ΕΛΕΥΥΕΡΟΤΥΠΙΑ, 08.05.1999
Ιδιωτικοποιήσεις
Είναι γεγονός ότι σε πολλές χώρες η εκτεταμένη και, ως επί το πλείστον, αντιπαραγωγική δραστηριότητα του κράτους επηρέασε, με τα ελλείμματα που δημιούργησε και με τα μη ορθολογικά πρότυπα ποιότητας, κόστους και συμπεριφοράς που επέβαλε, αρνητικά το σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας. Πέραν των κοινότυπων συνεπειών στην ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη, τα ελλείμματα περιόρισαν μαζί με τις δημόσιες επενδύσεις και τη δυνατότητα του κράτους να ασκήσει πολιτική στους τομείς της αυτονόητης και αναμφισβήτητης δικαιοδοσίας του. Τέλος, με την δια του πολλαπλασιασμού των αρμοδιοτήτων μεγέθυνση του κράτους και διεύρυνση των παρεμβάσεών του, αυξήθηκαν με γεωμετρική πρόοδο τα σημεία επαφής των ιδιωτικών συμφερόντων με τους λειτουργούς του και την πολιτική εξουσία.
Ορισμένες κυβερνήσεις, ανεξάρτητα από ιδεολογικούς προσανατολισμούς, «κεφαλαιοποίησαν» τις αρνητικές αυτές εμπειρίες έχοντας την πεποίθηση ότι με την επέκταση του χώρου στον οποίον δραστηριοποιείται η οικονομική πρωτοβουλία των ιδιωτών θα επιτευχθούν οι στόχοι της αποδοτικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας με τους οποίους συναρτάται άμεσα η ευημερία της κοινωνίας. Οι κυβερνήσεις αυτές έθεσαν στο επίκεντρο του προβληματισμού την ανταγωνιστική και αποτελεσματική κατανομή των διαθέσιμων παραγωγικών πόρων της οικονομίας και τη μελλοντική επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού από αντιπαραγωγικές δραστηριότητες. Με την πεποίθηση αυτή, που κατά την ταπεινή μου γνώμη δεν έχει ιδεολογικό χαρακτήρα, οι κυβερνήσεις συμπεριέλαβαν στην οικονομική στρατηγική τους, πρωτίστως για οικονομικούς και δευτερευόντως για δημοσιονομικούς λόγους, ανάλογα με την περίπτωση, μέτρα και πολιτικές αποκρατικοποίησης μονάδων και δραστηριοτήτων του κράτους. Στη διαδικασία αυτή, οι όποιες αρνητικές ή θετικές δημοσιονομικές ή κοινωνικές επιπτώσεις είχαν μεν τη σημασία τους αλλά δεν αποτέλεσαν το primum movens.
Η έκταση που έλαβαν τα τελευταία χρόνια οι αποκρατικοποιήσεις είναι πρωτόγνωρη για όλες τις χώρες, από τις πλέον βιομηχανοποιημένες έως τις αναπτυσσόμενες και από εκείνες όπου η παρουσία του κράτους είναι πολύ περιορισμένη έως εκείνες όπου το κράτος καταλαμβάνει την πρώτη θέση στο παραγωγικό σύστημα. Στο εύρος των επιλογών των κυβερνήσεων συνδυάστηκαν στοιχεία απλής ιδιωτικοποίησης παραγωγικών μονάδων με ή χωρίς τη διατήρηση υπό κρατικό έλεγχο τομέων αμιγώς εμπορικής φύσεως και ευρύτερης αποκρατικοποίησης (η οποία δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος) με άνοιγμα όλου του συστήματος της οικονομίας, συμπεριλαμβανομένων και των επιχειρήσεων, των φορέων και των οργανισμών του δημοσίου στις δυνάμεις της αγοράς. Στην τελευταία περίπτωση, καταργήθηκαν κρατικά μονοπώλια, περιορίσθηκε ο αθέμιτος ανταγωνισμός των υγιών από τις επιδοτούμενες επιχειρήσεις, ανατέθηκαν λειτουργίες του δημόσιου τομέα στον ιδιωτικό και επετεύχθησαν συνεργασίες σε θέματα διαχείρισης ή επιχειρηματικών πρωτοβουλιών.
