ΚΕΡΔΟΣ, 04.09.2008
Η ενεργειακή ανάπτυξη της Ελλάδας κατά την επόμενη δεκαετία
Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι ενεργειακές εξελίξεις έχουν αναδείξει την ορθολογικότερη και αποδοτικότερη παραγωγή, διαχείριση και κατανάλωση των ενεργειακών πόρων ως ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της εποχής μας σήμερα. Οι υψηλές τιμές των υδρογονανθράκων, η ανασφάλεια σχετικά με τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης ή και ευρύτερα, η αύξηση της ζήτησης αλλά και οι αποκλίσεις που παρατηρούνται ως προς τη λειτουργία του ανταγωνισμού στις ενεργειακές αγορές, είναι παράγοντες που επηρεάζουν τις στρατηγικές αποφάσεις των χωρών. Παράγοντες που καταδεικνύουν και την παγκόσμια εξάρτηση από τις, εξαντλούμενες, πρωτογενείς πηγές ενέργειας με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το περιβάλλον αλλά και για τις οικονομίες λόγω των υψηλών τιμών αλλά και της εκρηκτικής αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού που, σύμφωνα με ορισμένα σενάρια, θα οδηγήσει σε διπλασιασμό της παγκόσμιας ζήτησης για ενέργεια έως το 2030. Παράλληλα, η μεταφορά πρωτογενών πηγών ενέχει μεγάλο ρίσκο, ενώ τα ενεργειακά συμφέροντα προκαλούν μεγάλες περιφερειακές διαμάχες.
Οι μελλοντικές γεωπολιτικές συνέπειες είναι δύσκολο να προβλεφθούν. Μπορούν όμως να διαμορφωθούν με μια σοβαρή αξιολόγηση των δυνατοτήτων όλων των πηγών ενέργειας και των αντίστοιχων περιβαλλοντικών, οικονομικών και κοινωνικών τους επιπτώσεών και τη θέσπιση μιας βιώσιμης πολιτικής, που δεν θα μεταβιβάζει τα προβλήματα στις επόμενες γενιές και δεν θα εξαντλεί τους οικονομικούς και περιβαλλοντικούς πόρους στους οποίους στηρίζεται.
Με αυτά τα δεδομένα, βασικοί άξονες στους οποίους εστιάζει η ενεργειακή μας πολιτική είναι οι ακόλουθοι:
Καταρχήν η αποτελεσματική διαχείριση της ζήτησης. Το Πακέτο Ενέργειας-Κλίματος που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με δεσμευτικούς στόχους 20% διείσδυση ΑΠΕ στη συνολική κατανάλωση των κρατών–μελών, 20% μείωση των εκπομπών CO2 στον ενεργειακό τομέα και 20% εξοικονόμηση στη συνολικά καταναλισκόμενη ενέργεια, αποτελεί μια τεράστια πρόκληση για την Ευρώπη και δείχνει το μέτρο για την αποτελεσματική διαχείριση της κλιματικής αλλαγής.
Στο πλαίσιο αυτό, δύο προτεραιότητες μείζονος σημασίας αναδεικνύονται με στόχο μια οικονομία υψηλής ενεργειακής απόδοσης και χαμηλών εκπομπών CO2:
Η δημιουργία αξιόπιστων και σταθερών θεσμικών, ρυθμιστικών και ελεγκτικών πλαισίων καθώς και η θέσπιση αποτελεσματικών κανόνων, διαφανών και ισότιμων για όλους, για την ομαλή λειτουργία των ενεργειακών αγορών και την προστασία των καταναλωτών και του περιβάλλοντος.
Ορισμένες πρωτοβουλίες που λαμβάνουμε στο πλαίσιο αυτό είναι:
Η προώθηση μιας νέας αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών με την προώθηση σχεδίου θεσμικού πλαισίου για τη «Χρηματοδότηση από Τρίτους (ΧΑΤ) σε ενεργειακά έργα». Ο σκοπός είναι τόσο η δημιουργία και η εξέλιξη μίας νέας αγοράς, καθώς ενθαρρύνεται η επιχειρηματικότητα και η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, όσο και η προώθηση της εξοικονόμησης ενέργειας.
Η ταχύρρυθμη διείσδυση των ΑΠΕ με την περαιτέρω απλοποίηση των αδειοδοτικών και λοιπών διαδικασιών και την πρόβλεψη ελκυστικών, αλλά όχι υπέρμετρων, κινήτρων. Η Επιτροπή που λειτουργεί με τη συμμετοχή της αγοράς επεξεργάζεται προτάσεις για τη δημιουργία ενιαίου και αρμονικού πλαισίου ανάπτυξης ιδιωτικών επενδύσεων ΑΠΕ.
