ΙΕΝΕ – ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ,
Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Κυρίες και Κύριοι
Χαίρομαι που βρίσκομαι ανάμεσά σας σήμερα σε αυτήν την αξιόλογη διοργάνωση του ΙΕΝΕ με θέμα “Απειλές και Ευκαιρίες στις Ενεργειακές αγορές υπό το πρίσμα της διεθνούς οικονομικής κρίσης”. Το οικονομικό και γεωπολιτικό πλαίσιο, που συζητάμε στο παρόν πάνελ, θέτει και τις κύριες παραμέτρους που προσδιορίζουν τόσο τις απειλές όσο και τις ευκαιρίες αυτές.
Από το περασμένο καλοκαίρι, συχνά γίνεται αναφορά στην οικονομική κρίση ως αίτιο δυσλειτουργιών των διαφόρων τομέων της οικονομίας. Η ενέργεια δεν αποτελεί εξαίρεση. Αποδεχόμενοι ότι η ενέργεια υφίσταται λίγο ως πολύ τις επιπτώσεις της κρίσης, πρέπει ταυτόχρονα να αναγνωρίσουμε ότι η ενέργεια, ιστορικά, είναι σε διαρκή αναταραχή, σε διαρκή ζύμωση και εξέλιξη, ίσως και σε διαρκή κρίση. Κι αυτό γιατί αναδεικνύονται οι πάγιες αδυναμίες της και τα ζητήματά της, όπως η αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης, οι ελλείψεις των υποδομών, τα επίπεδα των τιμών, οι περιβαλλοντικές απαιτήσεις και τα «καπρίτσια» της γεωπολιτικής..
Δύο παραδείγματα:
– θυμάστε βέβαια τις τιμές του πετρελαίου που ανησυχούσαν το 2008 πέρυσι τους αναλυτές. Τι να κάνουμε απέναντι σε αυτήν την αύξηση? Πώς να διαφυλάξουμε τις οικονομίες μας;
– από τον Ιανουάριο του 2009, αναρωτιόμαστε πόση εμπιστοσύνη να δείξουμε στη Ρωσία ή στις διάφορες εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, σε συνέχεια της ρωσο-ουκρανικής κρίσης διαφωνίας.
Οικονομία και γεωπολιτική της ενέργειας είναι στενά συνδεδεμένες. Μια οικονομική κρίση μπορεί να έχει επιπτώσεις πάνω στις γεωπολιτικές ισορροπίες και αντίθετα η γεωπολιτική μπορεί να είναι το αίτιο μιας οικονομικής κρίσης όπως το 1973.
Σήμερα, η χρηματοοικονομική κρίση της οποίας οι ρυθμοί ανάταξης είναι ακόμα αβέβαιοι, η νέα ρωσική εμπορική στρατηγική ή η ανανέωση της θητείας του Προέδρου του Ιράν, συνδέονται και αλληλεπιδρούν, εισάγοντας νέες παραμέτρους στα δεδομένα του προβλήματος προς επίλυση.
Απέναντι σε αυτά τα δεδομένα, πρέπει να φανούμε ήπια προσεκτικοί. Η υπεύθυνη πολιτική πρέπει να προσαρμοστεί στα δεδομένα διατηρώντας ψυχραιμία, να ορίσει ένα στόχο και να ακολουθήσει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική προς το συμφέρον των πολιτών και της οικονομίας της χώρας.
Διατηρώ ψυχραιμία σημαίνει να έχουμε υπόψη μας ότι :
– η ασφάλεια εφοδιασμού πρέπει να παραμείνει προτεραιότητα της ενεργειακής πολιτικής μέσω της διαφοροποίησης των πηγών. Ο ανταγωνισμός εντός και μεταξύ ενεργειακών πόρων, είναι ένα από τα εργαλεία προς αυτήν την κατεύθυνση.
– ο προσανατολισμός της Ελλάδας υπέρ της βιώσιμης ανάπτυξης πρέπει να οδηγεί σε μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους.
Η κρίση πρέπει να μας οδηγεί να ανταποκριθούμε στις ωφέλιμες προκλήσεις και να ενισχύσουμε τις προτεραιότητές μας.
