ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23.07.2008, Ειδική έκδοση Economist,
Εθνική ενεργειακή στρατηγική
Το σημερινό ενεργειακό μοντέλο της χώρας μας βασίζεται κυρίως σε ‘παραδοσιακές’ μορφές ενέργειας και, παρά το γεγονός ότι εξυπηρέτησε για πολλές δεκαετίες τη χώρα μας, χρήζει ουσιαστικών παρεμβάσεων και βελτιώσεων υπό τα νέα δεδομένα της εποχής μας. Αυτά επιβάλλεται να αντιμετωπιστούν κατά τρόπο ριζικό και τολμηρό, εάν επιθυμούμε να διασφαλίσουμε την επάρκεια σε ενέργεια για την αναπτυξιακή μας πορεία, παράλληλα με σεβασμό στις αρχές που συμφωνήσαμε να προωθούμε σαν Κράτος-Μέλος της Ε.Ε. δηλαδή την προώθηση της παραγωγής ενέργειας από μορφές φιλικότερες προς το περιβάλλον, την απεξάρτηση από ρυπογόνες μορφές παραγωγής ενέργειας, τη μείωση των εκπομπών ρύπων, την εξοικονόμηση ενέργειας, την εφαρμογή όλο και αυστηρότερων κανόνων που συμβάλλουν στο πλαίσιο αυτό.
Οι στόχοι αυτοί εξυπηρετούνται μέσω πολλών και διαφορετικών παραμέτρων, όπως εργαλεία πολιτικής, ήτοι ισχυρά θεσμικά πλαίσια ή/και οικονομικά κίνητρα, τεχνικά εργαλεία όπως σύγχρονες υποδομές ενέργειας (σταθμοί παραγωγής νέων τεχνολογιών, δίκτυα χωρίς απώλειες) και μέσω της ενημέρωσης του ευρέως κοινού, για την εξασφάλιση της συμμετοχής στις δράσεις και πρωτοβουλίες αλλά και της συναίνεσης που απαιτείται για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων.
Επομένως, το πρότυπο του ενεργειακού μοντέλου που εφαρμόζει μία Ευρωπαϊκή χώρα έχει, εν πολλοίς, προσδιορισμένες βασικές αρχές και παραμέτρους. Αλλά δεν θα μπορούσαμε ποτέ να πούμε ότι υπάρχει μία και μόνη λύση. Η κάθε χώρα εξειδικεύει το ενεργειακό της μείγμα και ιεραρχεί τις προτεραιότητές της ανάλογα με τη γεωγραφία, τη γεωμορφολογία και τους φυσικούς πόρους της, τα ιστορικά δεδομένα της ενεργειακής της κατάστασης, τις οικονομικές της δυνατότητες, τις ειδικές ευαισθησίες που τυχόν υπάρχουν. Το ελληνικό ενεργειακό μοντέλο, όπως προαναφέρθηκε, είναι σε φάση αναδιαμόρφωσης, με βάση τις κατευθύνσεις των ευρωπαϊκών πολιτικών ενέργειας, περιβάλλοντος αλλά και ανταγωνισμού (απελευθέρωση, κανόνες εσωτερικής αγοράς) και, ταυτόχρονα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις εγχώριες ειδικές συνθήκες στους φυσικούς πόρους, όσο και την εξελισσόμενη ταυτότητα των φορέων που εμπλέκονται στη διαμόρφωση της ενεργειακής πραγματικότητας.
Πιο συγκεκριμένα, βραχυπρόθεσμα, πρωταρχικό στόχο αποτελεί η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, μέσα από τη προώθηση ειδικών δράσεων για την ορθολογική χρήση και εξοικονόμηση ενέργειας, την αξιοποίηση των δυνατοτήτων των «καθαρών» και αποδοτικών ενεργειακών τεχνολογιών, την υιοθέτηση σύγχρονων και αποτελεσματικών εργαλείων διαχείρισης της ενέργειας και την καλλιέργεια υγιούς καταναλωτικής συνείδησης στους πολίτες σχετικά με την ενέργεια.