Ο σχεδιασμός και η συνεπής υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης περιβαλλοντικής πολιτικής στον ενεργειακό τομέα, με ενσωμάτωση όλων των κρίσιμων από περιβαλλοντική άποψη Κοινοτικών Οδηγιών στο εθνικό μας δίκαιο αλλά και με την προώθηση ειδικών προγραμμάτων και δράσεων στον ενεργειακό τομέα.
Σημαντικές παράμετροι της πολιτικής μας, στο πλαίσιο αυτό, είναι οι ακόλουθες:
Η ικανοποίηση των εθνικών δεσμεύσεων βάσει της νέας Οδηγίας για τις ΑΠΕ σε όρους εγκατεστημένης και λειτουργούσας ισχύος τους, γιατί αυτό είναι που μετράει στο ενεργειακό ισοζύγιο. Καλωσορίζουμε το επενδυτικό ενδιαφέρον, όπως εκφράστηκε για παράδειγμα στα φωτοβολταϊκά συστήματα υπερβαίνοντας τις προγραμματικές προβλέψεις και δίνουμε ισότιμη ευκαιρία σε όλους για υλοποίηση των έργων που είναι, πράγματι, ώριμα τεχνικά και βιώσιμα οικονομικά. Έχουμε ήδη προωθήσει νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει την εξέταση του συνόλου των αιτημάτων που έχουν υποβληθεί και τη χορήγηση εξαίρεσης από άδεια παραγωγής ή άδεια παραγωγής για τα θετικά αξιολογηθέντα, αποφεύγοντας δυσανάλογη αύξηση του τέλους ΑΠΕ για τους καταναλωτές. Στο πλαίσιο της ίδιας ρύθμισης προετοιμάζουμε στοχευμένο πρόγραμμα που θα επιτρέπει την εύκολη, γρήγορη και αποδοτική λειτουργία μικρών οικιακών εγκαταστάσεων, όπως για παράδειγμα τα φωτοβολταϊκά στις στέγες. Με αυτόν τον τρόπο, εκμεταλλευόμαστε το ηλιακό δυναμικό της Ελλάδας, αντιμετωπίζουμε το σοβαρότατο πρόβλημα του δικτύου τους καλοκαιρινούς μήνες και πραγματοποιούμε άλλο ένα βήμα προς την επίτευξη του ενεργειακού στόχου.
Αναφορικά με τα βιοκαύσιμα, τροποποιήσαμε το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο και καταστήσαμε το 2008 μεταβατικό έτος, προκειμένου από το 2009, να ισχύσει νέο, λαμβάνοντας υπόψη και τις προτεινόμενες αλλαγές της νέας Οδηγίας. Τον Απρίλιο 2008 συγκροτήσαμε Εθνική Επιτροπή με αντικείμενο την επεξεργασία και εισήγηση σχετικών προτάσεων για την προώθηση των βιοκαυσίμων στη χώρα, στην οποία συμμετέχει το σύνολο των συναρμόδιων δημοσίων φορέων και εκπρόσωποι της αγοράς.
Προωθούμε σημαντικές δράσεις εξοικονόμησης ενέργειας. Ο νέος νόμος (Ν.3661/2008) για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης των κτιρίων θα ανατρέψει την υφιστάμενη κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από «ενεργειακή σπατάλη» και αυξημένο λειτουργικό κόστος.
Σε μια προσπάθεια να προσδώσουμε στο Δημόσιο υποδειγματικό ρόλο όσον αφορά την εξοικονόμηση ενέργειας, ετοιμάζουμε πρόγραμμα παρεμβάσεων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση με στόχο την προώθηση λύσεων για βιώσιμες πόλεις. Έτσι, συμφωνήσαμε και υλοποιούμε άμεσα σε συνεργασία με την ΚΕΔΚΕ το πρόγραμμα «Εξοικονομώ», το οποίο θα αποτελέσει ένα από τα βασικά εργαλεία για ποσοστό εξοικονόμησης έως 30% στα κτίρια και τους υπαίθριους χώρους.