Η κρίση ως πηγή μιας νέας ώθησης για την ενίσχυση των υποδομών για την ασφάλεια εφοδιασμού
α) Παίρνοντας ξανά το παράδειγμα της ρωσο-ουκρανικής διαφοράς, η Ελλάδα είναι μια εκ των χωρών που επλήγησαν το λιγότερο δυνατό χάρη στη γρήγορη ανταπόκριση των φορέων του αερίου και την ύπαρξη του σταθμού LNG της Ρεβυθούσας. Μπόρεσε ακόμα να συνδράμει τη γείτονα Βουλγαρία ώστε να απαλύνει τις επιπτώσεις που εκείνη υφίστατο.
Όμως μια παρατεταμένη κρίση θα είχε ασφαλώς επίπτωση στην ελληνική οικονομία. Η ανάπτυξη υποδομών που πολλαπλασιάζουν τις πηγές και τις οδεύσεις πρέπει να ενισχυθεί. Μπροστά στα υψηλά κόστη των αναγκαίων επενδύσεων η Ευρωπαϊκή Ένωση ενίσχυσε με 4 δις Ευρώ τις ενεργειακές υποδομές σε όλη την Ευρώπη. Ως προς τα έργα ελληνικού ενδιαφέροντος ενισχύονται οικονομικά ο νέος αγωγός Ελλάδας –Βουλγαρίας και το υποθαλάσσιο τμήμα του ελληνοϊταλικού αγωγού (ITGI).
Όπως γνωρίζετε, ο Υπουργός Ανάπτυξης κ. Χατζηδάκης υπέγραψε πρόσφατα τη σχετική συμφωνία για το νέο αγωγό Ελλάδας –Βουλγαρίας, όπως και τη συμφωνία με τη Ρωσία για τον South Stream. Τα δίκτυα αερίου με νέα κατανομή στην επικράτεια της Ε.Ε. θα προσδώσουν βελτιστοποίηση της ασφάλειας εφοδιασμού και ενίσχυση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά.
Στους τομείς πετρελαίου, όπως και ηλεκτρισμού, νέες διασυνδέσεις προβλέπονται με γειτονικές χώρες που θα αποτελέσουν μελλοντικές ασφαλιστικές δικλείδες.
Η Ελλάδα θα συνδεθεί πιο στενά με τους γείτονές της, όπως και με την υπόλοιπη Ευρώπη.
β) Το ότι η Ελλάδα μετέχει στο South Stream δεν σημαίνει ότι και άλλοι αγωγοί όπως ο Nabucco δεν έχουν τη δική τους προστιθέμενη αξία. Δεν αντιπαραβάλουμε το ρωσικό αέριο με το αέριο προέλευσης από την κεντρική Ασία, ούτε έχει μια τέτοια αντιπαράθεση αξία μπροστά σε μια συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση για αέριο από την Ευρώπη, για πολλούς λόγους κατά τη γνώμη μου.
Πρώτος λόγος: σύμφωνα με τα ενεργειακά σενάρια της ΕΕ μεταξύ των ετών 2000 και 2030 η κατανάλωση φυσικού αερίου πρόκειται να αυξηθεί κατά 30%, με σημερινή κατανάλωση πάνω από 500 δις κυβικά μέτρα. Οι δύο αγωγοί είναι συμπληρωματικοί και αυτό διαφαίνεται άλλωστε από το γεγονός ότι τόσο η Βουλγαρία όσο και η Ουγγαρία μετέχουν και στους δύο.
Όποιες κι αν είναι οι λύσεις που θα προταθούν για τη ρωσο-ουκρανική διαφωνία, η διατήρηση ή αναβάθμιση ενός πεπαλαιωμένου δικτύου μπορεί να είναι δυσβάσταχτη σε σχέση με την κατασκευή νέων. Ο ευρωπαϊκός εφοδιασμός ενισχύεται υπό αυτήν την έννοια με τους αγωγούς North και South Stream.
