ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 23.05.2001
Η προστασία των υδατικών πόρων
“Το νερό δεν είναι εμπορικό προϊόν όπως όλα τα άλλα, αλλά αποτελεί κληρονομιά που πρέπει να προστατεύεται και να τυγχάνει της κατάλληλης μεταχείρισης” (οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου)
Η Ελλάδα, όπως άλλωστε και οι περισσότερες χώρες της ανατολικής Μεσογείου, ανήκει στις ευπαθείς εκείνες περιοχές που θα αναγκασθούν, βραχυπρόθεσμα, να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες του προβλήματος έλλειψης υδατικών πόρων και υποβάθμισης της ποιότητάς τους. Το πρόβλημα αυτό είναι καθοριστικό για την οικονομική ανάπτυξη και την επιβίωσή μας και πρέπει να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και με τον πλέον κατάλληλο τρόπο.
Στις σταθερές του προβλήματος περιλαμβάνονται η μορφολογική και γεωλογική δομή του ελληνικού χώρου, οι κλιματικές συνθήκες, η συγκέντρωση του πληθυσμού και των δραστηριοτήτων σε ζώνες με περιορισμένους υδατικούς πόρους, το μεγάλο ανάπτυγμα ακτών, τα διακρατικά ποτάμια και ο νησιωτικός χαρακτήρας μεγάλου τμήματος της χώρας. Στις μεταβλητές του προβλήματος περιλαμβάνονται η υποβάθμιση της ποιότητας επιφανειακών και υπόγειων υδάτων λόγω της ρύπανσης και της υπερεκμετάλλευσης αρκετών, κυρίως παράκτιων, υδροφορέων (διείσδυση θάλασσας στον υδροφόρο ορίζοντα, κλπ.) και η μείωση της συνολικής ποσότητας των γνωστών αποθεμάτων λόγω της συνεχούς αύξησης της ζήτησης, της κακής διαχείρισης και της λειψυδρίας, η οποία αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στην εκτεταμένη αποψίλωση από τις πυρκαγιές και την οικιστική ανάπτυξη.
Η επέμβαση στις μεταβλητές του προβλήματος και κυρίως στο θέμα της ορθολογικής, ποιοτικής και ποσοτικής διαχείρισης της ζήτησης των υδατικών πόρων ως προϋπόθεση για το χωροταξικό σχεδιασμό και την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων, αποτελεί, επομένως, εθνική πρόκληση.
Σήμερα, η διαχείριση των υδατικών πόρων στην Ελλάδα είναι πολύπλοκη. Η χρηματοδότηση κατευθύνεται τα τελευταία χρόνια, λόγω των πιεστικών αναγκών για ύδρευση και άρδευση, στον εντοπισμό νέων υδατικών πόρων και όχι στην ποιοτική αναβάθμιση και την ορθολογική διαχείριση των υφιστάμενων. Στα πλαίσια αυτά, δέκα, τουλάχιστον, υπουργεία, πλήθος δημόσιων οργανισμών, περιφερειακές ή νομαρχιακές αρχές εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα και αυτό λόγω ενός ατυχούς διαχωρισμού της έννοιας της ποσότητας, της ποιότητας και της χρήσης. Το Υπουργείο Ανάπτυξης (κυρίως, αλλά όχι μόνο) είναι αρμόδιο για τη διαχείριση των υδατικών πόρων, το ΥΠΕΧΩΔΕ είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών τους, το Υπουργείο Εσωτερικών (ΥΠΕΣΔΑ) είναι αρμόδιο για την ύδρευση της χώρας πλην των περιοχών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, διάφορα άλλα υπουργεία είναι αρμόδια ανάλογα με τη χρήση (άρδευση, ηλεκτροπαραγωγή, ιαματικά λουτρά κλπ), ενώ αρμοδιότητα για την παρακολούθηση των ποσοτικών χαρακτηριστικών των υδατικών πόρων έχει ένας μεγάλος αριθμός φορέων. Ο κατακερματισμός και η επικάλυψη αρμοδιοτήτων (π.χ. τόσο το Ινστιτούτο Γεωλογικών Μελετών και Ερευνών όσο και η αρμόδια Διεύθυνση του ΥΠΕΧΩΔΕ, αλλά και το Υπουργείο Γεωργίας διαθέτουν εξοπλισμό και υλοποιούν προγράμματα ανάλυσης της ποιότητας των υδάτων) και κυρίως η έλλειψη του αναγκαίου συντονισμού είναι η αναμενόμενη συνέπεια της πολυδιάστατης αντιμετώπισης του ζητήματος. Στα πλαίσια αυτά, είναι αδύνατο να απαντηθεί το ερώτημα πώς και από ποιόν σχεδιάζεται μακροπρόθεσμα η εθνική στρατηγική και εκφράζεται η επίσημη πολιτική για τους υδατικούς πόρους.
