Πενήντα χρόνια από τη Συνθήκη της Ρώμης
Ιωάννινα,
Κυριακή 03 Ιουνίου 2007,
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Το όραμα του Jean Monnet για την Ευρώπη συμπυκνώνεται στη φράση «δεν συνασπίζουμε κράτη, ενώνουμε λαούς». Πάνω σε αυτήν ακριβώς την φράση διαμορφώθηκε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα της συνθήκης της Ρώμης. Μια καινοτόμος πρόταση για τη δημιουργία ενός εντελώς καινούργιου συστήματος οικονομικής και πολιτικής ένωσης των λαών της Ευρώπης.
Πέρασαν 50 χρόνια από τότε. Οι γονείς μας που γνώρισαν τον πόλεμο καταλαβαίνουν ίσως καλύτερα από εμάς την αξία της μετάλλαξης μιας Ηπείρου με εγγενείς εστίες τριβής σε ένα χώρο ενιαίων αξιών και κοινών δράσεων. Ο ίδιος γεωπολιτικός χώρος που στο παρελθόν ήταν ένα πεδίο διεκδικήσεων και αντιπαραθέσεων, κυρίως ανάμεσα στη Γαλλία και τη Γερμανία, είναι σήμερα ένας χώρος πάνω στον οποίο οικοδομείται ένα κοινό ευρωπαϊκό μέλλον.
Με τη διακήρυξη των Αθηνών που έγινε με αφορμή την τελευταία μεγάλη διεύρυνση της Ε.Ε., οι αρχηγοί των κυβερνήσεων των 25 δήλωναν μεταξύ άλλων τα εξής :
Η Ένωσή μας αποτελεί ένα ομαδικό εγχείρημα, για ένα κοινό μέλλον ως κοινότητας αξιών. Είμαστε περήφανοι να ανήκουμε σε μια Ένωση θεμελιωμένη στις αρχές της ελευθερίας, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, σε μια Ένωση αποφασισμένη να προωθεί το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, σε μια Ένωση προσηλωμένη στην έμπρακτη εφαρμογή της ανοχής, της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Δουλεύοντας μαζί, εμείς και οι χώρες μας μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις του αύριο.
Οι πρωτεργάτες της Κοινότητας τόλμησαν το ομαδικό αυτό εγχείρημα όχι λόγω της μεταπολεμικής αβεβαιότητας για το οικονομικό μέλλον της Ευρώπης, αλλά λόγω της βεβαιότητας ότι το μέλλον αυτό είναι πρωτίστως πολιτικό.
Ο στόχος δεν ήταν δηλαδή η αυτοσυντήρηση μέσα από πρόσκαιρους οικονομικούς συνασπισμούς αλλά η πολιτική οργάνωση των Ευρωπαϊκών κοινωνιών και, μέσω αυτής, η εξασφάλιση ευημερίας για τους πολίτες. Για να οργανωθούν όμως πολιτικά οι Ευρωπαϊκές κοινωνίες έπρεπε οι, ιστορικές, διεκδικήσεις και οι αντιπαραθέσεις τους να αναχθούν σε ενότητα.
Η διαδικασία αυτή αποκαλείται με μια λέξη «ολοκλήρωση» με την οποία η Κοινότητα μέσα από τη δυναμική διαδικασίας της ελεύθερης διακίνησης εμπορευμάτων, υπηρεσιών, προσώπων και κεφαλαίων μετασχηματίστηκε σταδιακά σε Ένωση. Στην αρχή ως ενιαία αγορά με κοινό νόμισμα και μετά με την άλλη πτυχή της ολοκλήρωσης όπως η πολιτική που ήταν το επακόλουθο της κατάργησης των φυσικών και οικονομικών συνόρων.
Η οικονομική λειτουργία της ενιαίας αγοράς εξασφαλίστηκε με την εναρμόνιση των πολιτικών για τον ανταγωνισμό, την εκπαίδευση, το περιβάλλον και την προσπάθεια για σύγκλιση των εθνικών οικονομιών. Η διαδικασία αυτή αποκαλείται με μια λέξη «κεκτημένο» το οποίο ωριμάζει σταδιακά.
Εναρμόνιση και σύγκλιση δεν σημαίνει συγχώνευση των εθνικών οικονομιών αλλά εξασφάλιση συνολικής ανταγωνιστικότητας διατηρώντας τη διαφοροποίηση των εθνικών οικονομιών ώστε να μπορεί να λειτουργήσει η ολοκλήρωση. Για αυτόν ακριβώς το λόγο στηρίζονται οι ασθενείς οικονομίες με προγράμματα συνοχής. Και για να σταθούν στα πόδια τους αλλά και για να αντιμετωπίσουν τις αρνητικές συνέπειες της οικονομίας.