Η κατάσταση των αρχικών συνθηκών της οικονομίας, η καταλληλότητα του θεσμικού – νομικού πλαισίου και των υποστηρικτικών μηχανισμών, ο προσδιορισμός του ακριβούς αντικειμένου της αποκρατικοποίησης και των μεθόδων και τεχνικών προσέγγισης, η δυνατότητα του ιδιωτικού τομέα να ανταποκριθεί επιχειρηματικά, η έννοια της προστασίας των συμφερόντων του κράτους, οι επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά, η χρήση της προσόδου κλπ διαφοροποιούνται ασφαλώς από χώρα σε χώρα. Ωστόσο, κοινά στοιχεία μπορούμε να διακρίνουμε σε επίπεδο στόχων, τεχνικών και αποτελεσμάτων. Είναι προφανές ότι οι χειρισμοί των περίπλοκων νομικών, οικονομικών, οργανωτικών, δημοσιονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που ανακύπτουν καθίστανται δυσχερείς εφόσον η γνώση που έχει μια κυβέρνηση για τα ζητήματα αυτά είναι ελλιπής και αναξιόπιστη. Για παράδειγμα, αναφέρουμε ότι η μη αξιολόγηση του ιδιωτικού τομέα να ανταποκριθεί επιχειρηματικά ενέχει τον κίνδυνο να ενισχυθούν λίγες ομάδες ιδιωτών που είναι ήδη πολύ ισχυρές και ορισμένες από αυτές συνδέονται με τον πολιτικό κόσμο.
Στη Μεγάλη Βρετανία, η μεταβίβαση της περιουσίας επιχειρήσεων (ιδιωτικοποίηση) επεκτάθηκε και στη παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών ακόμα και μέσα από μορφές contracting-out. Το κράτος διατηρούσε ωστόσο για μια 10ετία, μέσα από την προνομιακή συμμετοχή του, μεγάλες εξουσίες ελέγχου όσον αφορά τη διάρθρωση του κεφαλαίου, τους νέους μετόχους, την επιλογή της διοίκησης κλπ. Ωστόσο, οι εκτεταμένες αποκρατικοποιήσεις δεν έφεραν ταμειακό αποτέλεσμα δεδομένου ότι το σύνολο των δαπανών της Βρετανικής κυβέρνησης επί Thatcher δεν διαφοροποιήθηκε σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν.
Στη Γαλλία, η αντίδραση στις ευρύτατες διαδικασίες εθνικοποίησης των αρχών της 10ετίας του 80’ εκφράστηκε μέσα από συγκρατημένες ιδιωτικοποιήσεις επιχειρήσεων στις οποίες ο υπουργός οικονομικών διέθετε δικαίωμα άσκησης βέτο όσον αφορά στην απόκτηση από ένα πρόσωπο ή ομάδα προσώπων ποσοστού μεγαλύτερου του 10% του κεφαλαίου. Σε σχέση με τον τρόπο πώλησης, το κράτος προκειμένου να αποφύγει το ρίσκο της αποσταθεροποίησης και ενδεχόμενης αποτυχίας κατά την εισαγωγή στο χρηματιστήριο, διατήρησε, μέσω μιας ομάδα ελέγχου (noyau dur) που επέλεξε διακριτικά το ίδιο, υπό την κατοχή του ένα μέρος των μετοχών, από 18 έως 30% ανάλογα με τους στόχους της κυβέρνησης. Η μέθοδος αυτή δέχθηκε σφοδρές κριτικές λόγω της δυνατότητας που είχε η κυβέρνηση μέσω της επιλογής της ομάδας ελέγχου, να οδηγήσει υπό των έλεγχο «φίλων» της, μεγάλες επιχειρήσεις που μπορούσαν να κατευθύνουν τη βιομηχανική πολιτική της χώρας.
Παρά τις κριτικές όσον αφορά τις μεθόδους επιλογής των αγοραστών, το τίμημα για τις πωλήσεις που έγιναν εκτός κριτηρίων αγοράς και τις επιπτώσεις στη διοίκηση (η πώληση δεν εξασφάλισε περισσότερη διαφάνεια στη διαχείριση), οι ιδιωτικοποιήσεις της διετίας 1986-88 είχαν θετικά αποτελέσματα κυρίως στον εισπρακτικό τομέα και στην αύξηση του αριθμού των μικρών μετόχων. Το πρώτο κύμα ιδιωτικοποιήσεων της περιόδου αυτής συνεχίστηκε και από τις επόμενες κυβερνήσεις. Σε διάστημα 3 ετών η κυβέρνηση Balladur που προέκυψε από τις εκλογές του 1993, εκχώρησε, τουλάχιστον μερικώς, τις συμμετοχές του κράτους σε 9 μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις. Η πολιτική αυτή συνεχίστηκε και από την κυβέρνηση που σχηματίστηκε την επομένη των προεδρικών εκλογών του 1995 με μεγαλύτερη αυτή τη φορά επιτυχία στους μικρούς επενδυτές.