Δεύτερος λόγος: οι στρατηγικές των προμηθευτριών χωρών δεν είναι πάντα, ή απαραίτητα, αυτές που πιστεύουν οι χώρες-εισαγωγείς. Για παράδειγμα, η κεντρική Ασία ενδιαφέρεται να πωλεί αέριο στην Ευρώπη, αλλά θα ήταν αφελές να μην ενδιαφέρεται και για την κινεζική αγορά. 7000 χλμ αγωγού με δυνατότητα 40 bcm το έτος θα ενώσουν το Τουρκμενιστάν με την Κίνα (τέλος του 2009) και η κινεζική εταιρεία αερίου και πετρελαιοειδών CNPC είναι έτοιμη να επενδύσει περί τα 3 δις δολάρια στην ανάπτυξη του κοιτάσματος του νοτίου Γιολοτάν στο Τουρκμενιστάν, από τα μεγαλύτερα στον κόσμο (μετά τα κοιτάσματα Παρς μεταξύ Ιράν και Κατάρ και Shtokman της Ρωσίας).
Για την ώρα, μόνο η Μέση Ανατολή μπορεί να θεωρηθεί εναλλακτική πηγή των αγωγών δεδομένων των βεβαιωμένων αποθεμάτων. Γι αυτό η Ελλάδα αναπτύσσει παράλληλα και τις υποδομές LNG στη Ρεβυθούσα, αλλά και σε νέο σταθμό στο μέλλον.
Όσο για τη Ρωσία, εκτιμούμε ότι θα συνεχίσει να παρέχει αέριο επί μακρόν τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη.
Η κρίση ως πηγής μια νέας ώθησης προς την κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης
Η Ελλάδα εισάγει περίπου το 72 % των αναγκών της σε ενέργεια. Αυτό συνακόλουθα αποτελεί σημαντικό κόστος για την εθνική οικονομία. Πρέπει να καμφθεί η καμπύλη της αυξανόμενης ζήτησης και των αυξανόμενων εισαγωγών, ή τουλάχιστον της αναλογίας τους.
Προσπάθειες πρέπει να γίνουν για τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης και της περιβαλλοντικής επίπτωσης που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή. Για το λόγο αυτό παράλληλη προτεραιότητά μας είναι η ανάπτυξη των ΑΠΕ, που επιτυγχάνει ταυτόχρονα και τους 2 αυτούς σκοπούς.
Η Ελλάδα δεσμεύεται να επιτύχει τους Ευρωπαϊκούς στόχους του λεγόμενου πακέτου «Κλίμα-Ενέργεια», δηλ. σε επίπεδο Ένωσης την κατά 20% μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, την αύξηση κατά 20% της ενεργειακής αποδοτικότητας και τη συμμετοχή κατά 20% των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα. Τα 3 εικοσάρια έως το 2020.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (δημοσιευμένη 2 Ιουνίου 2009), εάν η ΕΕ επιτύχει το στόχο του 20% επί των ΑΠΕ το 2020, 410.000 θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν και το Ευρωπαϊκό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 0,24%. Σε μια εποχή που σε διεθνές επίπεδο πραγματοποιείται μια σημαντική ανακατανομή και αναδιοργάνωση των ενεργειακών πόρων, με μακροπρόθεσμες στρατηγικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, η Ευρώπη κατάφερε να απαντήσει στη διακινδύνευση δεσμευόμενη για ένα κοινό μέλλον ενεργειακής ασφάλειας, ανάπτυξης και ευημερίας στο εσωτερικό της. Η Επιτροπή πάει ακόμα παραπέρα προτείνοντας την ανανέωση της ενεργειακής πολιτικής για την Ευρώπη το 2010, με σκοπό να χαράξει πολιτικό πρόγραμμα για το 2030 και όραμα για το 2050.
Στην Ελλάδα απέχουμε ακόμα από τους Ευρωπαϊκούς στόχους, παρά τη ραγδαία αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ στο ενεργειακό μας μίγμα τα τελευταία χρόνια που οδήγησε σε άνω των 1300 MW εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ σήμερα (αιολικά, φωτοβολταϊκά και μικρά υδροηλεκτρικά).
