Ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας των ΜΜΕ. Συμπεράσματα για την Κύπρο.
Τρίτη 16 Απριλίου 2002
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Σας καλωσορίζω στη Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής της Επιτροπής. Στο χρόνο που έχουμε στη διάθεσή μας, θα συζητήσουμε τις παρεμβάσεις των διαρθρωτικών ταμείων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του παραγωγικού τομέα στην Ελλάδα, με στόχο να αντλήσουμε διδάγματα για την Κύπρο ενόψει της ένταξής της στην ΕΕ. Κατά την παρουσίασή μου θα εκφράσω και απόψεις καθαρά προσωπικές που δεν απηχούν κατ’ ανάγκη και τις απόψεις της Επιτροπής.
Ας δούμε καταρχήν συνοπτικά την ελληνική εμπειρία.
Όπως, ενδεχομένως, γνωρίζετε, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 η Ελλάδα βρισκόταν περίπου στο 60% του μέσου επιπέδου ευημερίας της Ένωσης και σε μεγάλη απόσταση από το προτελευταίο κράτος μέλος. Δηλαδή την περίοδο αυτή η Ελλάδα παρουσίαζε τη μεγαλύτερη υστέρηση σε όρους βιοτικού επιπέδου, δυνατοτήτων απασχόλησης και παραγωγικότητας (ΑΕΠ/απασχολούμενο) παρά το γεγονός ότι είχε αποκομίσει, με την εφαρμογή των ΜΟΠ, πέραν των πόρων, σημαντικές εμπειρίες πολυετούς προγραμματισμού και στοχοθέτησης.
Σήμερα η Ελλάδα βρίσκεται στο 70% του μέσου επιπέδου ευημερίας – δεν είναι πλέον η τελευταία χώρα – και έχει θεμελιώσει συνθήκες μακροοικονομικής σύγκλισης χωρίς, ωστόσο, να έχει επιτύχει την ουσιαστική σύγκλιση, η οποία δεν είναι άλλη από την προσέγγιση του κοινοτικού μέσου όρου του κατά κεφαλή ευρωπαϊκού ΑΕΠ.
Για να μάθει η Ελλάδα με ποιο τρόπο επιτυγχάνεται η ευημερία, αναλώθηκαν αφειδώς πόροι χωρίς να αξιοποιηθούν, στο βαθμό που θα έπρεπε, για την ανάπτυξη της χώρας. Σήμερα, οι κοινωνίες και οι πολίτες ζητούν καλύτερη διακυβέρνηση και καλύτερη διαχείριση των δημόσιων πόρων. Ζητούν αποτελεσματικά και υψηλής ποιότητας έργα που θα βελτιώνουν την καθημερινή τους ζωή. Δεν πρέπει πάντως να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα, σε μια περίοδο που χαρακτηριζόταν από τη στασιμότητα, τις κλειστές αγορές, την πλήρη κυριαρχία των κρατικών μονοπωλίων, την αδυναμία επιχειρηματικότητας και δημιουργίας θέσεων απασχόλησης, έπρεπε, πρωτίστως, να αντιμετωπίσει θεμελιώδεις ελλείψεις στη δημόσια διοίκηση, στις υποδομές (δίκτυα μεταφορών και ενέργειας, τηλεπικοινωνιών και περιβαλλοντικές εγκαταστάσεις), στην ανταγωνιστικότητα και στην κατάρτιση.
Λαμβάνοντας ως δεδομένο το γεγονός ότι οι επενδυτές έχουν απόλυτη γνώση των υποδομών και του ανθρώπινου δυναμικού όταν επιλέγουν τον τόπο στον οποίο θα υλοποιήσουν την επένδυση τους, αντιλαμβανόμαστε εύκολα γιατί η Ελλάδα έμεινε έξω από τον χορό των ξένων επενδύσεων. Αυτό καθίσταται σαφές από τα κατωτέρω στοιχεία. Τη δεκαετία του 1990, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της εσωτερικής αγοράς, επενδύθηκαν στην Ε.Ε. από τρίτες χώρες 260 δις €. Η Ελλάδα απορρόφησε σε ποσοστά τις λιγότερες επενδύσεις (0,6%) σε σχέση με την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, και την Ισπανία. Η εικόνα αυτή δεν έχει ανατραπεί μέχρι σήμερα παρά το γεγονός ότι οι υποδομές έχουν βελτιωθεί σημαντικά. Σύμφωνα με στοιχεία της τελευταίας ετήσιας έκθεσης ανταγωνιστικότητας του IMD, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 11η θέση μεταξύ των εταίρων της. Φαίνεται ότι οι υποδομές δεν καθιστούν απαραίτητα μια χώρα ελκυστική. Τη 2ετία 1998-1999, 3.000 ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αγοράστηκαν από επενδυτές τρίτων χωρών. Από τις επιχειρήσεις αυτές, μόνον 22 ήταν ελληνικές. Η πολυνομία του φορολογικού συστήματος, το εργασιακό κλίμα, η γραφειοκρατία και η διαφθορά στο δημόσιο τομέα, τα κρυφά μονοπώλια και άλλα αντικίνητρα παίζουν καθοριστικό ρόλο στις επιλογές των επενδυτών. Ειδικότερα για την απασχόληση, η μονομερής σύνδεση της αύξησής της με το ύψος των επιχορηγήσεων φαίνεται ότι λειτουργεί ως αντικίνητρο για τις επενδύσεις έντασης κεφαλαίου.
