Η Ελλάδα και η ευρωπαϊκή «μεταρρυθμιστική συναίνεση»
Ο ρόλος του ΕΣΠΑ 2007-2013
Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2008
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Με τη φράση «δεν συνασπίζουμε κράτη, ενώνουμε λαούς» ο Jean Monnet περιέγραψε πως οι αντιπαραθέσεις μπορούν να μετατραπούν σε ενότητα μέσα από μια πολιτική οργάνωση των κοινωνιών στη βάση κοινών συμφερόντων και όχι μέσα από ένα οικονομικό συνασπισμό που θα αντιμετώπιζε πρόσκαιρα τη μεταπολεμική αβεβαιότητα.
Η μετάβαση σε Ένωση, με μια λέξη η «ολοκλήρωση», ξεκίνησε ως οικονομική, με την ενιαία αγορά και το κοινό νόμισμα, και εξελίχθηκε σε πολιτική, με την κατάργηση των φυσικών και οικονομικών συνόρων, όπου το κέντρο, δια της επικουρικότητας, συντονίζει μια συνένωση πολιτικά κυρίαρχων κρατών. Την οικονομική ολοκλήρωση στήριξαν και οι φίλοι και οι εχθροί της πολιτικοποίησης της οικονομίας (αριστεροί, δεξιοί) παρά τους φόβους ηγεμόνευσης των μεγάλων σε αντίθεση με την πολιτική ολοκλήρωση όπου εκεί οι φόβοι είναι βάσιμοι (δυναμικότητα versus ισοτιμία). Η εναρμόνιση των πολιτικών, κοινών (αντικαθιστούν τις εθνικές) και Κοινοτικών (συμπληρώνουν τις εθνικές) και η προσπάθεια σύγκλισης, με μια λέξη το «κεκτημένο», χωρίς να επιδιώκει συγχώνευση των οικονομιών, διασφάλισε τη λειτουργία της οικονομικής ολοκλήρωσης μέσω μιας κοινής αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της οικονομίας.
Και η ολοκλήρωση και το κεκτημένο εξελίχθηκαν μέσα από αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς («Κοινοτική μέθοδος»). Παρά τις διαφωνίες Ευρω-σκεπτικιστών και Ευρω-αισιόδοξων, η Ένωση, αφού διευρύνθηκε γεωγραφικά και ενισχύθηκε θεσμικά, είναι σήμερα μια ισχυρή παγκόσμια οικονομική δύναμη. Της λείπει βέβαια ακόμη ένας αριθμός τηλεφώνου, όπως είχαν πει, περιπαικτικά αλλά εύστοχα, οι Αμερικανοί. Όμως να μην ξεχνάμε ότι οι διαφωνούντες Ευρωπαίοι ήταν εκείνοι που έβαλαν το πλαίσιο αντιμετώπισης της πρόσφατης κρίσης. Πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθούν οι επόμενες Προεδρίες Τσεχίας και Σουηδίας, παρά τις μινιμαλιστικές τους θέσεις απέναντι στην ολοκλήρωση και τη μη συμμετοχή τους στην Ευρωζώνης.
Τίποτε πλέον δεν μπορεί να ανακόψει την πορεία της Ένωσης στο μέλλον. Η 28χρονη συμμετοχή μας στην πορεία αυτή, άλλοτε με κανονικό βηματισμό και άλλοτε όχι, ενίσχυσε την πολιτική και οικονομική μας θέση όσο ποτέ άλλοτε στην Ελληνική ιστορία. Δεν κατόρθωσε όμως να αλλάξει σημαντικά την αντίληψη που έχουμε ως κοινωνία για την Ένωση και το ρόλο μας σε αυτή. Οι υποχρεώσεις ορθής διαχείρισης των πόρων και εφαρμογής των πολιτικών ακόμα και όταν αυτές βρίσκονται εκτός του παραδοσιακού αναπτυξιακού μας προτύπου, δεν είναι καθολικά αποδεκτές.
Τόσο ως στέλεχος της Επιτροπής επί 16 χρόνια όσο και ως κυβερνητικό στέλεχος επί 5 σχεδόν χρόνια προσπάθησα, στο μικρό μερίδιο που μου αναλογούσε, να υπερασπιστώ την ανάγκη να είμαστε ένας συνεπής εταίρος που παράγει δουλειά υψηλού επιπέδου, σέβεται αυστηρά χρονοδιαγράμματα και διαπραγματεύεται με σοβαρότητα και επιχειρήματα. Η προσπάθεια αυτή ίσως και να ήταν περιττή αν η χώρα μας διέθετε παραδοσιακά μια ποιοτική, σταθερή και κωδικοποιημένη Νομοθεσία, μια αποτελεσματική, εξωστρεφή, συνεπή, αντιγραφειοκρατική ΔΔ και μια καλύτερη συνεργασία ανάμεσα στο δημόσιο, ιδιωτικό, αυτόδιοικητικό και κοινωνικό τομέα.