Ένας δεύτερος βασικός άξονας στον οποίο εστιάζει η στρατηγική του Υπουργείου Ανάπτυξης είναι η διαφοροποίηση:
Διαφοροποίηση ως προς τις πηγές ενέργειας, ως προς τον προμηθευτή και ως προς τους διαύλους διακίνησης της. Στο πλαίσιο αυτό, κλειδί της στρατηγικής μας είναι η μετατροπή της Ελλάδας σε ενεργειακό «κόμβο», με συνεισφορά στην ενεργειακή ασφάλεια τόσο της χώρας μας όσο και της Ευρώπης συνολικά. Οι διεθνείς συμφωνίες που προωθήσαμε τόσο για το πετρέλαιο όσο και για το φυσικό αέριο καταδεικνύουν με τον πλέον σαφέστατο τρόπο ότι η Ελλάδα δεν θα αποτελεί απλώς μία χώρα που θα διέρχονται αγωγοί, αλλά ένα σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση της αγοράς ενέργειας στο εγγύς μέλλον.
Τρεις μείζονος σημασίας εξελίξεις στον τομέα των ενεργειακών διασυνδέσεων πρέπει να αναφερθούν:
Η πιο πρόσφατη αφορά στον αγωγό φυσικού αερίου South Stream. Με αυτή την συμφωνία η Ελλάδα είναι χώρα διέλευσης. Προβλέπεται δε επιπλέον προμήθεια αερίου για την εγχώρια κατανάλωση. Η συμφωνία που υπεγράφη είναι διακρατική και αφορά την μελέτη, κατασκευή και εκμετάλλευση του έργου, ενώ τα εμπορικά και οικονομικά θέματα θα διευθετηθούν με εμπορική συμφωνία.
Η δεύτερη σημαντική εξέλιξη αφορά στη λειτουργία του ελληνοτουρκικού αγωγού φυσικού αερίου και την επέκτασή του προς την Ιταλία. Το γεγονός ότι το έργο έχει ενταχθεί στα Διευρωπαϊκά Δίκτυα, είναι ενδεικτικό του ενδιαφέροντος της ΕΕ τόσο για τον ασφαλή εφοδιασμό της, όσο και για τη διαφοροποίηση των πηγών τροφοδοσίας της και των διαύλων διέλευσης.
Ανάμεσα στους δύο αγωγούς υπάρχει συμπληρωματικότητα. Κυρίως όμως υπάρχει μια αξιόπιστη βάση για την επέκταση του δικτύου φυσικού αερίου στη χώρα μας.
Η τρίτη σημαντική εξέλιξη αφορά στην κατασκευή του αγωγού πετρελαίου Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη. Του πρώτου αγωγού πετρελαίου που κατασκευάζεται αποκλειστικά επί ευρωπαϊκού εδάφους μετά από 40 χρόνια. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό έργο για την αποτελεσματική λειτουργία και την ασφαλή τροφοδοσία σε πετρέλαιο των μεγάλων ενεργειακών αγορών. Ο αγωγός θα συμβάλει σημαντικά στην αποσυμφόρηση των Στενών, περιορίζοντας στο ελάχιστο την πιθανότητα ναυτικού ατυχήματος και ενισχύοντας, συγχρόνως, την περιβαλλοντική ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής. Ταυτόχρονα, τα τέλη διέλευσης του αγωγού δημιουργούν απόθεμα πόρων για την υλοποίηση έργων υποδομής και ανάπτυξης του Νομού Έβρου και, γενικότερα, της Θράκης.
Η μετάβαση όμως σε μια βιώσιμη, διαφοροποιημένη και ασφαλή ενεργειακή οικονομία μπορεί να καταστεί δυνατή μόνο μέσα σε μια δυναμική και ανοικτή αγορά.
Ένας τρίτος λοιπόν άξονας είναι μια καλά λειτουργούσα εσωτερική αγορά ενέργειας με κατάλληλες υποδομές.