Κύριος ρόλος και υποχρέωση του Κράτους και των Ανεξάρτητων Αρχών, εντός των σημερινών κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, είναι η δημιουργία αξιόπιστων και σταθερών θεσμικών, ρυθμιστικών και ελεγκτικών πλαισίων, καθώς και η θέσπιση αποτελεσματικών κανόνων για την ομαλή λειτουργία των ενεργειακών αγορών και του ανταγωνισμού. Αναγκαίος, όσο ποτέ στο παρελθόν, είναι ο σχεδιασμός και η συνεπής υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης περιβαλλοντικής πολιτικής στον ενεργειακό τομέα, με ενσωμάτωση όλων των κρίσιμων Κοινοτικών Οδηγιών στο εθνικό μας δίκαιο, αλλά και την προώθηση ειδικών προγραμμάτων και δράσεων περιβαλλοντικού χαρακτήρα, στο πλαίσιο ενός εθνικού χωροταξικού και περιβαλλοντικού σχεδιασμού, που θα ελαχιστοποιεί το διοικητικό κόστος, θα εξαλείφει τα εμπόδια και τη γραφειοκρατία για την υλοποίηση των επενδύσεων και θα μεγιστοποιεί τα οφέλη για την εθνική οικονομία, το περιβάλλον και την κοινωνία.
Η ενεργειακή πολιτική στην Ελλάδα ασκείται από το Υπουργείο Ανάπτυξης, του οποίου οι προσπάθειες αφορούν στη διαμόρφωση του ρυθμιστικού και νομικού καθεστώτος των ενεργειακών αγορών, στην εκπλήρωση των περιβαλλοντικών δεσμεύσεων της χώρας μέσω της προώθησης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), της συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας (ΣΗΘ) και της εξοικονόμησης ενέργειας (ΕΞΕ), καθώς επίσης και στα έργα ενεργειακών υποδομών και διεθνών ενεργειακών διασυνδέσεων με σκοπό τη διασφάλιση της επάρκειας ενεργειακών πόρων.
Οι κύριοι άξονες ενεργειακής πολιτικής στην Ελλάδα συνοψίζονται ως εξής:
Επάρκεια και ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού (μέσω και της διαφοροποίησης ενεργειακών πηγών).
Παραγωγή ενέργειας με σεβασμό στο περιβάλλον.
Προώθηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας μέσω ενεργειακών επενδύσεων καθαρών ενεργειακών τεχνολογιών εξασφαλίζοντας παράλληλα την περιφερειακή ανάπτυξη.
Στην κατεύθυνση αυτή, τα τελευταία χρόνια εφαρμόζεται στη χώρα μας μια ενεργειακή πολιτική με σαφείς στόχους:
Τη διασφάλιση της ασφαλούς ενεργειακής τροφοδοσίας της ενεργειακής αγοράς, με υψηλής ποιότητας προϊόντα στις καλύτερες δυνατές τιμές.
Τη μείωση της πετρελαϊκής εξάρτησης της χώρας και σταδιακή υποκατάσταση του πετρελαίου από το φυσικό αέριο (επέκταση της χρήσης φυσικού αερίου μέσω της ανάπτυξης νέων δικτύων μεταφοράς και διανομής).
Την αύξηση της συμμετοχής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και των βιοκαυσίμων στο ενεργειακό σύστημα.
Την περαιτέρω απελευθέρωση των αγορών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου προς όφελος των καταναλωτών σύμφωνα με το Κοινοτικό δίκαιο.
Την ενίσχυση και τον εκσυγχρονισμό του συστήματος παραγωγής, μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.
Την υλοποίηση των ενεργειακών υποδομών και των ιδιωτικών ενεργειακών επενδύσεων μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων.
Την επέκταση των ελέγχων σε όλους τους κρίκους της αλυσίδας της αγοράς πετρελαιοειδών, με σκοπό την ενίσχυση του ανταγωνισμού.
