Ημερίδα ΕΒΕΑ
«Η σημερινή θέση και το μέλλον της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα»
Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009, Αθήνα
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Κυρίες και κύριοι,
Η ενέργεια και ειδικά η ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο βρίσκονται στην καρδιά της ευημερίας των κρατών αλλά και των πολιτών. Αποτελούν το οξυγόνο της ευημερίας της Ευρώπης. Χωρίς μια ανταγωνιστική και αποδοτική ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου οι πολίτες θα καταβάλλουν πολύ υψηλές τιμές σε σχέση με το αγαθό αυτό, θεμελιώδες αγαθό για τις καθημερινές τους ανάγκες. Η δε παροχή υπηρεσίας που θα λαμβάνουν δεν θα είναι αντίστοιχη. Η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου είναι ουσιαστικής λοιπόν σημασίας για την ανταγωνιστικότητα, αφού η ενέργεια αποτελεί σημαντικό συντελεστή που επιβαρύνει την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Χωρίς λοιπόν ανταγωνιστικές τιμές στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε μια διατήρηση ή άνοδο της ανταγωνιστικότητας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομική μεγέθυνση και τις θέσεις εργασίας.
Επιπλέον, μια ανταγωνιστική και αποδοτική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματική διαχείριση της κλιματικής αλλαγής. Μόνο με μια λειτουργική αγορά καθίσταται δυνατή η ανάπτυξη μηχανισμού εμπορίας εκπομπών που λειτουργεί αποτελεσματικά και ενός κλάδου ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που θα επιτύχει το φιλόδοξο στόχο, ο οποίος συμφωνήθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, της κάλυψης ποσοστού 20% του ενεργειακού μείγματος της ΕΕ από ΑΠΕ έως το έτος 2020.
Μια όμως ανταγωνιστική ευρωπαϊκών διαστάσεων αγορά ενέργειας και αερίου είναι ζωτικής σημασίας για την κατοχύρωση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης, επειδή μόνο μια τέτοια αγορά μπορεί να στείλει τα σωστά μηνύματα για ενεργειακές επενδύσεις και προσφέρει πραγματικά και αποτελεσματικά κίνητρα και στους διαχειριστές δικτύων και τους φορείς ηλεκτροπαραγωγής για να επενδύσουν τα δισεκατομμύρια ευρώ που χρειάζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και στο διάστημα της επόμενης εικοσαετίας.
Η διαδικασία απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου άρχισε πριν από δέκα και πλέον χρόνια με τις πρώτες Οδηγίες για τον ηλεκτρισμό και το φυσικό αέριο (1996 και 1998 αντίστοιχα), οι οποίες αντικαταστάθηκαν με τις νεότερες Οδηγίες 54 και 55 του 2003, το λεγόμενο δεύτερο πακέτο. Ήταν μια προσπάθεια απελευθέρωσης των αγορών στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο πνεύμα εφαρμογής της Πράξη της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αγοράς (1987), η οποία έθετε την υποχρέωση της άρσης όλων των οικονομικών και τεχνικών εμποδίων για το εμπόριο μεταξύ των Κρατών-μελών, όλων των αγαθών, περιλαμβανομένης και της Ενέργειας.
Το πλαίσιο οριοθετούσε τη μετάβαση από την παλαιά μονοπωλιακή δομή της αγοράς ενέργειας σε μια νέα, επιβάλλοντας μια νέα προσέγγιση του τρόπου ανάπτυξης του ενεργειακού τομέα στο πνεύμα τεσσάρων πολύ βασικών αρχών:
Την ίση αντιμετώπιση όλων των συμμετεχόντων στην αγορά
Τη διαφάνεια και την παροχή πρόσβασης τρίτων με ίσους όρους στα δίκτυα
Την αποφυγή ασύμμετρης πληροφόρησης και
Τη μη κατάχρηση της όποιας δεσπόζουσας θέσης στην αγορά
Στη διάρκεια των δέκα αυτών ετών, πολλοί ευρωπαίοι πολίτες επωφελήθηκαν από ευρύτερες επιλογές και περισσότερο ανταγωνισμό, με βελτιωμένη παροχή υπηρεσιών και ασφάλεια εφοδιασμού. Η αξιολόγηση όμως που εκπόνησε η Επιτροπή μαζί με τις ρυθμιστικές αρχές ενέργειας κατέδειξε ότι η διαδικασία της ανάπτυξης πραγματικά ανταγωνιστικών αγορών βρίσκεται πολύ πίσω από τις προσδοκίες. Έδειξε επίσης ότι υπάρχει μεγάλος αριθμός πολιτών και επιχειρήσεων που στερούνται πραγματικών επιλογών προμηθευτών. Ο κατακερματισμός των αγορών σε εθνικά σύνορα και η υψηλή συγκέντρωση αγοράς είναι τα αίτια για την απουσία μιας πραγματικής εσωτερική αγοράς.