Από τη θητεία μου στο ΥΠΟΙΟ ως ΓΓ αρμόδιος για την οργάνωση και το συντονισμό της διαχείρισης των Διαρθρωτικών Ταμείων, ξεχωρίζω τρία σημεία, ενδεικτικά της προσπάθειας που προανέφερα :
Πρώτο, τη δημιουργία ενός, υψηλών προδιαγραφών, ΣΔΕ και την ορθολογική και σταδιακή προσαρμογή του αρχικού σχεδιασμού του ΚΠΣ που διασφάλισαν, θα ήθελα να πω διέσωσαν, τους πόρους και καθιέρωσαν, όπως αναγνώρισε και η Επιτροπή, μια σχέση εμπιστοσύνης μαζί της κάτι που επιβεβαιώθηκε, για 1η φορά μετά από πολλά χρόνια, στην ετήσια έκθεσή του ΕΕΣ για το 2006.
Δεύτερο, την εξασφάλιση 20,1 δις € για την περίοδο 2007-2013, που παρά τους δημοσιονομικούς περιορισμούς λόγω της διεύρυνσης και την συνακόλουθη έξοδο του 63% του πληθυσμού μας από τον αμιγή στόχο 1, μας έδωσαν την 1η μεγαλύτερη καθαρή θέση στους 15 και την 4η στους 27, αλλά και την εξασφάλιση υψηλότατων ποσοστών ενίσχυσης στις επιχειρήσεις μέσω του Ελληνικού χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων που εγκρίθηκε 1ος στους 27.
Τρίτο, την έγκριση του ΕΣΠΑ, 2ο στα 27 και 1ο μεταξύ των χωρών Συνοχής αλλά και τα εύσημα που λάβαμε από την Επιτροπή για την αναπτυξιακή στρατηγική που επιλέξαμε για να μετατρέψουμε την πολυμορφία και τη διαφορετικότητα των περιφερειών μας σε προστιθέμενη αξία. Να τονίσω εδώ ότι το ΕΣΠΑ σχεδιάστηκε στη βάση δύο νέων για την Ελλάδα παραμέτρων: τη σημαντική διαφοροποίηση της γεωγραφικής επιλεξιμότητας των ελληνικών περιφερειών σε σχέση με τα τρία ΚΠΣ καθώς και τον αυστηρό προσανατολισμό στη ΣτΛ.
Να σας θυμίσω ότι για την επίτευξη των στόχων της ΣτΛ που είναι μια οριζόντια πολιτική στοχοθέτηση, το ΕΣ ζήτησε, το Μάρτιο του 2005, την κινητοποίηση όλων των μέσων περιλαμβανομένης και της θεσμοθετημένης από τη Συνθήκη Πολιτικής Συνοχής. Βούληση που αποτυπώθηκε σε όλα τα στρατηγικά, πολιτικά και κανονιστικά έγγραφα της Κοινότητας (ΣΚΓ για τη Συνοχή, Κανονισμός ΔΤ). Έτσι, η μείωση του χάσματος μεταξύ πλούσιων και φτωχών περιφερειών κατέστη συμβατή με το τρίπτυχο της ΣτΛ «ελκυστικότητα για επενδύσεις», «γνώση και καινοτομία», «περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας» αλλά με προσαρμογές ανάλογα με την Περιφέρεια: υψηλή συμβατότητα στις πλούσιες, χαμηλή στις λιγότερο ανεπτυγμένες όπου οι βασικές υποδομές εξακολουθούν να είναι αναγκαίες. Έτσι, η Πολιτική Συνοχής γίνεται εργαλείο της ΣτΛ τείνοντας να αποτελέσει θα μπορούσε να πει κανείς και την περιφερειακή της διάσταση.
Στο ΕΣΠΑ επιλέξαμε θεματικές προτεραιότητες που συνδύασαν άριστα Συνοχή και ΣτΛ (επένδυση στον Παραγωγικό Τομέα, το Θεσμικό Περιβάλλον, την Γνώση και την Καινοτομία, την Απασχόληση και Κοινωνική Συνοχή και, τέλος, την Ελκυστικότητα της χώρας και των Περιφερειών της, ως τόπου επένδυσης, εργασίας και διαβίωσης) τις οποίες χρηματοδοτήσαμε ισόρροπα ώστε η βασική μας επιδίωξη να μην εξαρτάται από την επιτυχία της πιο ευνοημένης χρηματοδοτικά.
