ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 28.06.2005
Η διαπραγμάτευση για το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ 2007-2013
Αλήθειες και μύθοι των αριθμών
Η διαπραγμάτευση για το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο έληξε δυστυχώς χωρίς την επίτευξη συμφωνίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 17ης Ιουνίου.
Εν αναμονή της ανάληψης της Προεδρίας του Συμβουλίου από το Ηνωμένο Βασίλειο και της ανακοίνωσης των προτεραιοτήτων της, θα πρέπει να γίνουν ορισμένες διευκρινήσεις προς όσους χρησιμοποιούν επιπόλαια «στοιχεία» και «αριθμούς».
Καταρχήν θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι το πλαίσιο της διαπραγμάτευσης ήταν και είναι πολύ διαφορετικό σε σχέση με την περίοδο 2000-2006 κυρίως λόγω της διεύρυνσης και των μεγαλύτερων αναγκών στήριξης των ασθενών οικονομιών των νέων χωρών.
Έτσι, δεν θα πρέπει να αγνοούμε ότι αν και, σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής, οι πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων θα ανέρχονταν στο 1.24% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος (ΑΕΕ) δηλ. σε 1.022.355 δις€ ή περίπου 146 δις€ ετησίως, το οποίο αντιστοιχεί σε πολύ μικρή αύξηση (31% σε σύγκριση με το 2006), οι προς διάθεση πόροι για την περίοδο 2007-13 είναι αναλογικά πολύ λιγότεροι δεδομένου ότι οι δικαιούχοι είναι πλέον 27 (μαζί με τη Βουλγαρία και την Ρουμανία) έναντι των 15 δικαιούχων της προηγούμενης περιόδου και ότι ο συνολικός πληθυσμός τους είναι επιλέξιμος στο στόχο της σύγκλισης.
Από την άλλη μεριά, χαρακτηριστική ήταν – καθ’ όλη τη διάρκεια της διαπραγμάτευσης – η επιμονή των 6 χωρών καθαρών συνεισφορέων στον κοινοτικό προϋπολογισμό, για μια, λόγω ύφεσης, αυστηρή και ιδιαίτερα περιοριστική αντιπρόταση (1% του ΑΕΕ της Ένωσης). Σ’ αυτό θα πρέπει να προστεθεί και η συνεχής πίεσή τους για κατεύθυνση του μεγαλύτερου μέρους των πόρων προς τα νέα Κράτη μέλη.
Στο πλαίσιο αυτό, αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα ότι η πρόταση της Επιτροπής δεν παρείχε καμία απολύτως εξασφάλιση πόρων ύψους 22 και πλέον δις για τη χώρα μας ως ελέχθη. Για όσους γνωρίζουν στοιχειωδώς τους κανόνες κατάρτισης του Κοινοτικού προϋπολογισμού, είναι σαφές ότι η πρόταση της Επιτροπής, ήδη από τα τέλη 2003, με την κοινή επιστολή των 6 για μείωση του προϋπολογισμού στο 1% του ΑΕΕ, δεν είχε καμία ελπίδα για ευνοϊκή κατάληξη.
Στον αντίποδα της πρότασης της Επιτροπής ήταν οι συνεχείς συμβιβαστικές προτάσεις της Λουξεμβουργιανής Προεδρίας σε διάφορες εκδόσεις του “εργαλείου διαπραγμάτευσης” (Negotiating Box) με το οποίο κινήθηκε προκειμένου να επιτύχει συναίνεση. Η Προεδρία, αν και πρότεινε συνολικά μειωμένο προϋπολογισμό, γύρω στα 868-870 δις€ δηλ.1,056%-1.06% του ΑΕΕ, είχε τη φιλοσοφία προστασίας της Συνοχής.
Πιεζόμενη από τις 6 χώρες, η Προεδρία κατάφερε τελικά να διατηρήσει το επίπεδο της Συνοχής στο 0.376% του ΑΕΕ δηλαδή 309.6 δις ευρώ (με την τελευταία έκδοση του διαπραγματευτικού εργαλείου, αργά τη νύχτα της Παρασκευής 17/6). Αξιοσημείωτο είναι ότι η Ελλάδα, ξεκινώντας εξαιρετικά χαμηλά με τις πρώτες εκδόσεις του διαπραγματευτικού εργαλείου, πέτυχε την αύξηση του πακέτου της πέραν των 20 δις ευρώ χάρη σε αποφασιστικές και έγκαιρες κινήσεις της ελληνικής αντιπροσωπείας που κορυφώθηκαν αργά το βράδυ της Παρασκευής. Η Ελλάδα είχε καταστήσει εξάλλου σαφή τη θέση της εξαρχής, ότι δεν επρόκειτο να συμφωνήσει εφόσον δεν ικανοποιούσε τις απαιτήσεις της για αυξημένους πόρους στο Ταμείο Συνοχής, τις Περιφέρειες “στατιστικής σύγκλισης” (Αττική, Κεντρική και Δυτική Μακεδονία) αλλά και στον αμιγή στόχο1.
Έτσι, στη δύσκολη αυτή συγκυρία, όχι μόνο κατάφερε να διατηρήσει το ποσοστό της στο σύνολο του φακέλου της Συνοχής σε όρους ΕΕ15 της περιόδου 2000-2006 (11.7%) αλλά και να το αυξήσει (12.5%). Δεν θα πρέπει να ξεχνάει κανείς ότι η “πίτα” της Συνοχής της περιόδου 2000-2006 ανερχόταν σε 230 δις ευρώ σε όρους ΕΕ15 και σε τιμές 2004, ενώ τώρα σε 309δις σε επίπεδο 27 κρατών μελών. Συνολικά, οι πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων τότε ήταν της τάξης του 1.1% για τους ΕΕ 15 ενώ τώρα 1.056% για την ΕΕ των 27.