Η μετάβαση όμως σε μια ασφαλή και βιώσιμη αγορά ενέργειας απαιτεί νέες επενδύσεις σε υποδομές. Την απάντηση στην πρόκληση αυτή μπορεί να δώσει μόνο ένα ευρωπαϊκό δίκτυο ηλεκτρισμού αλλά και φυσικού αερίου. Η συμφωνία των ηγετών των Κρατών-Μελών με την ανάγκη αυτή, οδήγησε στην παρουσίαση από την Επιτροπή προς τα τέλη του 2007 ενός νέου νομοθετικού πακέτου οδηγιών και κανονισμών, το λεγόμενο ‘τρίτο πακέτο για την Ενέργεια’, το οποίο βρίσκεται στην τελική φάση διαμόρφωσης και υιοθέτησής του.
Κυρίες και κύριοι,
Η απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών Ενέργειας Ιουνίου και Οκτωβρίου 2008, σύμφωνα με την οποία οι κρατικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή ή προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας δεν θα υποχρεωθούν να αποχωρήσουν από οποιοδήποτε δραστηριότητα στα δίκτυα μεταφοράς, με πλήρη ιδιοκτησιακό διαχωρισμό αποτελεί μια εξαιρετικής σημασίας απόφαση, αφού επιτρέπει στις εν λόγω εταιρείες να διατηρούν τον έλεγχο του δικτύου μεταφοράς ενέργειας, η κυριότητα του οποίου μπορεί να παραμένει εντός του ομίλου της εταιρείας υπό τη μορφή θυγατρικής επιχείρησης.
Γεγονός είναι ότι ήδη οι μεγάλες επιχειρήσεις ηλεκτρισμού της Ευρώπης έχουν υιοθετήσει δομές νομικού διαχωρισμού όλων των δραστηριοτήτων τους αλλά και έντονη εξωστρέφεια με δυναμική παρουσία σε πρώην ανατολικές χώρες, γεγονός που τους προσδίδει στρατηγικά πλεονεκτήματα έναντι της ΔΕΗ.
Αντίθετα, η ελληνική αγορά ενέργειας βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο. Ιδιωτικές μονάδες παράγωγής υπάρχουν ελάχιστες (μόνο 2 σε παραγωγικό στάδιο), ενώ οι σημαντικές εισαγωγές ρεύματος ιδίως κατά τους θερινούς μήνες δημιουργούν μεγάλες διακυμάνσεις στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και πρέπει με την πάροδο του χρόνου να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά.
Να θυμίσω ότι, στην Ελλάδα, η επιταγή της Ε.Ε για απελευθέρωση των αγορών ηλεκτρισμού τέθηκε σε ισχύ με την Οδηγία 96/92/ΕΚ. Καθυστερημένα η Οδηγία της απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας υιοθετήθηκε με το Ν. 2773/99 στην ελληνική αγορά ενώ, η μη ουσιαστική στόχευση, κατά τα έτη 1999-2003, δημιούργησε ασυνέχειες με κυριότερη την έλλειψη παραγωγικού δυναμικού για την κάλυψη των αναγκών τόσο στο επίπεδο της καθαρής ζήτησης όσο και σε αυτό των επικουρικών υπηρεσιών. Περαιτέρω και ενώ δεν είχε ξεκινήσει η δημιουργία μιας πραγματικά απελευθερωμένης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα μας, το 2003 η Οδηγία 96/92/ΕΚ καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την 2003/54/ΕΚ, που κατέστησε εντονότερη την υποχρέωση απελευθέρωσης των αγορών ηλεκτρισμού.
Έτσι, συνοπτικά, σήμερα στη χώρα μας:
Υπάρχει έλλειψη μονάδων παραγωγής, ενώ πολλές υφιστάμενες μονάδες βάσης της ΔΕΗ είναι ιδιαίτερα ρυπογόνες και λειτουργούν με υψηλό κόστος συντήρησης
Η μεταφορά και η διανομή συνυπάρχουν με τις ανταγωνιστικές δραστηριότητες στο ίδιο νομικό πρόσωπο
Η ΔΕΗ αποτελεί το μοναδικό προμηθευτή (στη λιανική), κατέχοντας άνω του 95% της ισχύος συμβατικής παραγωγής
Τα ρυθμιζόμενα τιμολόγια δεν αντανακλούν το κόστος καυσίμου, που λόγω της πρόσφατης μεγάλης ανόδου δημιούργησε αρνητικά αποτελέσματα στη ΔΕΗ..