Για πρώτη φορά σε στρατηγικό κείμενο της χώρας εξειδικεύσαμε τις προτεραιότητες αυτές ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του χώρου (μητροπολιτικά κέντρα και μεσαίου μεγέθους πόλεις, ορεινές περιοχές, νησιωτικά συμπλέγματα, αγροτικές περιοχές ή περιοχές που συνδέονται με την αλιεία) και θέσαμε στόχους άμεσα συνδεδεμένους με αυτόν όπως την ανάπτυξη ενός ισόρροπου και πολυκεντρικού αστικού συστήματος και μιας νέας σχέσης πόλης – υπαίθρου, την εξασφάλιση της ισότητας πρόσβασης σε υποδομές και στη γνώση, την αειφόρο ανάπτυξη και ορθολογική διαχείριση και προστασία της κληρονομιάς μας, φυσικής και πολιτιστικής.
Δώσαμε έμφαση στην περιφερειακή διάσταση του ΕΣΠΑ αναπτύσσοντας στρατηγική για κάθε χωρική ενότητα με κατάλληλη εξειδίκευση των αναπτυξιακών παρεμβάσεων, ιδίως εκείνων για το ανθρώπινο δυναμικό και προετοιμάσαμε τη μετάβαση από τις επιδοτήσεις στην παροχή δανεισμού με ευνοϊκούς όρους, σχεδιάζοντας καινοτόμα χρηματοδοτικά εργαλεία που προωθούν τη μόχλευση κεφαλαίων. Η ευόδωση της προσπάθειας αυτής, θα σηματοδοτήσει την επιδιωκόμενη αλλαγή χρηματοοικονομικής φιλοσοφίας αλλά και επιχειρηματικής νοοτροπίας, θέτοντας τους υποψήφιους επενδυτές ενώπιον πιο αυξημένων υποχρεώσεων σε σχέση με την παροχή επιδοτήσεων.
Τέλος για την εφαρμογή, δηλαδή για το ποιος και πώς διαχειρίζεται πόρους και υλοποιεί έργα και ποιος και πώς τον παρακολουθεί και τον ελέγχει, δώσαμε έμφαση στην επιτελική εποπτεία και το συντονισμό των πολιτικών, στην ενδυνάμωση της συνυπευθυνότητας και συνεργασίας περιφερειακών και τοπικών αρχών και στην ενίσχυση της διαχειριστικής και επιχειρησιακής ικανότητας των φορέων για να πάψουν, επιτέλους, να ανατρέπουν τον οικονομικό σχεδιασμό.
Η συμβολή του ΕΣΠΑ στη ΣτΛ επιβεβαιώνεται στο επίπεδο της χρηματοδότησης (το «Earmarking» των πόρων που κατευθύνονται στη ΣτΛ εκτιμάται σε 62% (55% ΚΠΣ) της ΚΣ στις 11 περιφέρειες του Στόχου Σύγκλισης και σε 67% στις 2 περιφέρειες P.In.), των ποσοτικών στόχων (υπηρετείται ο στόχος της Ε.Ε. για απασχόληση στο 70% και για επένδυση 3% του ΑΕΠ στην ΕΤΑ) και, τέλος, των ποιοτικών στόχων (αύξηση παραγωγικότητας, βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος).
Ο νέος τριετής κύκλος της αναθεωρημένης ΣτΛ (2008-2010) που είναι και περίοδος αναφοράς του νέου ΕΠΜ (θα υποβληθεί εντός του 2008), συμπίπτει με την ολοκλήρωση του Γ΄ΚΠΣ και με τα πρώτα έτη εφαρμογής του ΕΣΠΑ. Η επίσημη αποτύπωση της προόδου των μεταρρυθμίσεων περιλαμβάνεται στις εκθέσεις της Επιτροπής, οι οποίες αναγνώρισαν για τη χώρα μας την ισχυρή διασύνδεση των προτεραιοτήτων του ΕΠΜ με το ΕΣΠΑ. Οι όποιες διαφορές σε επιμέρους προτεραιότητες εξηγούνται κυρίως από την έμφαση που αποδίδει το ΕΠΜ στο, εκτός ΕΣΠΑ, μακροοικονομικό πεδίο και από την έμφαση που αποδίδει το ΕΣΠΑ στην χωρική διάσταση και στην ανάπτυξη φυσικών υποδομών ως παράγοντα ελκυστικότητας που δεν αποτελούν κεντρικές προτεραιότητες του ΕΠΜ και της ΣτΛ.