Η οικονομική ολοκλήρωση έγινε αποδεκτή και από τους υποστηρικτές της πλήρους αποπολιτικοποίησής της οικονομίας (δεξιοί) και από τους υποστηρικτές της πολιτικοποίησης της (αριστεροί) παρά τους φόβους τους ότι θα οδηγήσει σε ηγεμονία των μεγάλων. Η πολιτική ολοκλήρωση, δηλαδή η, ας το πούμε συνομοσπονδιακή συνένωση πολιτικά κυρίαρχων κρατών όπου το κέντρο συντονίζει τη δράση των άλλων μέσω της αρχής της επικουρικότητας, δεν έχει γίνει το ίδιο ισχυρά αποδεκτή διότι η πολιτική διαπραγμάτευση γίνεται μεταξύ ισότιμων μεν αλλά ετεροδύναμων δε κρατών.
Ούτε οι πρωτεργάτες όπως ο Monnet, ούτε οι αρχιτέκτονες του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος είχαν προδιαγράψει το κεκτημένο. Αυτό σφυρηλατήθηκε μέσα από αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς.
Τι και αν υπήρξαν διαφωνίες ακόμα και σε θέματα αδιαμφισβήτητου αλλά και ευδιάκριτου κοινού συμφέροντος. Τι και αν το εκκρεμές της κοινής αυτής πορείας ταλαντευόταν, και ταλαντεύεται ακόμα, από τον ευρωσκεπτικισμό και την ευρωφοβία, στην ευρωαισιοδοξία και ευρωευφορία και αντίστροφα. Η Ένωση διευρύνθηκε γεωγραφικά, ενισχύθηκε θεσμικά και αποτελεί ισχυρή παγκόσμια οικονομική δύναμη, με δυνητικά ενιαία πολιτική φωνή.
Ο προβληματισμός περιστρέφεται γύρω από
Τίποτε δεν μπόρεσε να αλλάξει το ταξίδι της Ευρώπης προς το μέλλον.
Σε μια περίοδο όπου η Ευρωπαϊκή Κοινότητα προσανατολιζόταν στη διεύρυνσή της προς το νότο, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατόρθωσε να «κόψει ένα εισιτήριο για την Ελλάδα» στο ταξίδι αυτό. Πέντε χρόνια πριν από την Ισπανία και την Πορτογαλία.
Η ένταξη μας την 1η Ιανουαρίου 1981, μια έκπληξη για την τότε ελληνική πραγματικότητα, δεν αποτέλεσε μόνο ένα ορόσημο για τη σύγχρονη Ελληνική ιστορία αλλά σηματοδότησε σειρά θεαματικών αλλαγών προς όφελος της χώρας.
Με τις μεταβιβάσεις πόρων και την εναρμόνιση των πολιτικών, η οικονομία μας σημείωσε αλματώδη πρόοδο. Με την ισότιμη συμμετοχή στις αποφάσεις για το μέλλον της Ευρώπης η πολιτική μας θέση ενισχύθηκε όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν.
Ωστόσο οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η χώρα μας αν και από τις πλέον ευνοημένες από πλευράς χρηματοδοτήσεων δεν διαχειρίστηκε αποτελεσματικά τους πόρους που τέθηκαν στη διάθεσή της ώστε να εξασφαλίσει μια καλύτερη θέση από αυτή που έχει σήμερα.
Η δική μας προσπάθεια στοχεύει στη ριζική αντιμετώπιση των αιτιών που μας κράτησαν πίσω. Με τη θεσμική και επιχειρησιακή μεταρρύθμιση του ΣΠΔΕ και του ΣΔΕ και με την εισαγωγή βέλτιστων πρακτικών στο σχεδιασμό και στην εφαρμογή των αναπτυξιακών προγραμμάτων, σε λίγο περισσότερο από τρία χρόνια, φέραμε τις συμβάσεις του Γ΄ΚΠΣ στο 96% και την απορρόφηση στο 62% από 40% και 23% αντίστοιχα. Με την εξυγίανση των συστημάτων αυτών και την εναρμόνιση του θεσμικού πλαισίου αποκαταστήσαμε το όνομα της χώρας μας στις Βρυξέλλες μέσα σε ένα σχεδόν χρόνο.