Την ενίσχυση των διεθνών διασυνδέσεων της χώρας, στους τομείς του φυσικού αερίου, του πετρελαίου και του ηλεκτρισμού, με σκοπό να καταστεί η Ελλάδα σύγχρονο διεθνές διαμετακομιστικό κέντρο ενέργειας.
Την κατάρτιση Μακροχρόνιου Ενεργειακού Σχεδιασμού με ορίζοντα το 2020 (με τη συνδρομή του θεσμοθετημένου οργάνου της πολιτείας, το Συμβούλιο Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής).
Δέσμη Νομοθετικών Μέτρων για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και την αντιμετώπιση της Κλιματικής αλλαγής
Είναι σκόπιμο στο σημείο αυτό, να γίνει αναφορά στις εξελίξεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα επίκαιρα αυτά θέματα. Βρίσκεται σε διαπραγμάτευση αυτή τη στιγμή, δέσμη νομοθετικών μέτρων που κατατέθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Συμβούλιο στις αρχές του 2008. Η Ε.Ε. προτείνει ένα φιλόδοξο στόχο, ότι μέχρι το 2020 θα συνεισφέρει λιγότερο από 10% στις παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Το πακέτο Ενέργειας-Κλίματος που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με δεσμευτικούς στόχους 20% διείσδυση ΑΠΕ στη συνολική κατανάλωση των κρατών–μελών, 20% μείωση των εκπομπών CO2 στον ενεργειακό τομέα, και 20% εξοικονόμηση στη συνολικά καταναλισκόμενη ενέργεια αποτελεί μια τεράστια πρόκληση για την Ευρώπη και δείχνει το μέτρο για τη διεθνή κοινότητα για την αποτελεσματική διαχείριση της κλιματικής αλλαγής.
Η χώρα μας συντάσσεται με το πλαίσιο του πακέτου, αφού η τήρηση ενός ευέλικτου συστήματος αναφορικά με την επιλογή του μίγματος ΑΠΕ με βάση το διαθέσιμο δυναμικό, τις εθνικές συνθήκες και τις ενεργειακές προτεραιότητες ανά τύπο ΑΠΕ σε κάθε Κράτος-Μέλος βρίσκει απόλυτα σύμφωνη την Ελλάδα. Στο πλαίσιο των ανωτέρω ευρωπαϊκών στόχων το Υπουργείο Ανάπτυξης θέτει σε λειτουργία όλους εκείνους τους μηχανισμούς που θα οδηγήσουν στην επίτευξή τους σε ότι αφορά τη συνεισφορά της χώρας μας.
Η πρόκληση για κάθε χώρα, αλλά και για όλες μαζί είναι διπλή. Από τη μία πλευρά απαιτείται η διασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας και από την άλλη επιβάλλεται η μείωση στη συμβολή στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, ώστε να επιτύχουμε τα επιθυμητά θετικά αποτελέσματα στο κλίμα του πλανήτη μας.
Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και Νέες Ενεργειακές Τεχνολογίες
Στην Ευρώπη των «15» έχει ήδη καταγραφεί μεγάλη αύξηση της χρήσης των ΑΠΕ. Είναι ενδεικτικό ότι μόνον τρεις χώρες, η Γερμανία, η Ισπανία και η Δανία, παράγουν το 84% της συνολικής ισχύος από αιολική ενέργεια στην Ε.Ε. Μάλιστα, μεγάλο μέρος της ισχύος αυτής παράγεται μέσα και κοντά σε οικιστικά σύνολα, ώστε να εκμηδενίζονται οι απώλειες στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής της ενέργειας.
Το Υπουργείο Ανάπτυξης, τα τελευταία χρόνια, έχει αναγάγει τα θέματα που σχετίζονται με την προστασία του περιβάλλοντος και κλιματική αλλαγή καθώς και τις ενεργειακές διασυνδέσεις, σε θέματα μείζονος σπουδαιότητας.