Ειδικότερα όσον αφορά τον παραγωγικό τομέα, σε αντίθεση με την Κύπρο, η μεταποίηση πραγματοποιεί ετησίως το 33% του συνόλου των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα και εξάγει το 55% του συνόλου των προϊόντων που εξάγονται από τη χώρα. Ο τομέας αυτός αντιμετωπίζει μεγάλο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας το οποίο εξηγείται εν μέρει από το μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων μικρού και πολύ μικρού μεγέθους σε σχέση με τα άλλα Κράτη-μέλη. Για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της μεταποιητικής βιομηχανίας διατέθηκαν από το ΚΠΣ 1994-1999 (πρόγραμμα ΕΠΒ) 1,3 δις €. Με τους πόρους αυτούς παρήχθησαν τα ακόλουθα αποτελέσματα :
Υποδομές. Επέκταση και αναβάθμιση 8 ΒΙ.ΠΕ., δημιουργία εμπορευματικού και εκθεσιακού κέντρου, δημιουργία θερμοκοιτίδων επιχειρήσεων σε 3 ΒΙΟ.ΠΑ., Ίδρυση 6 ΒΙΟ.ΠΑ.
Επενδύσεις. Ενίσχυση 181 επιχειρηματικών σχεδίων (980 εκ €. με 7961 νέες θέσεις εργασίας) και 652 ειδικών επενδύσεων (710 εκ. € με 69 θέσεις εργασίας), ίδρυση 20 εργαστηρίων ποιότητας με 43 θέσεις.
Ποιότητα. Θεσμοθέτηση και λειτουργία Εθνικού Συστήματος Διαπίστευσης, Δημιουργία Ελληνικού Ινστιτούτου Μετρολογίας (ΕΙΜ), Στέγαση 10 εργαστηρίων διακρίβωσης.
Περιβάλλον Επιχορήγηση 14 επιχειρήσεων για επενδύσεις σε Οικολογικά Φιλικές Μεθόδους Παραγωγής και Προϊόντα ή για πρόληψη Βιομηχανικών Ατυχημάτων, Επιχορήγηση 123 επιχειρήσεων για επενδύσεις ασφάλειας και υγιεινής της εργασίας, Επιχορήγηση 107 επιχειρήσεων για Συστήματα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης κατά ΕΜΑS ή ISO – 14001, Επιχορήγηση 11 επιχειρήσεων για την απόκτηση Οικολογικού Σήματος.
ΜΜΕ. Ενίσχυση 3 εταιριών επιχειρηματικού κεφαλαίου, Ενίσχυση 23 Πιστωτικών Συνεταιρισμών, Επιδότηση επιτοκίου για 499 επιχειρήσεις, Ενίσχυση 1.250 νέων επιχειρήσεων, 109 υπεργολαβιών ΜΜΕ, 51 κοινοπραξιών και συνεργασιών, 443 επιχειρήσεων χειροτεχνίας, 198 επιχειρήσεων γυναικών, 24 δικτύων με 206 επιχειρήσεις, 49 πρότυπων έργων ηλεκτρονικού εμπορίου με 250 επιχειρήσεις, Ίδρυση 23 Γραφείων Βιομηχανικής Αλλαγής, Ενίσχυση 145 επιμελητηρίων και συλλογικών φορέων, Ενίσχυση 5 κλαδικών ινστιτούτων.
Από την αξιολόγηση των χαρακτηριστικών των επιχειρήσεων που εντάχθηκαν σε δράσεις του Ε.Π.Β., προέκυψε ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις δεν χρειάζονταν παρέμβαση του προγράμματος ενώ οι πολύ μικρές αδυνατούσαν να προβούν σε μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και να επωφεληθούν των ενισχύσεων. Η ουσιαστική ενίσχυση προέκυψε για τις μεσαίες, με άμεσες επιπτώσεις στην κεφαλαιακή τους διάρθρωση και στην απασχόληση. Η κατανομή των κατευθύνσεων στις βιομηχανικές επενδύσεις δεν ήταν ορθολογική : μόλις το 4% των επενδύσεων αφορούσε σε εισαγωγή νέων μεθόδων παραγωγής – 16% στη βελτίωση υφιστάμενων μεθόδων παραγωγής, 26% στην αντικατάσταση κεφαλαιουχικού εξοπλισμού και 21% στη διεύρυνση της παραγωγικής δυναμικότητας για παραγωγή νέων προϊόντων. Χωρικά, η μεγαλύτερη συγκέντρωση αποτελεσμάτων εντοπίστηκε στα μεγάλα αστικά κέντρα. Πάνω από 60% των πόρων του ΚΠΣ 1994-1999 που διατέθηκαν για ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, απορροφήθηκαν από επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην Αττική.
Σημειώνω επίσης ότι για την εξειδίκευση των στρατηγικών στόχων του προγράμματος και την εξασφάλιση νομοθετικής και διαχειριστικής ετοιμότητας, αναλώθηκε πολύς χρόνος. Από τη διαδικασία αυτή, προέκυψε πολυτυπία δράσεων και αναπόφευκτη διασπορά πόρων και διαχειριστικής προσπάθειας, με αρνητικό αποτέλεσμα. Κατά την υλοποίηση προέκυψε επίσης ένας δυϊσμός, όπου τα μέτρα με χαμηλό προϋπολογισμό και «γνωστή» τεχνογνωσία διαχείρισης παρουσίασαν ταχεία υλοποίηση, ενώ τα «καινοτόμα» μέτρα ενεργοποιήθηκαν προς το τέλος του Προγράμματος. Έτσι το πρόγραμμα ΕΠΒ οδηγήθηκε σε ενδιάμεσες τροποποιήσεις, που επέφεραν μία «διολίσθηση» στόχων σπουδαιότητας, όπως η προώθηση ποιότητας και η δημιουργία και ο εκσυγχρονισμός υποδομών.