Χαρακτηριστικά σας αναφέρω τα λόγια της Επιτρόπου Περιφερειακής Ανάπτυξης της Ε.Ε. κας Ντανούτα Χούμπνερ «Θα ήθελα να αναγνωρίσω τη σημαντική προσπάθεια που γίνεται από τις ελληνικές αρχές κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών για την καθιέρωση μιας σχέσης εμπιστοσύνης από εδώ και στο εξής». Το αποτέλεσμα της προσπάθειάς μας αυτής αποτυπώθηκε το 2006 στην ετήσια έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου όπου για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα δε μνημονεύτηκε ούτε μία φορά για παρατυπίες ή προβλήματα στη διαχείριση των Κοινοτικών πόρων. Η δουλειά μας απέδωσε απτά αποτελέσματα σε όλα τα μέτωπα της νέας προγραμματικής περιόδου 2007-2013.
Στον παραγωγικό τομέα της οικονομίας. Εξασφαλίστηκαν υψηλότατα ποσοστά ενίσχυσης παρά την αλλαγή καθεστώτος στις 5 από τις 13 ελληνικές περιφέρειες. Ο δε χάρτης περιφερειακών ενισχύσεων που υποβάλαμε στην Ε.Ε. εγκρίθηκε πρώτος από όλες τις χώρες της Ε.Ε..
Στην κατανομή των πόρων. Παρά το συνολικό περιορισμό τους λόγω της διεύρυνσης, η Ελλάδα με το 63% του πληθυσμού της εκτός του αμιγούς στόχου 1, εξασφάλισε ένα πακέτο 20,1 δις € πετυχαίνοντας την 1η μεγαλύτερη καθαρή θέση στα 15 παλαιά ΚΜ και την 4η μεγαλύτερη στα 27 ΚΜ.
Στην ποιότητα του σχεδιασμού του ΕΣΠΑ και στην ταχύτητα έγκρισής του. Η Ελλάδα στις 28 Μαρτίου 2007 έγινε το δεύτερο, μετά τη Μάλτα, Κράτος Μέλος στην Ε.Ε. των 27 και η πρώτη χώρα Συνοχής με πολύ υψηλό πακέτο απολήψεων που ολοκλήρωσε με επιτυχία τις σχετικές διαπραγματεύσεις αποσπώντας τα συγχαρητήρια της Ε.Ε. για την αναπτυξιακή στρατηγική που επέλεξε και τη σύνδεσή της με τις Στρατηγικές της Λισσαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση.
Η απόφαση για το ΕΣΠΑ σηματοδοτεί την έγκαιρη και γρήγορη έναρξη της υλοποίησης νέας περιόδου και θα αποτελέσει για εμάς την αρχή για την κατάκτηση ενός νέου στόχου που είναι η συμφωνία με την Ε.Ε. για τα Επιχειρησιακά Προγράμματα και στη συνέχεια η αποτελεσματική διαχείριση των πόρων που έχει η χώρα μας στη διάθεση που μαζί με την εθνική συμμετοχή ξεπερνούν τα 36 δις Ευρώ.
Η απόφαση για το ΕΣΠΑ σηματοδοτεί όμως και το γεγονός ότι όταν θέλουμε μπορούμε να αποδείξουμε ότι μπορούμε να είμαστε ανάμεσα στους πρώτους – αν όχι πρώτοι- της Ε.Ε. και επιτύχουμε στόχους που άλλα Κ-Μ που έχουν πολύ πιο συγκροτημένη δημόσια διοίκηση με δομές εμπεδωμένες επί σειρά δεκαετιών και φυσικά με πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες σε πόρους οικονομικούς και ανθρώπινους θα ζήλευαν.
Τέλος η απόφαση σηματοδοτεί την αλλαγή στις σχέσεις μας με την Ε.Ε. που μετά από πολύ καιρό στον τομέα των Κοινοτικών Κονδυλίων αναγνώρισε έναν συνεπή, τεχνοκράτη συνομιλητή που παράγει δουλειά υψηλού επιπέδου, σέβεται αυστηρά χρονοδιαγράμματα, διαπραγματεύεται με σοβαρότητα και επιχειρήματα. Μαζί με την επιτυχή διαπραγμάτευση για το Γ ΚΠΣ, καταφέραμε να τραβήξουμε μια διαχωριστική γραμμή με αδυναμίες και προβλήματα του παρελθόντος και να γυρίσουμε σελίδα.