Ειδικότερα, ο Νόμος 3468/2006 για την προώθηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και από Συμπαραγωγή Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης εισάγει νέες σημαντικές βελτιώσεις υπέρ της δυναμικής προώθησης του τομέα, ενισχύοντας την ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών συστημάτων και ολοκληρώνοντας την εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας προς τις απαιτήσεις του άρθρου 5 της Οδηγίας 2001/77/ΕΚ, μέσω της δημιουργίας συστήματος έκδοσης πιστοποιητικών προέλευσης ανανεώσιμης ενέργειας.
Παράλληλα, στους δύο τομείς προτεραιότητας, των ανανεώσιμων πηγών και της ενεργειακής απόδοσης, το Υπουργείο Ανάπτυξης εξετάζει την προώθηση σειράς νέων σημαντικών πρωτοβουλιών για:
Την απλοποίηση των αδειοδοτικών και λοιπών διαδικασιών για την περαιτέρω απρόσκοπτη ανάπτυξη επενδύσεων ανανεώσιμων πηγών και την ταχύρρυθμη διείσδυσή τους στην ελληνική ενεργειακή αγορά, σε κατάλληλες περιοχές, σε εφαρμογή του υπό προώθηση νέου ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τις ΑΠΕ από το ΥΠΕΧΩΔΕ, αλλά και την περαιτέρω δυναμική επέκταση σχετικών εφαρμογών, όπως φωτοβολταϊκών συστημάτων, σε δημόσια και ιδιωτικά κτίρια.
Τη συντονισμένη και ολοκληρωμένη προώθηση δέσμης μέτρων για την εξοικονόμηση ενέργειας στο δημόσιο τομέα, συμπλήρωση και ενοποίηση των υφισταμένων σχετικών δράσεων καθώς και την προώθηση αντίστοιχων δράσεων σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης. Επίσης τη διευκόλυνση της προμήθειας νέων ενεργειακά αποδοτικών συσκευών κατανάλωσης ενέργειας και την περαιτέρω ανάπτυξη δράσεων αντικατάστασης των συμβατικών λαμπτήρων με νέους λαμπτήρες εξοικονόμησης ενέργειας.
Επιπλέον, το Υπουργείο Ανάπτυξης μέσω του Νόμου 3661/2008 θέτει τα θεμέλια για την εκ βάθρων αναθεώρηση του τρόπου που κατασκευάζονται τα κτίρια στην Ελλάδα ως προς την εξοικονόμηση ενέργειας, ενώ ταυτόχρονα έχει θέσει ως έναν από τους στόχους υψηλής προτεραιότητας την ταχύρυθμη ολοκλήρωση των διαδικασιών ενσωμάτωσης των κοινοτικών ενεργειακών οδηγιών για τον οικολογικό σχεδιασμό προϊόντων που καταναλώνουν ενέργεια (οδηγία 32/2005) και την ενεργειακή απόδοση στην τελική χρήση και τις ενεργειακές υπηρεσίες στην εθνική νομοθεσία (οδηγία 32/2006).
Ο στόχος της δημιουργίας σύγχρονων θεσμικών, ρυθμιστικών και ελεγκτικών πλαισίων καθώς και της θέσπισης αποτελεσματικών κανόνων για την εύρυθμη λειτουργία των ενεργειακών αγορών και του ανταγωνισμού, απαιτεί διαρκή προσπάθεια. Άλλωστε πρόκειται για σχετικά νέα αντικείμενα στη χώρα μας, νέα νομοθετικά πλαίσια που ακόμα εξελίσσονται, νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται, τόσο για το δημόσιο τομέα, όσο και τις επιχειρήσεις και τους πολίτες/καταναλωτές ενέργειας. Οι προϋποθέσεις δημιουργούνται σταδιακά, η έμφαση είναι δεδομένη, ως εκ τούτου οι στόχοι πρέπει να επιτευχθούν, με τη συνεργασία όλων των φορέων που εμπλέκονται και με σκοπό τη διασφάλιση των ωφελειών που προσδοκά η σύγχρονη Ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.