Οι μακροοικονομικές επιπτώσεις σε δεκαετή ορίζοντα των επενδύσεων του ΕΠΒ εκτιμήθηκαν ως εξής: αύξηση ΑΕΠ κατά 1% και ιδιωτικών επενδύσεων κατά 1,4%, συνολική μείωση του ποσοστού ανεργίας κατά 0,7%, βελτίωση του ισοζυγίου εξωτερικού εμπορίου κατά 0,47 μονάδες, βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών κατά 1,61 και βελτίωση των όρων εμπορίου κατά 0,24. Αν και τα αποτελέσματα αυτά δεν έχουν επαληθευτεί ακόμα με βάση το διεθνή δείκτη ανταγωνιστικότητας IMD, η ελληνική οικονομία φαίνεται ότι βελτίωσε τη θέση της μετακινούμενη από την 40ή στην 31η θέση από το 1995 μέχρι το 1999. Η μεταποίηση ανέκοψε επίσης τη μακρά τάση συρρίκνωσης του μεριδίου της στο ΑΕΠ και έχει επιδείξει σωρευτική αύξηση της παραγωγής κατά 9% την περίοδο 1994-99 (το ΑΕΠ της μεταποίησης από –0,4% το 1994 ανέβηκε στο +6% το 1998).
Ωστόσο, παρά τις θετικές εξελίξεις οι επιδόσεις του τομέα εξακολουθούν σήμερα να μην είναι ικανοποιητικές. Η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ η Ελληνική Οικονομία είναι ακόμα προσανατολισμένη σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπου η ποιότητα, ο σχεδιασμός, η καινοτομία και ο βαθμός εξειδίκευσης των προϊόντων είναι χαμηλή. Επίσης, ο ρυθμός αύξησης των παγίων επενδύσεων βαίνει φθίνων, αφενός, λόγω της κακής λειτουργίας του χρηματιστηρίου και αφετέρου, λόγω της συλλογής επενδυτικού χρήματος από το δημόσιο είτε μέσω αποταμιευτικών τίτλων είτε μέσω εισαγωγής πρώην κρατικών μονοπωλίων στο χρηματιστήριο χωρίς αυτά να έχουν απεγκλωβιστεί από τον κρατικό έλεγχο. Τέλος πρόσφατη έρευνα του ΙΟΒΕ κατέδειξε ότι μόνο το 40% των επιχειρήσεων είναι σε ετοιμότητα για να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό (πρόκειται για τους κλάδους ξυλείας, τροφίμων-ποτών, προϊόντων μετάλλου και χημικών προϊόντων, πλαστικών, προϊόντων από μη μεταλλικά ορυκτά). Οι κλάδοι υφαντουργίας, ένδυσης-υπόδησης, χάρτου, βασικής μεταλλουργίας έχουν χαμηλή ετοιμότητα.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν έχουν τα χαρακτηριστικά επιχειρήσεων της νέας οικονομίας. Δηλαδή δεν συνδυάζουν καινοτομίες και τεχνολογία. Οι βασικές αδυναμίες που υφίστανται σήμερα είναι : η τεχνολογική υστέρηση λόγω της χαμηλής ικανότητας του παραγωγικού συστήματος της χώρας να ενσωματώνει νέες τεχνολογίες, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα (που οξύνεται όπως προανέφερα από το γεγονός ότι – ιδίως στον τομέα της μεταποίησης – δεσπόζουν πολλές πολύ μικρές και μεσαίες παραδοσιακές επιχειρήσεις), η αδυναμία ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας παρά το ότι η επιχειρηματικότητα δεν είναι πλέον αρνητικά φορτισμένη ως ιδεολογική και κοινωνική επιλογή (όλοι έχουν κατανοήσει ότι τα προβλήματα ευημερίας δεν επιλύονται μέσω του κράτους), καθώς και άλλα ενδογενή προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις, όπως η ανεπαρκής οργανωτική υποδομή, οι αδυναμίες στις μεθόδους διοίκησης, η τάση ατομιστικής συμπεριφοράς των επιχειρηματιών, η κακή κεφαλαιακή συγκρότηση, ο προσανατολισμός στην εσωτερική αγορά και σε παραδοσιακούς τομείς δραστηριότητας που χαρακτηρίζονται από χαμηλά επίπεδα τεχνολογίας, ποιότητας και παραγωγικότητας.
Αποτέλεσμα των αδυναμιών και των προβλημάτων αυτών είναι η δυσχέρεια της ελληνικής επιχείρησης να αντισταθεί στον εξωτερικό ανταγωνισμό ακόμα και στην εσωτερική αγορά, στην οποία σταθερά αυξάνει τα τελευταία είκοσι χρόνια η διείσδυση προϊόντων του εξωτερικού -τα εισαγόμενα μεταποιητικά προϊόντα αντιπροσωπεύουν το 48% του συνόλου. Όπως γνωρίζετε καλύτερα από εμένα, η αγορά, ιδιαίτερα η διεθνοποιημένη αγορά, έχει τους κανόνες της. Τιμωρεί όσους εφησυχάζουν στα κέρδη τους σήμερα, χωρίς να αναδιοργανώνονται, να επενδύουν, να προσαρμόζονται και να αναπτύσσονται, και εξοστρακίζει όσους αδυνατούν να προετοιμαστούν για το αύριο όπου ο ανταγωνισμός θα είναι οξύτατος. Είναι σαφές ότι η ισχυροποίηση των ανατολικών ευρωπαϊκών και βαλκανικών χωρών, η περαιτέρω απελευθέρωση του παγκόσμιου εμπορίου σε κάθε σχεδόν τομέα παραγωγής, η αλματώδης εξέλιξη πολλών αναπτυσσόμενων χωρών, η συρρίκνωση των παρεμβατικών δυνατοτήτων του Κράτους, οι πιέσεις για φορολογική εναρμόνιση θα επιφέρουν ριζικές αλλαγές στο τοπίο των αγορών, που ήδη αρχίζουν να γίνονται ορατές.