Όμως δεν έχουμε αλλάξει νοοτροπίες. Η συνολικότερη αντίληψη που έχουμε ως κοινωνία για την Ε.Ε. και τον ρόλο που παίζουμε σε αυτή δεν έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν.
Πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουμε ότι η Ε.Ε. δεν αποτελεί μια δεξαμενή άντλησης πόρων ή ένα μηχανισμό αποζημίωσης, όπως επί εικοσαετίας είχε καλλιεργηθεί στην ελληνική κοινή γνώμη. Έχουμε υποχρεώσεις ορθής διαχείρισης και απόδοσης λογαριασμού αλλά και εξυπηρέτησης των οριζόντιων πολιτικών της Ένωσης.
Οφείλουμε, συνεπώς, να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας σχετικά με το πως αντιλαμβανόμασταν την Ε.Ε. μέχρι πρότινος. Οφείλουμε επίσης να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας για τις πολιτικές της Ένωσης που βρίσκονται εκτός του παραδοσιακού αναπτυξιακού μας προτύπου.
Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να συνεισφέρουμε στο διάλογο που έχει ήδη ανοίξει για το μέλλον της Ένωσης αλλά και για το μέλλον των διαρθρωτικών της πολιτικών.
Υπάρχουν πολλά πρακτικά παραδείγματα που μπορούν να μας πείσουν.
Όταν με ψυχραιμία υπολογίσουμε πόσα στρέμματα μιας παραδοσιακής καλλιέργειας στην Ελλάδα αντιστοιχούν σε ένα νέο υψηλής τεχνολογίας καινοτόμο προϊόν, θα καταλάβουμε ότι η στροφή στη ΣτΛ δεν είναι περιορισμός προς αποφυγή, αλλά προδιαγραφή για διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Το ΕΣΠΑ και οι πόροι που έχουμε στη διάθεσή μας προσφέρουν στους νέους της Ελλάδας τις δυνατότητες να αξιοποιήσουν τη στρατηγική αυτή για να μετατρέψουν την πολυμορφία και τη διαφορετικότητα των περιφερειών μας σε προστιθέμενη αξία.
Ας μου επιτρέψετε να πω ότι η Ευρώπη αποδείχθηκε η «Ιθάκη» των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών μας επιδιώξεων.
Η Ένωση «των ανοιχτών συνόρων και της ζωντανής ποικιλίας γλωσσών, πολιτισμών και περιοχών», διασφάλισε ειρήνη, σταθερότητα και ευημερία σε τέτοιο βαθμό που και η υποψία ακόμη ενός πολέμου να είναι αδιανόητη αλλά και να αποτελεί πρότυπο για την οργάνωση της διεθνούς κοινωνίας, μοντέλο ανάπτυξης και προορισμός για το σύνολο σχεδόν των κρατών της Ευρώπης.
Κανείς δεν αρνείται, ωστόσο, ότι στο πρότυπο αυτό υπάρχουν κενά ή ότι μπορούμε και καλύτερα.
Για παράδειγμα η Ένωση φαίνεται σήμερα, ίσως και λόγω της διεθνούς συγκυρίας, να νοιάζεται περισσότερο για την καλή λειτουργία της αγοράς παρά για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Ή ακόμα, φαίνεται ότι δεν έχει καταφέρει να μιλά με μια φωνή στις εξωτερικές της σχέσεις.
Δεν θα πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι ούτε το κεκτημένο είναι αυτονόητο, ούτε οι Ευρωπαϊκές πολιτικές προέρχονται από παρθενογένεση. Η διεργασία της ολοκλήρωσης είναι δυναμική και το αποτέλεσμα συνδιαμορφώνεται από πολιτικές επιλογές και αποφάσεις που λαμβάνονται κάθε στιγμή από διαφορετικές πολιτικές ηγεσίες.
Οι πολίτες και πολύ περισσότερο οι ηγεσίες οφείλουν ταυτόχρονα να έχουν συναίσθηση της ευθύνης για αυτά που πρέπει ακόμα να γίνουν ώστε η Ε.Ε. να αποκτήσει αντισώματα και ευελιξία προκειμένου να ενισχύσει την πολιτική της πυγμή και να γίνει πιο προσιτή στον Ευρωπαίο πολίτη.
