Εκδήλωση Money and Show
«Πράσινη Επιχειρηματικότητα και Απασχόληση»
ATHENS MARRIOTT HOTEL
20 Απριλίου 2024
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: «Η φιλοδοξία» – που κατά Δαρβίνο «δεν ξέρει τι θα πει κίνδυνος» – οδήγησε τον άνθρωπο στην άγρια εκμετάλλευση της φύσης προκαλώντας την κλιματική αλλαγή. Έστω και αργά, ο άνθρωπος απέρριψε το μεταπολεμικό μοντέλο της απεριόριστης ανάπτυξης με περιορισμένους φυσικούς πόρους – δεκαετία του ’60. Δια της αρχής της «βιωσιμότητας», πρόταξε την ανάγκη ισόρροπης προστασίας του περιβάλλοντος – δεκαετία του ’70, ενώ υπόδειξε τη «βιώσιμη ανάπτυξη» ως τη λύση που ικανοποιεί τις σημερινές ανάγκες χωρίς να υπονομεύει τη δυνατότητα των επόμενων γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους – δεκαετία του ’80. Μετά την έκκληση του ΟΗΕ για εκμετάλλευση των φυσικών πόρων με ρυθμό μικρότερο από τον ρυθμό ανανέωσής τους, η ΕΕ αποφάσισε να ενσωματώσει την περιβαλλοντική διάσταση στις πολιτικές της – δεκαετία του ’90.
Τότε πρόβαλε η «Πράσινη Ανάπτυξη» ως το πρότυπο που δεν παραβιάζει τη φέρουσα ικανότητα της φύσης και ενσωματώνει στην οικονομική διάσταση της ανάπτυξης την περιβαλλοντική και την κοινωνική παράμετρο, ενώ επήλθε και παγκόσμια συμφωνία να συγκρατηθεί η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη κάτω από τους 2°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, μέσω της ενεργειακής μετάβασης σε μία οικονομία χωρίς άνθρακα με χρήση των ΑΠΕ (δεκαετία του 2000). Κατόπιν, η παγκόσμια οικονομική κρίση ανέδειξε ως λύση την «Πράσινη Οικονομία», με την ΕΕ να επιδιώκει, μέσω της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, την κλιματική ουδετερότητα μέχρι το 2050, με μεταρρυθμίσεις, με πλήρη ενσωμάτωση της βιωσιμότητας στις πολιτικές της και με την πρωτοβουλία για δίκαιη μετάβαση ώστε κανείς να μη μείνει πίσω (δεκαετία του 2010). Πρόσφατα, ο ΟΗΕ (COP28) κάλεσε σε επιτάχυνση της απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα -τη ρίζα του προβλήματος που οδήγησε στην κλιματική αλλαγή και προκάλεσε την κλιματική κρίση.
Πλέον, το νέο πρότυπο που συγκροτήθηκε με στόχο να δημιουργήσει ανάπτυξη και νέες θέσεις εργασίας, αντιμετωπίζει το περιβάλλον ως ζωτικό πυλώνα της οικονομίας και της βιωσιμότητας της κοινωνίας, δίνοντας έμφαση στην ορθολογική διαχείριση και χρήση της ενέργειας και στην ανάπτυξη των ΑΠΕ. Οι επενδύσεις και η καινοτομία, μαζί με την αναβάθμιση των δεξιοτήτων και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, θεωρούνται σήμερα τα κύρια συστατικά για την ανταγωνιστικότητα και την προσέγγιση της επιχειρηματικότητας με την κοινωνία. Κατά τον ΟΗΕ, αυτός είναι ο τρόπος για να αντιμετωπιστούν οι κρίσεις της σύγχρονης εποχής, με προμετωπίδα την «Πράσινη Επιχειρηματικότητα» η οποία ανταποκρίνεται μεν στην ανάγκη των επιχειρήσεων για κερδοφορία αντιμετωπίζει όμως το περιβάλλον ως ευκαιρία και όχι ως εμπόδιο.