Στο πλαίσιο αυτό, έχουμε ενεργοποιήσει όλους τους μηχανισμούς, φορείς και διαδικασίες που θα επιτρέψουν στην Ελλάδα να ακολουθήσει τους εντατικούς ρυθμούς των εταίρων μας, με τέτοιο τρόπο ώστε τα οφέλη του ανταγωνισμού σε τιμές και ποιότητα γίνουν όσο το δυνατόν ταχύτερα ορατά στους Έλληνες πολίτες. Στο πλαίσιο αυτό, προωθούμε την ομαλή και σταδιακή απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας συμμετέχοντας με επιτυχία στις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αρκεί να θυμηθούμε την απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών Ενέργειας της 6ης Ιουνίου 2008 για τα θέματα του λεγόμενου τρίτου πακέτου για την εσωτερική αγορά ενέργειας, όπου χάρη στις σωστές διαπραγματεύσεις και τη δημιουργία ισχυρών συμμαχιών καταφέραμε να γίνει αποδεκτή μια ισότιμη και σταθερή λύση χωρίς χρονικούς ή άλλους περιορισμούς που επιτρέπει στις εταιρείες παραγωγής / προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας να εξακολουθήσουν να συμμετέχουν σε δραστηριότητες στα δίκτυα μεταφοράς. Η απόφαση αυτή όχι μόνο δεν οδηγεί στην υποχρεωτική και απόλυτη διάσπαση της δημόσιας επιχείρησης παραγωγής και διανομής ενέργειας αλλά αντιθέτως την ενδυναμώνει.
Σημαντικό εργαλείο για την υλοποίηση της πολιτικής μας αποτελούν τα συγχρηματοδοτούμενα από την ΕΕ προγράμματα. Με τη χρηματοδότηση του Γ’ΚΠΣ ύψους 2 δις Ευρώ ενισχύσαμε 511 ενεργειακές επενδύσεις οι οποίες συνέβαλαν στην εξοικονόμηση ενέργειας, κατασκευάσαμε 5 υποβρύχιες διασυνδέσεις ώστε να βελτιωθεί η επάρκεια ηλεκτρικής ενέργειας των νησιωτικών περιοχών της χώρας μας ενώ προχωρήσαμε τις επεκτάσεις του δικτύου φυσικού αερίου. Με το ΕΣΠΑ 2007-2013 προχωρούμε ακόμη περισσότερο με έργα που θα ενισχύσουν την ενεργειακή επάρκεια και την ασφάλεια εφοδιασμού της χώρας μας, όπως η διασύνδεση των Κυκλάδων, η Κατασκευή του Ελληνοϊταλικού αγωγού φυσικού αερίου, η επέκταση της υποδομής υγροποιημένου και συμπιεσμένου φυσικού αερίου στη Ρεβυθούσα, έργο εξαιρετικής σημασίας για την ασφάλεια εφοδιασμού, την ανάπτυξη ανταγωνισμού στην προμήθεια φυσικού αερίου καθώς και την ανάδειξη της χώρας σε κέντρο διαμετακόμισης αερίου, και τέλος η εισαγωγή του φυσικού αερίου στην Κρήτη.
Όλα αυτά δεν καταδεικνύουν μόνο ότι ο πήχης είναι πολύ ψηλά, αλλά ότι η πολιτική μας κινείται με γνώμονα την ορθή διαχείριση των στόχων ενεργειακής πολιτικής και την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προκλήσεων, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.
Στο παραπάνω πλαίσιο, αξίζει να κλείσω με μια σκέψη σχετικά με την κάλυψη της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας σε περιόδους αιχμής. Το πρόβλημα αφορά παράλληλα τόσο στη δομή όσο και τη διάρθρωση της κατανάλωσης. Η ενεργειακή επιβάρυνση δεν προέρχεται μόνο από την αύξηση της κατανάλωσης στο σύνολο της, αλλά και από τη διαφοροποίηση των ενεργειακών αναγκών των καταναλωτών. Το ζήτημα αυτό αντιμετωπίζεται σήμερα με την «πολιτική τιμολόγησης», η οποία, ενώ προς στιγμήν αντιμετωπίζει το πρόβλημα στο επίπεδο της διαχείρισης, δεν το επιλύει στο επίπεδο της παραγωγής. Απαιτείται κατά συνέπεια τόσο η δημιουργία νέων μονάδων ικανών να καλύψουν την πρόσθετη ζήτηση όσο και μία τιμολογιακή πολιτική που να εξυπηρετεί τη διαφοροποίηση των οικονομικών και κοινωνικών αναγκών ιδιαίτερα τις περιόδους αιχμής της ζήτησης.
