, οδήγησε σε κατακόρυφη πτώση των αιτήσεων μετά τον Σεπτέμβριο 2024. Παρά τις δυσκολίες αυτές, το 62% των νέων αιτήσεων αφορά πλέον συστήματα με δυνατότητα αποθήκευσης, γεγονός που δείχνει την αλλαγή δυναμικής, αλλά και την ανάγκη ανασχεδιασμού των εργαλείων στήριξης, ώστε να ευνοείται η πραγματική αυτοπαραγωγή.
Το πρόγραμμα «Απόλλων», σχεδιάστηκε για να ενισχύσει ευάλωτα νοικοκυριά, ΟΤΑ και τοπικούς φορείς μέσω Ενεργειακών Κοινοτήτων. Η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου δεν συμμετείχε και αυτό δείχνει την ανάγκη περιφερειακής κινητοποίησης, αλλά και τις αντικειμενικές δυσκολίες που προκάλεσαν οι παραπάνω αλλαγές, ιδίως στις νησιωτικές περιοχές που αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα κορεσμό δικτύου και περιορισμένη τεχνική υποστήριξη.
Επειδή όμως ο σχεδιασμός της ενεργειακής μετάβασης πρέπει να έχει τοπικό χαρακτήρα, να βασίζεται στην κοινωνική συμμετοχή και να απαντά στις ανάγκες της τοπικής οικονομίας και του φυσικού περιβάλλοντος, θα ήθελα να καταθέσω επτά προτάσεις, οι περισσότερες από τις οποίες μπορούν να υλοποιηθούν με την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων και εργαλείων.
Συμμετοχή του Δήμου στη διαβούλευση για τον ακριβή σχεδιασμό της διασύνδεσης.
Κατάρτιση από τον Δήμο με τη συμμετοχή των τοπικών φορέων ενός ολοκληρωμένου τοπικού ενεργειακού σχεδιασμού – ενός τοπικού ΣΕΚ με εναρμονισμένους στόχους με το Εθνικό.
Στροφή σε συμμετοχικές μορφές παραγωγής ενέργειας από ενεργειακές κοινότητες με τη συμμετοχή του Δήμου και άλλων τοπικών φορέων.
Δημιουργία «ζωνών ενεργειακής μετάβασης» σε κομβικές υποδομές του νησιού, όπως τα σχολεία, το Νοσοκομείο και τα δίκτυα ύδρευσης, όπου μπορούν να υλοποιηθούν πιλοτικά έργα αυτοπαραγωγής, αποθήκευσης και ευφυούς διαχείρισης φορτίου.
Εξοικονόμηση ενέργειας στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα – με έμφαση: στην ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών («Εξοικονομώ»), στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των δημοτικών κτιρίων και στην ενεργοποίηση επαγγελματικών φορέων και ΜμΕ για την εφαρμογή λύσεων εξοικονόμησης – οι κατοικίες και οι εμπορικές χρήσεις καλύπτουν το 70%-80% της κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.
Πιλοτικές εφαρμογές αποθήκευσης και έξυπνων δικτύων σε συνεργασία με τον ΔΕΔΔΗΕ ώστε να ενισχυθεί η απορρόφηση ΑΠΕ και η διαχείριση των αιχμών.
Ωρίμανση και προώθηση μικρών αποκεντρωμένων μονάδων ΑΠΕ πριν δεσμευτεί ηλεκτρικός χώρος από μεγάλης κλίμακας έργα.
Η Χίος βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική συγκυρία: να γίνει πρότυπο νησιωτικής ενεργειακής μετάβασης. Γιατί η μετάβαση δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι ο λογαριασμός του ρεύματος, η ποιότητα ζωής, η εργασία, η ανάπτυξη. Και επειδή ακούγονται υπερβολές, ας είμαστε ρεαλιστές: η Χίος δεν θα γίνει ενεργειακός κόμβος από μία μόνο μεγάλη επένδυση. Ούτε η μετάβαση μπορεί να γίνει υπόθεση λίγων ή να προχωρήσει με σχέδια που έρχονται απ’ έξω και αφήνουν απ’ έξω την τοπική κοινωνία. Η διασύνδεση όμως πλησιάζει – και μαζί της, ο κίνδυνος να δεσμευτεί όλος ο ηλεκτρικός χώρος από μεγάλους εξωτερικούς παίκτες. Αν συμβεί αυτό, τα οφέλη θα φύγουν από το νησί. Η απάντηση είναι λοιπόν μία: άμεση κινητοποίηση. Από τους πολίτες, τον Δήμο, τους φορείς για να ωριμάσουν μικρές, καλά σχεδιασμένες, μονάδες ΑΠΕ, που θα ανήκουν σε όλους εμάς. Αν κινηθούμε έγκαιρα, τα οφέλη θα ανακυκλώνονται εδώ – και θα στηρίζουν τη δική μας οικονομία, τη δική μας κοινωνία. Αν όμως μείνουμε αδρανείς, η ευκαιρία θα χαθεί – και μαζί της, το δικαίωμά μας να διαμορφώσουμε το δικό μας ενεργειακό και αναπτυξιακό μέλλον.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.