Η διαπίστωση του ελλείμματος αυτού από τις ηγεσίες αποτυπώθηκε στη διακήρυξη των Αθηνών που προανέφερα. Οι ηγέτες αισθάνθηκαν την ανάγκη να επιβεβαιώσουν στους πολίτες ότι :
θα εξακολουθήσουν να διακηρύσσουν και να προασπίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, τόσο μέσα στην Ένωση όσο και έξω από τα όριά της· αυτό συμπεριλαμβάνει και τον αγώνα εναντίον κάθε μορφής διακρίσεων λόγω φύλου, φυλής, εθνοτικής καταγωγής, θρησκεύματος ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού και,
ότι θα διαμορφώσουν την Ένωση σε έναν πραγματικό χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και θα μείνουν πιστοί σε κάθε μία από αυτές τις βασικές αξίες σεβόμενοι την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα των υπηκόων τρίτων χωρών που ζουν και εργάζονται μέσα στην Ένωση.
Οι κατακτήσεις που προανέφερα αλλά και ο ιδεολογικός πλουραλιασμός φάνηκε ότι δεν φθάνουν για να εμπιστευθεί ο Ευρωπαίος πολίτης την Ένωση στις όποιες θεσμικές αποφάσεις μείζονος σημασίας καλείται να λάβει, όπως αυτή της Συνταγματικής Συνθήκης.
Η επέτειος για τα 50 χρόνια της κοινής Ευρωπαϊκής μας πορείας παρέχει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να υπερβούμε και το νομικό και το πολιτικό σκέλος της πρόσφατης θεσμικής κρίσης.
Συνεχίζοντας σταθερά και αταλάντευτα τις οικονομικές και πολιτικές της στοχεύσεις, η Ε.Ε., με τις πολιτικές αποφάσεις των ηγετών και με τις εισηγήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θα μπορούσε να κάνει περισσότερα για την εμπιστοσύνη αυτή.
Να υπολογίζει περισσότερο τις κοινωνικές παραμέτρους της οικονομικής ολοκλήρωσης διαφυλάσσοντας το Ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. H απόκρουση του φαινομένου της νέας φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτοι στόχοι. Να καταστήσει περισσότερο φιλοπεριφερειακές τις πολιτικές της διατηρώντας τον οριζόντιο χαρακτήρα τους. Να προωθήσει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση τη διεθνή αλληλεγγύη και το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση το κεκτημένο της Ένωσης διαφυλάσσεται από την αδιαμφισβήτητη οικονομική της επιτυχία.
Σύμφωνα με στοιχεία του ECONOMIST, το 2006 το ΑΕΠ της Ε.Ε. αυξήθηκε συνολικά κατά 2,9%, στη δε ευρωζώνη ξεπέρασε την αντίστοιχη αύξηση του αμερικανικού ΑΕΠ, για πρώτη φορά τα τελευταία πέντε χρόνια. Η ευρωζώνη δημιούργησε 12 εκ. νέες θέσεις εργασίας τα τελευταία 8 χρόνια, η μέση ανεργία μειώθηκε σε 7,5% ενώ άρχισε να αυξάνεται αισθητά ο ρυθμός παραγωγικότητας.
Παρά τους κραδασμούς που υπέστησαν οι χώρες της Ευρωζώνης λόγω της υιοθέτησης του ενιαίου νομίσματος, η επιτυχία των μεταρρυθμίσεων που έγιναν τα τελευταία χρόνια επιτρέπει αισιοδοξία αλλά και επιβάλει μέτρα ώστε οι οικονομίες να καταστούν ακόμη περισσότερο ευέλικτες για να αντιμετωπίσουν τις κρίσεις.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Σήμερα ίσως είναι ακόμα λίγο νωρίς για να μετασχηματισθεί η Ένωση σε ομόσπονδο κράτος (προσέγγιση του «όλοι για έναν») αλλά συγχρόνως είναι και πολύ αργά για να αρκεσθεί σε μια Ένωση εθνικής κυριαρχίας. Προσωπικά δεν φοβάμαι τη λέξη «ομοσπονδία», ιδιαίτερα γιατί πιστεύω ότι μακροχρόνια είναι το μόνο βιώσιμο μοντέλο διακυβέρνησης της Ε.Ε.. που μέσα από την κυριαρχία δομών και όχι την ηγεμονία κρατών και έχοντας ως βάση το κοινό συμφέρον, μπορεί να διασφαλίσει αποκεντρωμένη λήψη αποφάσεων και γεωγραφική κατανομή εξουσιών, εφόσον βέβαια οι εξουσίες αυτές έχουν την υποστήριξη της κοινωνίας των πολιτών.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.