Ωστόσο, μία βιώσιμη «Πράσινη Επιχείρηση» δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Πρέπει να συμβάλει η οικογένεια, με την ανατροφή των παιδιών με περιβαλλοντικές αρχές, οι επιχειρήσεις, με την υιοθέτηση φιλικών προς το περιβάλλον τεχνολογιών, το κράτος, με το κατάλληλο θεσμικό και ρυθμιστικό πλαίσιο, με τα κίνητρα, με τις κρατικές προμήθειες, με την εκπαίδευση κ.λπ., οι ίδιοι οι καταναλωτές, πιέζοντας ανάλογα τις κυβερνήσεις και τις επιχειρήσεις, τα πανεπιστήμια, με την έρευνα και τη στήριξη των spinoffs, και, τέλος, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, με τα «πράσινα» επενδυτικά κεφάλαια, όπως τα «πράσινα ομόλογα, καθώς και με το αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον για εταιρείες που εφαρμόζουν κριτήρια ESG (Environment, Social, Governance).
Είναι σαφές ότι οι επιχειρήσεις που επενδύουν στη βιώσιμη ανάπτυξη προβάλλοντας εταιρική υπευθυνότητα, κοινωνική ευσυνειδησία και επιχειρηματική ηθική, δύσκολα αντιμετωπίζουν πρόβλημα βιωσιμότητας, γιατί με τις επενδύσεις αυτές διαφοροποιούνται, καινοτομούν και ενισχύσουν την ανταγωνιστική τους θέση. Είναι εξίσου σαφές ότι η «Πράσινη Επιχείρηση», ακριβώς επειδή βασίζεται στην τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία, θα μεταβάλει εκ βάθρων την αγορά εργασίας δημιουργώντας νέα επαγγέλματα υψηλής εξειδίκευσης, γεγονός που καθιστά αναγκαία την προσαρμογή του ανθρώπινου δυναμικού μέσω προγραμμάτων κατάρτισης (skilling) τα οποία εστιάζουν στην αναβάθμιση δεξιοτήτων (upskilling) και στην επανακατάρτιση (reskilling), ενώ κύριο ρόλο, αν όχι τον κυριότερο, θα παίξει η τεχνητή νοημοσύνη.
Η χώρα μας απέκτησε τα τελευταία πέντε χρόνια ένα ελκυστικό πλαίσιο για την ανάπτυξη της «Πράσινης Οικονομίας», το οποίο συγκροτούν οι στρατηγικές και τα σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα, τη διαχείριση των αποβλήτων, τη δίκαιη αναπτυξιακή μετάβαση, την κυκλική οικονομία κ.ά., η σταθερή και ελκυστική νομοθεσία, οι επιχορηγήσεις και τα κίνητρα για επενδύσεις σε βιώσιμες πρακτικές και, κυρίως, τα χρηματοδοτικά προγράμματα του ΕΣΠΑ και του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ενώ διαθέτει σπουδαίο συγκριτικό πλεονέκτημα λόγω του πλούσιου φυσικού περιβάλλοντος, της γεωγραφικής της θέσης και του δυναμικού ΑΠΕ, αλλά και των περιθωρίων για ακόμα μεγαλύτερη βελτίωση σε τομείς όπως η ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων, η κυκλική οικονομία, η ηλεκτροκίνηση κ.ά. Συνεπώς, μπορεί να αναπτύξει μια μεγάλη εσωτερική αγορά «Πράσινων Επιχειρήσεων» εφόσον βελτιώσει περισσότερο το παραπάνω πλαίσιο και αντιμετωπίσει εμπόδια όπως τα αυξημένα κόστη της ενέργειας και η έλλειψη τεχνογνωσίας, εξειδίκευσης και κατάρτισης καθώς και κεφαλαίων, που, όπως επισημαίνει σχετική μελέτη της ΓΣΕΒΕΕ, έχουν ως κοινό παρονομαστή την έλλειψη οικονομιών κλίμακας η οποία συνδέεται και οξύνεται από το πολύ μικρό μέγεθος των ελληνικών ΜμΕ, όπως βεβαιώνει και το χαμηλό ποσοστό εκείνων που πρωτοπορούν στην «Πράσινη Οικονομία»: 9%, στην Ελλάδα, έναντι 32% παγκοσμίως.