H παραγωγή θερμικής ενέργειας από ΑΠΕ προέρχεται κυρίως από ενεργητικά ηλιακά, θερμικές χρήσεις της βιομάζας και γεωθερμικές αντλίες θερμότητας. Η μεγάλη ανάπτυξη της βιομηχανίας ηλιακών συλλεκτών κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει οδηγήσει την Ελλάδα στη δεύτερη θέση σε εγκατεστημένη επιφάνεια συλλεκτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, η κύρια παραγωγή θερμότητας από ΑΠΕ προέρχεται είτε από καύση βιομάζας, στον οικιακό τομέα, είτε από υπολείμματα βιομάζας σε βιομηχανικές μονάδες κατεργασίας ξύλου, τροφίμων, βάμβακος, κ.λπ. όπου και χρησιμοποιείται για ίδιες ανάγκες. Η Ελληνική αγορά θερμότητας από ΑΠΕ είναι σε στάδιο εκκίνησης. Ένα προνομιακό πεδίο για τη θερμική διείσδυση των ΑΠΕ φαίνεται να είναι ο κτιριακός τομέας, σε συνδυασμό πάντοτε με την αναθεώρηση της νομοθεσίας για τα ‘κτίρια αυξημένης ενεργειακής αποδοτικότητας’. Η χρήση των βιοκαυσίμων στην Ελλάδα είναι επίσης σε φάση εκκίνησης. Στην παρούσα φάση, η προσοχή έχει στραφεί προς το βιοντήζελ, και αναμένεται σύντομα να εξεταστεί και η προοπτική της βιοαιθανόλης. Προς το παρόν πάντως, η διάθεση και εισαγωγή της βιοαιθανόλης δεν αναμένεται να ξεκινήσει πριν από το 2010.
Σε όλες τις περιπτώσεις, για την ταχύτερη διείσδυση κάθε μορφής ΑΠΕ στην ελληνική αγορά, η Ελληνική ενεργειακή στρατηγική αποβλέπει στη δημιουργία αξιόπιστων και σταθερών θεσμικών, ρυθμιστικών και ελεγκτικών πλαισίων, καθώς και τη θέσπιση αποτελεσματικών κανόνων για την ομαλή λειτουργία των ενεργειακών αγορών και του ανταγωνισμού.
Με σκοπό τη δημιουργία αξιόπιστου, ενιαίου και αρμονικού πλαισίου ανάπτυξης ιδιωτικών επενδύσεων ΑΠΕ, έγινε ουσιαστική συνεργασία του Υπ. Ανάπτυξης με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, τα συναρμόδια Υπουργεία, την αγορά, και τις μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Επιπλέον, προωθείται θεσμικό πλαίσιο για την περαιτέρω απλοποίηση των αδειοδοτικών διαδικασιών και την ισορροπημένη χρηματοδότηση και ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών συστημάτων, ενώ ενδιάμεσα έχουν επιλυθεί νομοθετικά επιμέρους προβλήματα που προέκυψαν από τα πρώτα χρόνια εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας στη χώρα και της αναγκαίας ωρίμανσης του πλαισίου.
Η πολιτική ενθάρρυνσης των ΑΠΕ πρέπει απαραίτητα βέβαια να συνδεέται με πολιτικές εξοικονόμησης ενέργειας. Έτσι, η προώθηση μέτρων και προγραμμάτων Εξοικονόμησης Ενέργειας (ΕΞΕ) και Ορθολογικής Χρήσης της Ενέργειας (ΟΧΕ), είναι θέμα μεγάλης έμφασης της Ελληνικής ενεργειακής και περιβαλλοντικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα υποστηρίζει το νέο παγκόσμιο συνασπισμό για τη συνεργασία σε θέματα ενεργειακής αποτελεσματικότητας (IPEEC) που ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2008 στο πλαίσιο του G8 και παράλληλα αξιοποιεί τις δυνατότητες που έδωσε η ΕΕ με την τροποποίηση -λόγω οικονομικής κρίσης (ξανά, η διασύνδεση..)- των Κοινοτικών Κανονισμών που μας επιτρέπουν την επιδότηση δράσεων για την εξοικονόμηση ενέργειας στον οικιακό κτιριακό τομέα. Ίσως έχετε ήδη ακούσει για το πρόγραμμα της απόσυρσης των ενεργοβόρων κλιματιστικών του Υπουργείου, το οποίο ήταν μία άμεση αντίδρασή μας στη δυνατότητα που μας δόθηκε με τη δημοσίευση του σχετικού Κοινοτικού Κανονισμού μόλις στις 6 Μαΐου κλπ.