Θα πρέπει να αναφέρω στο σημείο αυτό ότι πολλοί επιχειρηματίες δεν φαίνεται να έχουν συνειδητοποιήσει ότι η Ελλάδα είναι ενσωματωμένη στο διεθνές οικονομικό σύστημα και για το λόγο αυτό οι επιχειρήσεις τους οφείλουν να είναι διεθνώς ανταγωνιστικές, να έχουν στρατηγική σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να βασίζονται στην ποιότητα, στο επώνυμο προϊόν, στη νέα τεχνολογία, στην αποτελεσματική οργάνωση. Ορισμένοι από αυτούς δεν μπορούν ακόμη να υπερβούν τη νοοτροπία του προστατευτισμού, του βραχυπρόθεσμου σχεδιασμού, του ασφαλούς και σίγουρου κέρδους.
Υπάρχουν, ωστόσο, πολλοί έλληνες βιομήχανοι, οι οποίοι δεν θεωρούν πλέον αναγκαίες τις παλαιές κλαδικές πολιτικές που ευνοούσαν ορισμένους κλάδους ανεξαρτήτως της δυνατότητας κάθε επιχείρησης να επιβιώσει στον ανταγωνισμό. Εντούτοις, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι με την προοδευτική μείωση των κρατικών ενισχύσεων και την κάμψη της κερδοφορίας στην Ελλάδα, τα περιθώρια αυτοχρηματοδότησης μειώνονται – ενώ οι πωλήσεις της βιομηχανίας στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 13,5%, τα καθαρά κέρδη μειώθηκαν κατά 37%. Ο νέος αναπτυξιακός νόμος της Ελλάδας προσανατολίζεται στην επιδότηση μόνον του αρχικού επιχειρηματικού κινδύνου. Θα πρέπει ωστόσο, τα κίνητρα ανά ζώνη, να βασίζονται σε μια ορθά δομημένη περιφερειακή πολιτική που να στηρίζεται σε ένα σωστό χωροταξικό σχεδιασμό.
Το νέο πλαίσιο ανάπτυξης που προσδιορίζεται από τις απελευθερωμένες αγορές, τον περιορισμό του ρόλου του κράτους, την ανάδειξη αρχών εποπτείας των αγορών και των αρχών ανταγωνισμού, δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται επιδίωξη επιχειρήσεων μεγαλύτερου μεγέθους μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών, δικτυώσεις μικρομεσαίων κυρίως επιχειρήσεων μέσω οριζόντιων και κάθετων διασυνδέσεων στο σύστημα παραγωγής και διανομής για την επίτευξη οικονομιών μοναδιαίου κόστους, περισσότερες νεωτεριστικές ιδέες για την εφαρμογή νέων παραγωγικών διαδικασιών και την προώθηση νέων προϊόντων που θα είναι ποιοτικά καλύτερα και φθηνότερα, διείσδυση και κατάκτηση νέων αγορών, διεθνείς συνεργασίες.
Το ΚΠΣ 2000-2006, τρίτο πακέτο στη σειρά από το 1989, στοχεύει προς αυτή την κατεύθυνση. Το ΣΠΑ υποβλήθηκε τον Οκτώβριο του 1999. Τον Ιούλιο του 2000 η Επιτροπή ενέκρινε επί της αρχής το ΚΠΣ στο οποίο συμφωνήθηκε η στρατηγική με την οποία θα αξιοποιηθούν οι πόροι ύψους σχεδόν 27 δις €, σε σημερινές τιμές, που θα καταβληθούν στην Ελλάδα την περίοδο 2000-2006 (23 από το ΚΠΣ, 3,3 από το ΤΣ και 0,6 από τις ΚΠ).
Επιπλέον 1,1 δις € θα καταβληθούν ως αποπληρωμές του ΚΠΣ 1994-1999. Εάν προσθέσουμε περίπου 13 δις € από την κρατική συμμετοχή και 11 δις € από τον ιδιωτικό τομέα, το σύνολο ανέρχεται σε 50 δις €, ποσό πρωτοφανές και χωρίς προηγούμενο, το οποίο αντιπροσωπεύει περίπου το 2,4% του ΑΕΠ και αντιστοιχεί στο 75% των δημοσίων επενδύσεων στην Ελλάδα. Το πακέτο αυτό που θα μας βοηθήσει να κερδίσουμε μεταξύ 1 και 1,5% παραπάνω ανάπτυξη ετησίως, είναι η τελευταία «ένεση κεφαλαίων» που προσφέρει η ΕΕ. Ο όγκος του θα θέσει σε δοκιμασία τις δυνάμεις της οικονομίας και της διοίκησης. Μόλις τελειώσει θα πρέπει να υπάρχουν η υποδομή και οι δυνατότητες για αυτόνομη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο το ΑΕΠ/κάτοικο που αντιπροσωπεύουν οι πόροι αυτοί, έχει περιορισμένη επίπτωση στο κλείσιμο της ψαλίδας. Γίνεται έτσι αντιληπτό ότι προϋπόθεση για σύγκλιση αποτελούν οι πολιτικές του ίδιου του κράτους.