Επειδή όμως η στήριξη της «Πράσινης Οικονομίας» απαιτεί ισχυρούς δημόσιους πόρους, ενώ η «Πράσινη Επιχείρηση» αντιμετωπίζει υπερβολικά κόστη με αποτέλεσμα την αποβιομηχάνιση της ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδίασε έναν εισπρακτικό διασυνοριακό μηχανισμό φορολόγησης του CO2, τον CBAM (Carbon Border Adjustment Mechanism) για να αντιμετωπίζει τα εισαγόμενα προϊόντα όπως τα εγχώρια. Ο μηχανισμός έχει στόχο να καταπολεμήσει την επονομαζόμενη «διαρροή άνθρακα» η οποία συμβαίνει όταν η τιμή του άνθρακα αυξάνει το κόστος στους τομείς με υψηλές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, με αποτέλεσμα η παραγωγή να μεταφέρεται σε τρίτες χώρες ή να γίνονται εισαγωγές. Ο CBAM θα καταργήσει σταδιακά, από το 2026, τα δωρεάν δικαιώματα CO2 που χορηγούνται στις ευρωπαϊκές βιομηχανίες για να διατηρήσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητά τους και θα επιβάλλει φόρο άνθρακα σε εισαγόμενα προϊόντα και πρώτες ύλες υψηλού ανθρακικού αποτυπώματος (σίδηρος, χάλυβας, τσιμέντο, λιπάσματα, αλουμίνιο κ.ά.). Αρχικά και έως το τέλος του 2025, θα επικεντρώνεται κυρίως σε αναφορές για το ανθρακικό αποτύπωμα των προϊόντων αυτών, ενώ έως το 2030, θα επεκταθεί σε άλλους τομείς του ευρωπαϊκού χρηματιστηρίου ρύπων (ETS).
Οι ευρωπαίοι βιομήχανοι θεωρούν όμως ότι ο CBAM θα αυξήσει τις τιμές των προϊόντων καθώς θα αυξηθούν οι τιμές των εισαγόμενων πρώτων υλών, ενώ φοβούνται ότι, τελικά, δεν θα επιβληθεί φόρος στα εισαγόμενα εφόσον συνοδεύονται από πιστοποιητικά παραγωγής τους με χαμηλό αποτύπωμα άνθρακα ή επιβάρυνσής τους με αντίστοιχο φόρο στη χώρα προέλευσης. Αν αυτό συμβεί, αρκεί το Ταμείο Καινοτομίας ύψους 40 δισ. ευρώ που δημιουργήθηκε για να στηρίξει την ευρωπαϊκή βιομηχανία; Ιδού ένα κρίσιμο θέμα που δεν θα συζητηθεί ενόψει των Ευρωεκλογών αλλά και δεν βλέπω ποιος εκ των υποψηφίων θα μπορούσε να μετάσχει σε τέτοια συζήτηση, με εξαιρέσεις, βεβαίως, δυστυχώς όμως ελάχιστες. Η ουσία πάντως είναι ότι ο CBAM άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση περί της τιμολόγησης του άνθρακα σε παγκόσμιο επίπεδο.
Εν κατακλείδι, οι αλλεπάλληλες κρίσεις των τελευταίων ετών καθώς και οι πολεμικές αναμετρήσεις στην Ουκρανία και, πρόσφατα, στη Μέση Ανατολή, επηρέασαν και επηρεάζουν αρνητικά τις εξελίξεις. Αλλοίμονο δε αν ο Trump επανέλθει στην εξουσία μετά τις επερχόμενες αμερικανικές εκλογές και αν επικρατήσει στις επικείμενες Ευρωεκλογές η αντιευρωπαϊκή δημαγωγία της διαλυτικής ακροδεξιάς και της αλλοπρόσαλλης αριστεράς. Όσο περνά από το χέρι μας ας αποτρέψουμε αυτόν τον εφιάλτη. Η Ελλάδα δεν μπορεί και δεν πρέπει να γυρίσει πίσω.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.