Με την υιοθέτηση των Ευρωπαϊκών Οδηγιών τέθηκε το νομικό πλαίσιο για την έκδοση υπουργικών αποφάσεων για την ενεργειακή σήμανση στην Ελλάδα, καθώς και για την αναμενόμενη πιστοποίηση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων. Είναι επίσης σε φάση ολοκλήρωσης ο νέος νόμος για την ενεργειακή αποδοτικότητα και τις ενεργειακές υπηρεσίες στα πλαίσια της εναρμόνισης με την οδηγία 2006/32/ΕΚ. Εξάλλου, έχει υιοθετηθεί πλήθος μέτρων για τις μεταφορές, με την ολοκλήρωση του Ν.3423/05 για τα βιοκαύσιμα, την ανανέωση των παλαιών ιδιωτικής χρήσεως αυτοκινήτων, και τη βελτίωση των προδιαγραφών των οδικών δικτύων και των μέσων μαζικής μεταφοράς.
Σημαντική είναι η μέχρι σήμερα πρόοδος που έχει σημειωθεί όσον αφορά την επίτευξη του στόχου βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης κατά 20%. Τα υφιστάμενα μέτρα αναμένεται να επιτύχουν τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης περίπου κατά 13-15%. Κατά συνέπεια, μαζί με την παρούσα επισκόπηση της ενεργειακής στρατηγικής, η Επιτροπή υποβάλλει τη νέα δέσμη μέτρων του 2008 για την ενεργειακή απόδοση, με πρωτοβουλίες για την ενεργειακή απόδοση, ώστε να συντελεσθεί περαιτέρω σημαντική πρόοδος προς την επίτευξη του στόχου του 20%:
Αναθεώρηση της Οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων ώστε να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της, να απλουστευθεί η υλοποίησή της
Αναθεώρηση της Οδηγίας για τη σήμανση της κατανάλωσης ενέργειας, η οποία μέχρι τώρα κάλυπτε μόνο τις οικιακές συσκευές, ώστε η σήμανση να εφαρμοστεί σε ευρύτερο φάσμα προϊόντων που καταναλώνουν ενέργεια
Εντατικοποίηση της εφαρμογής της Οδηγίας για τον οικολογικό σχεδιασμό
Η προώθηση της συμπαραγωγής αποτελεί σημαντική προτεραιότητα
Η Επιτροπή θα αναπτύξει μηχανισμούς συγκριτικής αξιολόγησης και δικτύωσης για τη διάδοση των βέλτιστων πρακτικών. Το «Σύμφωνο των Δημάρχων» θα συμβάλει σημαντικά προς αυτή την κατεύθυνση
Μέσω των προγραμμάτων για την πολιτική Συνοχής έχουν διατεθεί πάνω από 9 δις ευρώ για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κατά την περίοδο 2007-13.
Ως συμπλήρωμα της δέσμης μέτρων για την ενέργεια και την αλλαγή του κλίματος θα υποβληθεί μια δέσμη μέτρων για τον φόρο υπέρ του περιβάλλοντος.
Η ενεργειακή απόδοση πρέπει να αποτελεί σταθερή προτεραιότητα για την κοινοτική ενεργειακή πολιτική. Η Επιτροπή θα αξιολογήσει το 2009 το Σχέδιο Δράσης για την Ενεργειακή Απόδοση και θα προετοιμάσει ένα πιο επικεντρωμένο σχέδιο δράσης, όπως ζήτησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τον Ιούνιο του 2008.
Κυρίες και κύριοι,
Η κρίση είναι μια ευκαιρία για διάλογο και για γενναίες αποφάσεις. Για αλλαγή ρότας, για επαναπροσδιορισμό σχέσεων, για ανασύνταξη δυνάμεων. Είμαι αισιόδοξος ότι η Ελλάδα θα ξαναβρεθεί σύντομα σε τροχιά οικονομικής ανάπτυξης και πώς η οικονομική κρίση είναι μια ευκαιρία που πρέπει ν’αδράξουμε ώστε να δεσμευθούμε στην κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης, του αναπροσανατολισμού των συναφών με την ενέργεια οικονομικών δραστηριοτήτων, διατηρώντας ταυτόχρονα το γεωστρατηγικό μας ρόλο στην παροχή και διαμετακόμιση των πολύτιμων για την Ευρώπη ενεργειακών πόρων.
Ευχαριστώ για την προσοχή σας και για τους οικοδεσπότες για την πρόσκληση
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.