Από την Κοινοτική συμμετοχή που προανέφερα, 2 δις € θα διατεθούν στο ΕΠ «Ανταγωνιστικότητα». Στο ΕΠΑΝ, η στρατηγική κατεύθυνση για την παραγωγική ανασυγκρότηση της μεταποίησης και των υπηρεσιών στηρίζεται σε τρεις άξονες που θα επιτρέψουν τη μετάβαση των επιχειρήσεων στη νέα οικονομία και οι οποίοι είναι: η τεχνολογική αναβάθμιση, η τόνωση της επιχειρηματικότητας και η ποσοτική αλλά και ποιοτική βελτίωση της απασχόλησης.
Με βάση την εμπειρία του ΕΠΒ, στο ΕΠΑΝ περιορίζεται το μερίδιο ενίσχυσης των ιδιωτικών επενδύσεων και επεκτείνεται το εργαλείο των Business Plans. Ιδιαίτερο βάρος αποδίδεται στην απλούστευση και εκλογίκευση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, την εισαγωγή αποτελεσματικότερων εργαλείων χρηματοδότησης και την ενθάρρυνση επιχειρηματικών συνεργασιών προκειμένου να τονωθεί η εξωστρέφεια και να αυξηθεί η προστιθέμενη αξία του ελληνικού παραγωγικού συστήματος. Στο πλαίσιο αυτό, ενισχύονται οι ανταγωνιστικές ικανότητες των επιχειρήσεων που ήδη λειτουργούν και επιδοτείται η δημιουργία νέων επιχειρήσεων που θα αξιοποιούν την καινοτομία και θα κάνουν χρήση των νέων τεχνολογιών. Προβλέπονται επίσης μέτρα αξιοποίησης της τεχνολογίας στην επιχειρηματική δραστηριότητα, οικολογικού αναπροσανατολισμού της επιχειρηματικής δραστηριότητας και αναβάθμισης του ανθρώπινου δυναμικού των επιχειρήσεων.
Στον τομέα της ΕΤΑ υπάρχει έλλειψη ικανού αριθμού ειδικευμένων επιστημόνων σε τομείς ταχείας τεχνολογικής ανάπτυξης, η επιχειρηματικότητα των ερευνητών βρίσκεται σε νηπιακό στάδιο και η παροχή τεχνολογικών υπηρεσιών προς τις ΜΜΕ παραμένει εξαιρετικά ανεπαρκής. Το ΕΠΑΝ ενισχύει την εμπορευματοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων για τη δημιουργία νέων εταιριών ταχείας ανάπτυξης (spin off), καθώς και τα τεχνολογικά πάρκα και τα ερευνητικά κέντρα που παράγουν γνώση και τεχνολογία προσφέροντας συγκεκριμένες υπηρεσίες προς τους παραγωγικούς φορείς. Επιδιώκεται επίσης η ενδυνάμωση της συνεισφοράς των επιχειρήσεων στην ερευνητική προσπάθεια και η δημιουργία νέων δικτύων τεχνολογικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων.
Στα πλαίσια του ΕΠΑΝ θα δημιουργηθεί επίσης ειδικό ταμείο για τη χρηματοδότηση επιχειρηματικών πρωτοβουλιών στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας, κυρίως από νέες επιχειρήσεις και νέους επιχειρηματίες και ειδικό ταμείο εγγυήσεων για τις ΜΜΕ ώστε να μπορούν να εξασφαλίζουν χρηματοδότηση των επενδύσεων και των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών τους, όταν το τραπεζικό σύστημα είναι απρόθυμο να συμμετέχει (το ταμείο θα παρέχει μέρος των εγγυήσεων – π.χ. 50%- που απαιτούνται από τις τράπεζες).
Βρισκόμαστε στον τρίτο χρόνο από την έναρξη του ΕΠΑΝ χωρίς και πάλι να έχει αποφευχθεί το πάγιο πρόβλημα νομοθετικής και διαχειριστικής ετοιμότητας, έλλειψης θεσμών, αναπτυξιακών εργαλείων και σύγχρονων διαχειριστικών μηχανισμών κατάλληλων να στηρίξουν την πολιτική αυτή.
Για να οδηγηθούμε σε κάποια συμπεράσματα για την Κύπρο θα πρέπει προηγουμένως να δούμε ορισμένα θεμελιώδη μεγέθη, π.χ. ως προς τις υποδομές. Τα λιμάνια αντιμετωπίζουν οργανωτικά και λειτουργικά προβλήματα, στα αεροδρόμια οι κτιριακές ευκολίες είναι ανεπαρκείς και οι προσφερόμενες υπηρεσίες υστερούν ποιοτικά. Στον τομέα της ενέργειας υπάρχει πλήρης εξάρτηση από εισαγόμενες πηγές (96%). Το περιβάλλον αντιμετωπίζει έντονα προβλήματα (ελλείψεις υδάτινων πόρων, υποβάθμιση λόγω τουρισμού, αδυναμία ορθολογικής διαχείρισης αποβλήτων). Ο κατασκευαστικός τομέας βρίσκεται σε πτώση λόγω της έντονης δραστηριοποίησης του δημόσιου τομέα.