Ένα μέρος του προβλήματος αυτού θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί με την δημιουργία αγοράς αιχμής (η σχετική διαβούλευση από τη ΡΑΕ βρίσκεται σε εξέλιξη) και ένα άλλο θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί αξιοποιώντας πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα στο πλαίσιο Συμβάσεων ΣΔΙΤ στο τρίπτυχο για το χρήστη «καταναλώνω – επενδύω – ωφελούμαι». Η λύση αυτή θα μπορούσε να αφορά συγκεκριμένες ομάδες καταναλωτών/χρηστών οι οποίες έχουν πρόσθετες ανάγκες ή κινδυνεύουν σοβαρά από διακοπές ρεύματος κυρίως σε περιόδους αιχμής, όπως για παράδειγμα βιομηχανίες σε ΒΙΠΕ, ή μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες χωροταξικά συγκεντρωμένες (πχ Κρήτη, Ρόδος κλπ), ή κτίρια γραφείων, ή Ο.Τ.Α. (για την κάλυψη των πρόσθετων αναγκών των δημοτών τους, των Δημοτικών Επιχειρήσεων ή και μεγάλων καταναλωτών του Δήμου (πχ κτίρια γραφείων, ξενοδοχεία κλπ) ή σε συνδυασμό των παραπάνω.
Η βασική αρχή διατυπώνεται ως εξής : Μια ομάδα καταναλωτών/χρηστών από αυτές που περιγράφονται παραπάνω οι οποίες έχουν συμφέρον από την χρήση της πρόσθετης παραγωγής ενέργειας και παρουσιάζει σταθερή ετήσια κατανάλωση, θα μπορούσε «να συμπράξει» και να διαθέσει το κεφάλαιο για την πραγματοποίηση της απαιτούμενης επένδυσης προκειμένου να καλυφθούν οι πρόσθετες ανάγκες τους ή η αιχμή της ζήτησής τους. Η απόδοση της επένδυσης μπορεί να είναι είτε άμεση επί του κεφαλαίου, είτε έμμεση μέσω μείωσης της τιμολόγησης. Οι παραπάνω καταναλωτές/χρήστες θα μπορούσαν να απευθυνθούν και σε ιδιώτες επενδυτές ή να συμπράξουν με αυτούς για την υλοποίηση της επένδυσης. Η επένδυση θα μπορούσε να γίνει από ιδιώτες μέσω Εταιρείας Ειδικού Σκοπού (ΕΕΣ), είτε με σύμβαση ΣΔΙΤ / του Ν. 3389/05 και με Αναθέτουσα Αρχή έναν Ο.Τ.Α. ή με Θεσμοθετημένη Σύμπραξη Δημόσιου – Ιδιωτικού Τομέα (ΘΣΔΙΤ) σύμφωνα με το Κοινοτικό δίκαιο, όπου στην περίπτωση αυτή στην Εταιρεία Ειδικού Σκοπού δύναται να συμμετέχει τόσο ένας Ο.Τ.Α., όσο και άλλοι Δημόσιοι Φορείς και Επιχειρήσεις καθώς και Ιδιώτες.
Σε μια τέτοια περίπτωση η παραγόμενη ενέργεια θα διατίθεται και θα τιμολογείται μέσω του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς και θα ωφελούνται οι συγκεκριμένες ομάδες καταναλωτών/χρηστών που εμπλέκονται στην επένδυση. Για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, μπορούν να αξιοποιηθούν πηγές ενέργειας φιλικές προς το περιβάλλον όπως αστικά απόβλητα (με μετατροπή τους σε ενέργεια και ταυτόχρονη παραγωγή και διάθεση στην αγορά και άλλων μη ενεργειακών προϊόντων, όπως για παράδειγμα δομικών υλικών από λυματολάσπη, αυξάνοντας έτσι την αποδοτικότητα της επένδυσης) ή χρήση βιομάζας και γεωθερμίας, οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν ταυτόχρονα για οικιακή ή γεωργική χρήση (θέρμανση – θερμοκήπια κ.λ.π.). Μια πρωτοβουλία αυτού του είδους θα μπορούσε να ξεκινήσει πιλοτικά από κάποιους φορείς και, ίσως, να υποστηριχθεί από καινοτόμες δράσεις Εθνικών και Κοινοτικών Προγραμμάτων.
Το σχήμα σύμπραξης ΣΔΙΤ για τη μορφή επένδυση – διανομή – αποπληρωμή βοηθά για τη «λιτή» κατανάλωση αλλά και υποκινεί την επίτευξη τεχνολογικής ικανότητας μέτρησης κατανάλωσης κατ’ άτομο, συσκευή, κτίριο. Η συνέργεια στην ενεργειακή απόδοση θα συνδράμει στην εξοικονόμηση/μείωση απωλειών και τελικά στην ορθολογική τιμολογιακή επιβάρυνση του χρήστη.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.