Με τον νόμο 1739/87 η χώρα έχει διαιρεθεί σε 14 υδατικά διαμερίσματα (σύνολα όμορων υδρολογικών λεκανών). Η ευθύνη της διαχείρισης των υδατικών πόρων στα υδατικά διαμερίσματα ανήκει, με βάση το νόμο 2503/97, σε υπηρεσίες ενταγμένες στις Περιφέρειες της χώρας. Το γεγονός ότι οι υπηρεσίες αυτές, αν και εγκατεστημένες σε όλα τα υδατικά διαμερίσματα, είναι ανεπαρκώς στελεχωμένες, φανερώνει, ενδεχομένως, κάποια ανεπάρκεια ή και προβληματισμό. Είναι ή δεν είναι η δημιουργία νέων δημοσίων υπηρεσιών η ενδεδειγμένη λύση; Πρέπει ή δεν πρέπει να αναθεωρηθεί το μέγεθος και ο αριθμός των Υδατικών Διαμερισμάτων; Έχει ληφθεί υπόψη η διεθνής εμπειρία και πώς θα εναρμονιστεί η νομοθεσία με την νέα Κοινοτική οδηγία, στα θέματα που αφορούν την περιφερειακή διάσταση της διαχείρισης των υδατικών πόρων;
Σύμφωνα με την οδηγία 2000/60/ΕΚ της 22.12.2000, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ και εξασφαλίζουν τις αναγκαίες και κατάλληλες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις και ρυθμίσεις για τη διαχείριση των υδατικών πόρων στον υδροφόρο ορίζοντα, δηλαδή μέσα σε κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού στο έδαφός τους.
Ο πρώτος και βασικότερος στόχος της – απαραίτητης σήμερα – επέμβασης, είναι η συγκρότηση ενοποιημένου συστήματος συνολικής διαχείρισης των υπόγειων και επιφανειακών υδατικών πόρων του ελληνικού χώρου.
Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός πρέπει να εξασφαλισθούν η βιωσιμότητα και αποτελεσματικότητα του συστήματος με κατάλληλα νομοθετικά και εκτελεστικά μέτρα σε εθνική, περιφερειακή και τοπική κλίμακα, καθώς και η συμβατότητα του με το νομοθετικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να καθορισθούν επακριβώς οι αρμοδιότητες και οι ευθύνες των οργανισμών διαχείρισης στα πλαίσια ενός εθνικού ρυθμιστικού σχεδίου, στο οποίο θα περιλαμβάνονται οι πολιτικοί και τεχνικοί στόχοι μιας ολοκληρωμένης και ενιαίας διαχείρισης υδατικών πόρων και θα εξειδικεύονται οι ενέργειες και τα μέσα (τεχνικά, οικονομικά και διοικητικά) που είναι αναγκαία για την επίτευξή τους.
Οι οργανισμοί αυτοί θα πρέπει να αναλάβουν την άσκηση μιας ολοκληρωμένης και ορθολογικής διαχείρισης των υδατικών πόρων της περιοχής ευθύνης τους τόσο σε τεχνικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο, και βεβαίως να ελέγχουν την ποιότητα τόσο των επιφανειακών όσο και των υπόγειων υδάτων, επιλέγοντας για το σκοπό αυτό (ενδεχομένως με ανταγωνιστικά κριτήρια) τους καταλληλότερους εξωτερικούς μηχανισμούς. Η τελευταία αυτή δραστηριότητα είναι απαραίτητο να ενσωματώνεται στους οργανισμούς αυτούς, δεδομένου ότι κατά την διαχείριση της ποσότητας των υδατικών πόρων, η ποιότητα αποτελεί μία βασική παράμετρο, έναν μαθηματικό περιορισμό.