Στην Κύπρο με συνολικό ΑΕΠ 9 δις $ (αυξήθηκε κατά 2,5% σε πραγματικούς όρους το 1997) έχετε ως κύριο μοχλό ανάπτυξης τον τουρισμό, το εμπόριο, τις τηλεπικοινωνίες και τις χρηματοδοτικές υπηρεσίες, όπου παράγεται το 75% του ΑΕΠ και απασχολείται το 69% του δυναμικού. Στους τομείς αυτούς υπάρχουν ελλείψεις σε προηγμένη τεχνολογία, σε επιχειρηματικά κεφάλαια, σε σύγχρονα συστήματα διοίκησης, αλλά και σε επαγγελματική κατάρτιση. Ο πρωτογενής τομέας που αντιπροσωπεύει το 5% του ΑΕΠ και το 10% της απασχόλησης, έχει υψηλό κόστος παραγωγής και τεχνολογικές αδυναμίες,. Στον τομέα της μεταποίησης, ο οποίος αντιπροσωπεύει το 11% του ΑΕΠ και απασχολεί το 13% του εργατικού δυναμικού, η παραγωγικότητα είναι χαμηλή και το ΑΕΠ/απασχολούμενο ανέρχεται στο 55% του κοινοτικού μέσου όρου. Το ίδιο πρόβλημα παραγωγικότητας υπάρχει και στις υπηρεσίες. Ωστόσο, η μεταποίηση δείχνει σημάδια ανάκαμψης με σημαντικότερους κλάδους τα τρόφιμα και ποτά, τα είδη ένδυσης, τα έπιπλα και τα μεταλλικά προϊόντα. Οι στόχοι που έχουν τεθεί για προσέλκυση και ανάπτυξη νέων βιομηχανιών υψηλής τεχνολογίας, ανασυγκρότηση και στήριξη της παραδοσιακής μεταποιητικής βιομηχανίας, προσέλκυση ξένων επενδύσεων εντάσεως κεφαλαίου, απαιτούν εργαλεία όπως εκκολαπτήρια επιχειρήσεων, κέντρα έρευνας και ανάπτυξης, κέντρο εξυπηρέτησης επενδυτών κλπ.
Στην Κύπρο υπάρχει σήμερα ικανοποιητική διαχειριστική εμπειρία που αποκτήθηκε στα πλαίσια της εφαρμογής Κοινοτικών προγραμμάτων όπως τα MEDA (ευρωμεσογειακή συνεργασία), LIFE, SYNERGY, ΕCIP – EC-Investment partners scheme (κοινοπραξίες μεταξύ επιχειρήσεων), BC-NET και BRE (συνεργασίες μεταξύ επιχειρήσεων), COST (ευρωπαϊκή συνεργασία σε θέματα ΕΤΑ), αλλά και προγραμμάτων, στον προϋπολογισμό των οποίων συνεισφέρει και η Κύπρος, όπως τα Leonardo Da Vinci (Κατάρτιση), Socrates (Εκπαίδευση), Youth for europe (Νεολαία), MEDIAII (οπτικοακουστικά μέσα) και το 5ο πρόγραμμα-πλαίσιο για την ΕΤΑ όπου δεν φαίνεται να υπάρχει ικανοποιητική συμμετοχή της Κύπρου. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι τα προγράμματα ΕΤΑ δεν ενισχύουν μόνο τη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας, αλλά και παραδοσιακούς κλάδους (αγροβιομηχανία, κατασκευές, κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και προϊόντα ξύλου).
Εμπειρία υπάρχει επίσης και στα θέματα πρόσβασης στη χρηματοδότηση. Η Κύπρος συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕ) που αποτελεί τη μεγαλύτερη ενιαία πηγή διεθνούς χρηματοδότησης στις προς ένταξη χώρες (8,5 δις € για το 2000-2003). Η ΕΤΕ χορηγεί δάνεια σε ενδιάμεσα τραπεζικά ιδρύματα (50 χιλιάδες ΜΜΕ από όλες τις χώρες έχουν μέχρι σήμερα επωφεληθεί των δανείων αυτών), παρέχει εγγυήσεις (μέσω του θυγατρικού της Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων) και χρηματοδοτεί κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου (μέρος των οποίων διοχετεύεται μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Τεχνολογίας – ETF – το οποίο διοικείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων). Η ΕΤΕ έχει εγκρίνει πάνω από 1 δις € για 40 περίπου κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου. Στα πλαίσια των προτεραιοτήτων των προενταξιακών συμφωνιών, τα δάνεια της ΕΤΕ συνδέονται άμεσα με τα προγράμματα για την προώθηση του οικονομικού εκσυγχρονισμού και της υιοθέτησης του «κοινοτικού κεκτημένου».
Ειδικότερα για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Εγγυήσεων θα ήθελα να σημειώσω ότι είναι αποτέλεσμα συνεργασίας της ΕΤΕ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και 76 χρηματοδοτικών οργανισμών από τα 15 κράτη μέλη. Ο κύριος στόχος του είναι να ενεργεί ως καταλύτης για τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων στα προγράμματα διευρωπαϊκών δικτύων, την πρόσβαση των ΜΜΕ στη χρηματοδότηση των επενδύσεών τους με λογικό κόστος, την επένδυση στις καινοτόμες ΜΜΕ.