Πάντως, με την τελευταία της σύσταση η Επιτροπή αναγνώρισε την ισχυρή σύνδεση ΕΣΠΑ και ΣτΛ, τη μείωση του αριθμού ΕΠ, τη μείωση της γραφειοκρατίας, την πρόβλεψη μηχανισμών συντονισμού και διατομεακής συνεργασίας για συγκεκριμένες πολιτικές, την αξιοποίηση της δυνατότητας διαχείρισης μέσω ΕΦΔ, την ενίσχυση της επάρκειας των δυνητικών δικαιούχων μέσω της διαδικασίας πιστοποίησης και την προώθηση νέων και βιώσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων.
Με τη μακροοικονομική σταθερότητα, τις μεταρρυθμίσεις και την πολιτική Συνοχής στηρίξαμε τη ΣτΛ, πείθοντας πιστεύω ότι η Λισαβόνα δεν είναι περιορισμός προς αποφυγή, αλλά προδιαγραφή για διατηρήσιμη ανάπτυξη. Και εδώ θα ήθελα να πω ότι επειδή ο αρχικός σχεδιασμός του Γ’ ΚΠΣ δεν συνδέθηκε με τη ΣτΛ, λόγω χρονικής διαφοράς, χρησιμοποιήσαμε τις αναθεωρήσεις του Γ΄ΚΠΣ για τη σταδιακή προσαρμογή σε αυτήν.
Θα κλείσω επανερχόμενος στον Jean Monnet ο οποίος με το σχέδιό του διασφάλισε ειρήνη, σταθερότητα και ευημερία στους Ευρωπαϊκούς λαούς και κατέστησε την Ευρώπη «Ιθάκη» των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών τους επιδιώξεων. Σήμερα, κανείς δεν αρνείται ότι η Ένωση αποτελεί για τη διεθνή κοινότητα πρότυπο οργάνωσης και μοντέλο ανάπτυξης. Όπως κανείς δεν αρνείται ότι μπορούμε ακόμη καλύτερα.
Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι ούτε το κεκτημένο είναι αυτονόητο, ούτε οι πολιτικές προέρχονται από παρθενογένεση. Η διεργασία της ολοκλήρωσης είναι δυναμική και το αποτέλεσμα συν- διαμορφώνεται από πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται κάθε στιγμή από διαφορετικές πολιτικές ηγεσίες. Με τις πολιτικές τους αποφάσεις κατά την πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση, οι ηγέτες απέδειξαν ότι μπορούν να δώσουν στην Ε.Ε. ευελιξία για να ενισχύσει την πολιτική της πυγμή στη νέα παγκόσμια αρχιτεκτονική αλλά και για να την εμπιστευτεί περισσότερο ο Ευρωπαίος πολίτης. Από τις αποφάσεις αυτές είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν θετικές θεσμικές επιπτώσεις για περαιτέρω προώθηση της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης.
Με καλύτερες ρυθμίσεις οικονομικής οργάνωσης που θα διασφαλίζουν τη διαφάνεια των συναλλαγών και θα επιτηρούν αυστηρότερα τους οικονομικούς παράγοντες, με οριζόντιες πολιτικές περισσότερο φίλο-περιφερειακές (περιφερειακή, κοινωνική, ανταγωνισμού) και με πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση των κοινωνικών παραμέτρων της οικονομικής ολοκλήρωσης (μια νέα «σεισάχθεια»), η ΕΕ θα κερδίσει την εμπιστοσύνη του πολίτη, όπως συμβαίνει και με την οικονομία της αγοράς όταν αυτή ανεβάζει το βιοτικό επίπεδο (για να θυμηθούμε και τον Κέινς). Άλλωστε, όπως είχε πει και ο Monnet, «υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: αυτοί που θέλουν να είναι κάποιοι και αυτοί που θέλουν να κάνουν κάτι».
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση και παρά τους κατά καιρούς κραδασμούς, η αδιαμφισβήτητη επιτυχία της Ένωσης καθιστά το κεκτημένο ακλόνητο. Ίσως είναι πολύ νωρίς για μετασχηματισμό σε ομόσπονδο κράτος (προσέγγιση του «όλοι για έναν») αλλά μάλλον είναι πολύ αργά για να παραμείνει μια Ένωση εθνικής κυριαρχίας. Προσωπικά δεν φοβάμαι τη λέξη «ομοσπονδία» γιατί προτιμώ την κυριαρχία δομών από την ηγεμονία κρατών.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.