Οι οργανισμοί θα πρέπει να διέπονται από σαφές νομικό καθεστώς που να τους εξασφαλίζει την δυνατότητα λειτουργίας στη βάση κριτηρίων του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας (ανώνυμες εταιρείες με παράλληλη θεσμοθέτηση των αναγκαίων προσαρμογών), να έχουν ίδιους πόρους κυρίως από έσοδα που θα προκύψουν τόσο σαν μέρος της ανάκτησης του κόστους από την κατανάλωση νερού στις διάφορες χρήσεις όσο και σαν μέρος τέλους που θα αναφέρεται στην επιβάρυνση της ποιότητας των υδάτων από τις διάφορες δραστηριότητες (παράλληλος φόρος εισπραττόμενος με βάση την κατανάλωση και την ποιότητα των υδάτων) και, καλλιεργώντας τις σχέσεις με τους χρήστες, να καταστούν φιλικοί προς αυτούς.
Η εγκατάσταση των οργανισμών αυτών και ο επανακαθορισμός των αρμοδιοτήτων σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο δεν μπορεί να διενεργηθεί χωρίς να έχουν καθοριστεί οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι της εθνικής πολιτικής στον τομέα της διαχείρισης των υδατικών πόρων. Οι στόχοι αυτοί οφείλουν να συνεκτιμούν συγχρόνως την οικονομική και δημογραφική εξέλιξη, την ευπάθεια των πόρων σε περίπτωση συνεχόμενων ετών λειψυδρίας, την αλόγιστη υπερεκμετάλλευση των υδροφόρων οριζόντων για γεωργικές ή/και άλλες ανάγκες και την συνεπακόλουθη υποβάθμιση των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών του νερού.
Ως προς τα μέσα που θα πρέπει να διατεθούν, είναι απαραίτητη η εγκατάσταση βάσης και δικτύου διακίνησης δεδομένων από οργανισμό (εθνικό φορέα), στον οποίο θα μεταφερθεί πλήρως η ευθύνη αυτή (αποσπασματικές, ετερογενείς και ατελείς βάσεις δεδομένων δεν συνεισφέρουν σε τίποτε). Στην ευθύνη του πρέπει επίσης να είναι και η συνεχής επικαιροποίηση, δεδομένης της μεταβλητότητας των υδρολογικών και υδρογεωλογικών στοιχείων και παραμέτρων. Ο οργανισμός αυτός θα πρέπει ταυτόχρονα να εγκαταστήσει ένα σύστημα μεταφοράς γνώσεων από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαθέτουν εμπειρία. Το πρόβλημα της ανάκτησης στοιχείων από άλλους δημόσιους οργανισμούς που έχουν την κυριότητα – « ιδιοκτησία » των στοιχείων, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από τον οργανισμό αυτό στη βάση πρωτοκόλλων συνεργασίας όπου θα περιγράφονται σαφώς οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις.
Ταυτόχρονα θα πρέπει να θεσμοθετηθεί ένα γρήγορο και αποδοτικό σύστημα λήψης αποφάσεων που να επιτρέπει την επίλυση των καταστάσεων κρίσης (π.χ. σε περίπτωση ξηρασίας ή πλημμύρας) και την προώθηση των αναγκαίων μέτρων κατά της σπατάλης και της αλόγιστης χρησιμοποίησης των υδατικών πόρων.
Δεδομένου ότι τα υπόγεια ύδατα συναρτώνται και με τη γεωλογική δομή της χώρας, οι οργανισμοί διαχείρισης θα μπορούν να αναθέτουν στο ΙΓΜΕ εργασίες ελέγχου της ποιότητας των υπόγειων υδατικών πόρων με παράλληλη αξιοποίηση του εθνικού δικτύου ελέγχου της ποιότητας των γλυκέων υδάτων. Η διαδικασία αυτή ελέγχου της ποιότητας, θα πρέπει να έχει εθνική διάσταση, για λόγους οικονομίας πόρων και μέσων, και εφόσον κριθεί απαραίτητο, οι οργανισμοί διαχείρισης μπορούν να δημιουργήσουν συντονιστικό μηχανισμό για το σκοπό αυτό.
Με τα δεδομένα αυτά, αποτελεί εθνική υπόθεση η άμεση έναρξη των απαραίτητων διαδικασιών όχι μόνο για την προσαρμογή του ελληνικού συστήματος στις απαιτήσεις της οδηγίας, αλλά και για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του προβλήματος, οι οποίες είναι πλέον ορατές.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.