Τέλος, πολλά έχουν γίνει και στον τομέα της πληροφόρησης. Η Επιτροπή λειτουργεί βάσεις δεδομένων που είναι χρήσιμες για τις ΜΜΕ, όπως πχ η SMIE, η οποία στοχεύει στην παροχή πληροφοριών για τα σημαντικότερα μέτρα υποστήριξης των επιχειρήσεων στα 15 κράτη μέλη της ΕΕ, στις χώρες ΕΟΧ (Ισλανδία, Λιχτενστάιν, Νορβηγία), στην Ελβετία και στις υποψήφιες χώρες. Η Γενική Διεύθυνση «Επιχειρήσεις» της Επιτροπής έχει δημιουργήσει επίσης μια βάση δεδομένων (CORDIS) για τα εκκολαπτήρια επιχειρήσεων (περιέχει πάνω από 950). Το CORDIS προσφέρει έναν εύκολο τρόπο προσδιορισμού των πλησιέστερων θερμοκοιτίδων και των υπευθύνων τους. Τα διαθέσιμα αρχεία καλύπτουν επίσης τα Δίκτυα επιστημονικών-τεχνολογικών πάρκων και τα Κέντρα Επιχειρήσεων Καινοτομίας (BICs).
Από το 1995, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επίσης καθιερώσει το δίκτυο IRC (κέντρο αναδιανομής καινοτομίας) το οποίο, από τον Απρίλιο του 2000, συνδέεται με 68 κέντρα αναδιανομής καινοτομίας (IRCs) σε όλη την Ευρώπη συμπεριλαμβανομένης της ΕΕ, των χωρών της διεύρυνσης, της Ισλανδίας, του Ισραήλ, της Νορβηγίας και της Ελβετίας. Αυτά τα κέντρα έχουν δημιουργηθεί προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταφορά των καινοτόμων τεχνολογιών σε και από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ή τα ερευνητικά τμήματα.. Τα IRCs είναι φορείς παροχής υπηρεσιών υποστήριξης καινοτομίας που φιλοξενούνται κυρίως από δημόσιους φορείς, όπως τα πανεπιστημιακά κέντρα τεχνολογίας, τα εμπορικά επιμελητήρια κλπ. Τα περισσότερα IRCs ιδρύονται ως κοινοπραξίες και στελεχώνονται με προσωπικό που έχει γνώση της τεχνολογικής και οικονομικής κατάστασης των επιχειρήσεων και των περιοχών που καλύπτουν. Στην Κύπρο το κέντρο βρίσκεται στην Λευκωσία (Ιωνίων νήσων 1) και στο διαδίκτυο στη διεύθυνση http://www.technology.org.cy
Κορυφή της μορφής 1
Εκτός από την Επιτροπή, τα ευρωεπιμελητήρια (EUROCHAMBERS) προωθούν σημαντικές πρωτοβουλίες, στις οποίες πρέπει να συμμετέχουν και οι φορείς από την Κύπρο (στο πλαίσιο του προγράμματος Prag οργανώνουν στο Λονδίνο σεμινάρια κατάρτισης για την ποιότητα).
Προοπτικές – διδάγματα
Στα πλαίσια της προενταξιακής, πολιτικής και οικονομικής, προετοιμασίας (το γραφείο προγραμματισμού είναι ο εθνικός συντονιστής της προενταξιακής βοήθειας), η ΕΕ χρηματοδοτεί, από τις αρχές του 2000, τις Κυπριακές ΜΜΕ μέσα από το τρίτο πολυετές πρόγραμμα. Εκτός από τις χρηματοδοτήσεις αυτές εγκρίθηκε πρόσφατα και το πακέτο της διασυνοριακής συνεργασίας. Το πρόγραμμα αυτό, με προϋπολογισμό 71 εκ € από τα οποία τα 47 προέρχονται από το ΕΤΠΑ, θα εφαρμοσθεί σε 8 νομούς και 128 δήμους στην Ελλάδα (Περιφέρειες Κρήτης και Β και Ν Αιγαίου) και στις 6 επαρχίες και τους 22 Δήμους της Κύπρου. Στόχος είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Κυπριακής οικονομίας που δεν είναι παρά μια περιφερειακή οικονομία, η οποία πρέπει να αξιοποιήσει τη γνώση, τις δεξιότητες και τη δημιουργικότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου της και μέσω αυτών να προωθήσει την καινοτομία και την παραγωγικότητα για προϊόντα, διαδικασίες και υπηρεσίες σε επίπεδα που διατηρούν ή αναβαθμίζουν το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών.
Βασικός λοιπόν στόχος πρέπει να είναι η ανάδειξη και επιχειρηματική αξιοποίηση νέων τομέων αριστείας για τη δημιουργία διεθνώς ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων. Τεχνολογία, κεφάλαια και ιδέες πρέπει να οδηγήσουν στην ανάπτυξη, τη βελτίωση της παραγωγής και τη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης (Νέα Οικονομία).
Στα πλαίσια των προγραμμάτων αυτών αλλά και εκτός αυτών, θα μπορούσα να προτείνω δυο αρχικά στάδια. Το πρώτο αφορά στην εκπόνηση ενός σχεδίου καινοτομίας για κάθε επαρχία. Το σχέδιο αυτό θα πρέπει να εστιάζεται στις αστικές περιοχές, στην υποδομή, στη στέγαση, στα σχέδια υγείας, εκπαίδευσης, πρόληψης του εγκλήματος, απασχόλησης, στην ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα, του νερού και του εδάφους, στα μέτρα προστασίας οικοτόπων, στην αποτελεσματική χρησιμοποίηση και επαναχρησιμοποίηση φυσικών πόρων και ενέργειας, στις συνθήκες αμοιβών και απασχόλησης, στις επενδύσεις, στις εμπορικές συναλλαγές, στις επιχειρηματικές πρακτικές κλπ. Μέσω του σχεδίου αυτού θα επιτευχθεί καλύτερη κατανόηση και προώθηση της θετικής εικόνας της κάθε επαρχίας, που θα βασίζεται στους τομείς αριστείας που υφίστανται ή εξελίσσονται στην τοπική οικονομία. Το σχέδιο αυτό, θεωρούμενο ως υποδομή, μπορεί να συγχρηματοδοτηθεί από τα Κοινοτικά προγράμματα.