Στην Ελλάδα, η έννοια των αποκρατικοποιήσεων έχει συνδεθεί, μαζί με την εισοδηματική πολιτική, τις εργασιακές σχέσεις και το ασφαλιστικό, με την συμμετοχή της χώρας στην ΟΝΕ. Η ανεκτικότητα της κοινωνίας μπορεί μεν να δοκιμάζεται στους υπόλοιπους τομείς, ωστόσο στο θέμα των αποκρατικοποιήσεων υπάρχει, έστω και σε λανθάνουσα μορφή, κοινωνική αποδοχή. Η σύντομη και ίσως κοινότυπη αναφορά στους λόγους που οδήγησαν την κοινωνία στην αποδοχή της ανάγκης απελευθέρωσης της οικονομίας από τον κρατικό εναγκαλισμό συνεισφέρει στην εξαγωγή ορισμένων συμπερασμάτων.
Στην Ελλάδα, στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν, με τη διαμεσολάβηση της πολιτικής εξουσίας στο κρατικοποιημένο τραπεζικό σύστημα, επιβίωσαν, κατά παρέκκλιση των πιστωτικών κανόνων, μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις με μονοπωλιακή θέση απολαμβάνοντας την προστασία του κράτους έναντι του διεθνούς ανταγωνισμού. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εμπέδωση της επιχειρηματικής απραξίας ήταν αναπόφευκτη. Την χρεωκοπία των επιχειρήσεων αυτών, ως φυσική κατάληξη της αδυναμίας τους να ακολουθήσουν και να προσαρμόσουν τις δομές τους στο διεθνές οικονομικό, επιχειρησιακό και τεχνολογικό περιβάλλον, αποσόβησαν οι προνομιακές παροχές δανείων. Το νέο αυτό περιβάλλον, αλλοτρίωσε τις όποιες προοπτικές ανάταξης διαπλάθοντας, εντός και εκτός των υπερχρεωμένων επιχειρήσεων, κρατικοβίωτες κοινωνικές ομάδες που με την ισχύ που απέκτησαν, κατόρθωσαν να προστατεύσουν τις υφιστάμενες δομές. Ο «αμυντικός κρατισμός» ως δόγμα για την ανασυγκρότηση των επιχειρήσεων αυτών επέρριψε στον κρατικό προϋπολογισμό το κόστος εξυγίανσης οδηγώντας σε νέα αδιέξοδα.
Οσον αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις, η αποτυχία των προσπαθειών του παρελθόντος να λειτουργήσουν με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια και η αντίθεση ενός σημαντικού τμήματος των πολιτών στο «ξεπούλημα», τους οδήγησαν σε ήπιας μορφής αποκρατικοποιήση όπως αυτή εκφράστηκε με την εισαγωγή ορισμένων ΔΕΚΟ στο χρηματιστήριο και τη μερική – κάτω του 50% – μετοχοποίηση τους. Ωστόσο, εφόσον οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να διοικούνται ως δημόσιες δεν έρχονται και τα επιθυμητά αποτελέσματα δεδομένου ότι η ανεξαρτοποίηση και αποδέσμευσή τους από τις επεμβάσεις και τον εναγκαλισμό του δημοσίου και των συντεχνιών αποτελεί προϋπόθεση για την εξυγίανσή τους και την προετοιμασία τους στην αντιμετώπιση του διεθνούς και εγχώριου ανταγωνισμού. Η μείωση των χρηματοδοτικών υποχρεώσεων του δημοσίου είναι άνευ αντικρίσματος εφόσον απουσιάζει από το μετοχικό πυρήνα στρατηγικός επενδυτής ή ομάδα μετόχων εγνωσμένης εμπειρίας που θα μπορέσει να κατευθύνει τα αντλούμενα κεφάλαια σε επενδύσεις.
Είναι απαραίτητο να μεταβιβασθούν στις τράπεζες και στους θεσμικούς επενδυτές σημαντικά μέσα που θα τους επιτρέψουν να ασκήσουν ενεργό ρόλο στη διοίκηση των επιχειρήσεων. Η αποχώρηση του κράτους από τη διαμεσολάβηση της πίστωσης διευκολύνει. Από την άλλη πλευρά, ο ανταγωνισμός για την κατοχή χρηματοδοτικών πόρων από την αγορά και η ανάδυση μιας πραγματικής αγοράς για τον έλεγχο των εταιριών πρέπει να διακρίνονται από μεγάλη διαφάνεια στη διάρθρωση του κεφαλαίου και της ιδιοκτησίας των μεγάλων επιχειρήσεων, από μια πιο αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας πάνω στις παραβιάσεις και μια μεγαλύτερη προσοχή στη προστασία των συμφερόντων των μειοψηφούντων μετόχων.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.