Επιπλέον, υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τις κοινοτικές Οδηγίες εγείρουν ζητήματα ως προς την ορθή μεταφορά τους στο εθνικό δίκαιο.
Είναι γεγονός ότι η διαδικασία της απελευθέρωσης της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα είναι δύσκολος αλλά ταυτόχρονα πολύ σημαντικός δρόμος. Οι συνθήκες είναι πλέον ώριμες για τη μετάβαση σε μια απελευθερωμένη αγορά.
Σε κάθε περίπτωση, εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι το διακύβευμα ήταν εξαιρετικά υψηλό για τη χώρα μας σε περίπτωση που επικρατούσε η λύση του πλήρους ιδιοκτησιακού διαχωρισμού, αφού, εκτός πλείστων νομικών προβλημάτων που θα επέφερε ειδικά στο θέμα της ιδιοκτησίας, θα υποχρέωνε σε πώληση περιουσιακών στοιχείων και υποδομών ΔΕΗ, και ειδικά στη χώρα μας δεν θα επιδρούσε θετικά στη μείωση των τιμών, προς όφελος του καταναλωτή. Έτσι, αν και θα απαιτηθεί σε εθνικό επίπεδο προσεκτική εφαρμογή της εν λόγω απόφασης, καθώς και ενίσχυση της ρυθμιστικής παραμέτρου, προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα νόθευσης του ανταγωνισμού είναι βέβαιο ότι η ομαλή μετάβαση στο καθεστώς της πλήρους απελευθέρωσης διασφαλίζεται πλήρως, αφού δεν θα επιτρέψει την ανατροπή των σημερινών συσχετισμών ούτε τη ριζική αποκοπή του μονοπωλιακού από το ανταγωνιστικό τμήμα της αγοράς.
Κυρίες και κύριοι,
Η ύπαρξη μονοπωλίου στην ελληνική αγορά ηλεκτρισμού δεν ωφελεί κανέναν. Δεν ωφελεί ούτε και την ίδια τη ΔΕΗ, έναν κορυφαίο παίκτη στην ελληνική ενεργειακή αγορά, καθώς της επιβάλλει υποχρεώσεις που συχνά παρακωλύουν την περαιτέρω ανάπτυξή της.
Ως παράδειγμα θα αναφέρω απλώς την ελληνική εκδοχή του τελευταίου καταφυγίου, που επιβάλλει στη ΔΕΗ υποχρέωση προμήθειας ηλεκτρικού ρεύματος χωρίς αποζημίωση ή την ύπαρξη ρυθμιζόμενων τιμολογίων που επιβάλλονται λόγω της απουσίας επαρκούς ανταγωνισμού στην αγορά ενέργειας και τα οποία δεν αντανακλούν το πραγματικό κόστος, ενώ από την άλλη μεριά δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη εξωγενείς παράγοντες όπως οι διεθνείς τιμές καυσίμων, η έλλειψη ικανής παραγωγής, η ένδεια μέσων παραγωγής, που επιδρούν στο κόστος παραγωγής της ηλεκτρικής ενέργειας.
Κυρίες και κύριοι,
Η Ελλάδα έχει σημαντική θέση σε μια απελευθερωμένη εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας που διαμορφώνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τόσο εσωτερικά όσο και γενικότερα με την επέκτασή της στον ευρύτερο χώρο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Έναν χώρο όπου μπορεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο ορίζοντας και τις παραμέτρους της δράσης της.. Για το λόγο αυτό πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι και να μην επιτρέψουμε να χαθούν αυτές οι πολύτιμες ευκαιρίες..
Η περίοδος που διανύουμε διασταυρώνεται χρονικά με κοσμοϊστορικές εξελίξεις στο διεθνή ενεργειακό τομέα, και το πραγματικό ερώτημα αφορά στη δυνατότητά μας να μετατρέψουμε τις προκλήσεις σε ευκαιρίες. Η διαδικασία απελευθέρωσης των ενεργειακών αγορών στην Ευρώπη είναι μονόδρομος. Επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση είναι απευκταία και απελθούσα ανεπιστρεπτί. Η επιτυχία όμως της προσπάθειας αυτής απαιτεί επιτακτικά τη συνεργασία όλων.
Ας εργαστούμε, λοιπόν, όλοι για το σκοπό αυτό χωρίς μεμψιμοιρίες, χωρίς πισωγυρίσματα, χωρίς χρονοτριβές..
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.