Επιπλέον, αν αναλογιστεί κανείς ότι η Ελλάδα με την πρόταση της Επιτροπής για συνολικό προϋπολογισμό στο 1.24% του ΑΕΕ ΕΕ και τη Συνοχή στο 0.42% θα ελάμβανε περίπου 22,5 δις €, ενώ με την πρόταση της Προεδρίας στο 1.056% και τη συνοχή στο 0.376% αντίστοιχα πέτυχε να διασφαλίζει μέχρι την τελευταία στιγμή πάνω από 20 δις.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι οι μειώσεις των απολήψεων σε σχέση με τα προβλεπόμενα στην πρόταση της Επιτροπής ήταν σε ποσοστιαία βάση περιορισμένες αναλογικά με αυτές που υφίσταντο άλλες χώρες. Η τελευταία πρόταση της Προεδρίας περιόρισε τις μειώσεις για την Ελλάδα σε περίπου 10%, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 12% για την Ισπανία και 13% για την Πορτογαλία, η οποία, σημειώνεται, ότι αν και φτωχότερη από την Ελλάδα υπέστη μεγαλύτερες μειώσεις.
Αξιοσημείωτο είναι και ότι, η χώρα κατάφερε τη διατήρηση των πόρων του Ταμείου Συνοχής, κεφαλαιώδους σημασίας για τη χώρα, στα επίπεδα του πακέτου της προηγούμενης περιόδου.
Όλα αυτά απετέλεσαν τον καρπό πολύμηνων εξαντλητικών διεργασιών και διαβουλεύσεων τόσο σε διμερές επίπεδο (τεχνικό και πολιτικό) όσο και σε επίπεδο συνεργασιών και συμμαχιών: αρκεί να αναφέρει κανείς το σοβαρό ζήτημα των περιφερειών στατιστικής σύγκλισης (το γνωστό phasing out) και τη μεγάλη επιτυχία της αναγνώρισης του λεγόμενου «πληθυσμιακού κριτηρίου» από την Προεδρία και την Επιτροπή. Αυτό δεν έγινε αυτόματα αλλά χρειάστηκε μεγάλος αγώνας και συνεχείς διαπραγματεύσεις για την ανάδειξη της ελληνικής ιδιαιτερότητας, που πρακτικά, σήμαινε περίπου 2 δις επιπλέον για τις ελληνικές περιφέρειες (Κεντρική και Δυτική Μακεδονία και Αττική) σε σχέση με τις λοιπές περιφέρειες στατιστικής σύγκλισης.
Θα πρέπει να τονισθεί επίσης ότι η χώρα μας είναι εκείνη που πέτυχε τη δημιουργία ενός κρίσιμου αριθμού χωρών, με τη γνωστή πρωτοβουλία των 3+10 η οποία στήριξε μέχρι τέλους την απαίτηση για μη μείωση των πόρων της Συνοχής, ενώ χάρη στις εντατικές προσπάθειές της, με συνεχείς διμερείς και πολυμερείς επαφές για την ανάδειξη του ελληνικού ζητήματος, κατάφερε να επιτύχει τη συναίνεση όλων των νέων Κρατών Μελών για αυξημένη χρηματοδότηση των περιφερειών στατιστικής σύγκλισης αλλά και την ελαχιστοποίηση των απωλειών στον αμιγή στόχο 1.
Στο ίδιο πλαίσιο δεν θα πρέπει να παραληφθεί ότι, χάρη στην ελληνική πρωτοβουλία ανάδειξης της αναγκαιότητας της δίκαιης κατανομής του κόστους της διεύρυνσης, υπήρξε συνολική (και ανά κράτος) μείωση των πόρων που αντιστοιχούσαν στα 10 νέα Κράτη Μέλη μέσω της μείωσης του ανώτατου ορίου απορρόφησης του 4% του ΑΕΠ των χωρών αυτών, σε αντίθεση με τις συντονισμένες κινήσεις των 6 που προωθούσαν μεγάλες μειώσεις στα φτωχά Κράτη Μέλη των ΕΕ 15.
Η πολιτική χαμηλών τόνων δεν σημαίνει και πολιτική χαμηλών στόχων. Ταιριάζει δε σε εκείνους που διαπραγματεύονται με νηφαλιότητα και γνώση. Η χώρα μας είχε και έχει υψηλές προσδοκίες. Τόσο για τη μεγιστοποίηση των απολήψεών της κοντά στο επίπεδο των προτεινόμενων ποσών από την Επιτροπή όσο και για την ορθή αξιοποίησή τους, χωρίς επιστροφές και πρόστιμα λόγω κακοδιαχείρισης.
Η αδυναμία των Κρατών Μελών να καταλήξουν σε συμφωνία οφειλόταν κυρίως στην απουσία πολιτικής βούλησης ορισμένων. Πρόκειται ασφαλώς για μια προσωρινή δυσκολία. Η κυβέρνηση θα συνεχίσει τη διαπραγμάτευση με την ίδια αποφασιστικότητα, συνέπεια και σοβαρότητα όπως και πριν. Εξάλλου η πραγματικότητα είναι μια: όταν κανείς διεκδικεί με στόχους, επιμονή και υπομονή στο τέλος δικαιώνεται.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.