Το δεύτερο στάδιο συνίσταται στην ενθάρρυνση της ανάπτυξης του ανθρώπινου και κοινωνικού κεφαλαίου κάθε επαρχίας ως πηγή καινοτομικής δράσης. Όλοι οι τομείς της κοινωνίας είναι δυνατόν να αποδυθούν σε καινοτομικές ενέργειες και πολλά είναι δυνατόν να επιτευχθούν μέσω συμμετοχικής πολιτικής διαδικασίας. Στη βάση αυτή, είναι σημαντικό να αναπτύξουν οι επαρχίες, σε τοπικό και επαρχιακό επίπεδο, ομάδες οι οποίες θα συγκροτήσουν εργαστήρια και εκδηλώσεις για την ενίσχυση της συμμετοχής. Η διαδικασία αυτή είναι πιθανόν ότι θα προκαλέσει την εμφάνιση εντελώς νέων τομέων δραστηριότητας και απασχόλησης και θα δημιουργήσει οφέλη (οι πλέον αποτελεσματικές ενέργειες φαίνεται ότι λαμβάνουν χώρα όταν η πρωτοβουλία αναλαμβάνεται τοπικά). Ζωτική σημασία για την υλοποίηση αποτελεσματικών καινοτομικών ενεργειών έχει η πληροφόρηση σχετικά με τις εξελίξεις στην κοινωνία και στον υπόλοιπο κόσμο, σε συνδυασμό με τη δέουσα αντίληψη των επικείμενων μεταβολών.
Ακολουθώντας τη διαδικασία αυτή θα εντοπισθούν πρόσωπα και οργανώσεις που αποτελούν ή θα μπορούσαν να αποτελέσουν τους μοχλούς προώθησης και διάχυσης της καινοτομίας. Το ζητούμενο είναι να προκύψουν νέοι δικτυωμένοι μηχανισμοί (προτείνεται ο όρος Φορείς Ανάπτυξης για την Καινοτομία) που θα συντονίζουν τις διάφορες ενέργειές τους και θα αλληλοσυμπληρώνονται στη δημιουργία τοπικών διασυνδέσεων (επικοινωνίες μεταξύ πανεπιστημίου-παραγωγικού τομέα και μεταξύ επιχειρήσεων), καθώς και στη μεταφορά τεχνολογίας και σε ενέργειες διάχυσης.
Επιμένω στο θέμα της δικτύωσης, διότι σήμερα τα πάντα λειτουργούν σε δίκτυα. Στα δίκτυα αυτά ανταλλάσσεται γνώση και επιτυγχάνεται ζεύξη της επιστήμης και των χρηστών αυτής. Στο πρόγραμμα -πλαίσιο 2000-2006 της ΓΔ ΕΤΑ, διαπιστώνεται ότι η αποτελεσματικότητα θα ενισχυθεί μόνον εφόσον χειραφετηθούν όσοι συμμετέχουν στα δίκτυα ως προς τις δραστηριότητες σχεδιασμού και διοίκησης.
Οι μηχανισμοί αυτοί πρέπει αφενός να αναπτύξουν ως κοινότητα πλέον, ισχυρή ηγεσία και οργάνωση, ούτως ώστε να μπορούν να αναλάβουν ρόλους που ενδεχομένως ασκεί η κεντρική κυβέρνηση και αφετέρου να δημιουργήσουν και να προσφέρουν ενεργά δίκτυα ενημέρωσης, να αναπτύξουν σχέσεις με άλλες επιτυχημένες περιφέρειες της ΕΕ, να εντοπίσουν πόρους προερχόμενους από τον τραπεζικό τομέα ή από ιδιωτικά επιχειρηματικά κεφάλαια και να διαμορφώσουν κοινά σχέδια.
Τα σχέδια αυτά μπορούν να υλοποιηθούν σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση περιλαμβάνει ενέργειες επικοινωνίας μεταξύ των μελών των μηχανισμών (προγεύματα εργασίας, ανακοινώσεις στον τύπο, ενημερωτικά δελτία, τοπικά σεμινάρια κατάρτισης και έρευνας, επαφή με επιχειρήσεις για αμοιβαία ενημέρωση, μικρής κλίμακας ήπιες ενέργειες για τη διευκόλυνση της δικτύωσης κλπ.). Ο ιδιωτικός τομέας θα ενθαρρυνθεί να συνεργασθεί για τον προσδιορισμό κοινών στόχων, την ανταλλαγή πληροφοριών και την κατάρτιση κοινώς αποδεκτών καταλόγων θεμάτων για όλες τις πλευρές της καινοτομικής διαδικασίας. Μέσω των ενεργειών αυτών οι μηχανισμοί θα εντοπίζουν θεμελιώδη και κρίσιμης σημασίας έργα στους διάφορους παραγωγικούς τομείς που κατέχουν εξέχοντα ρόλο στην περιφερειακή οικονομία (τομείς εξειδίκευσης).
Σε δεύτερη φάση, οι μηχανισμοί θα υποβάλουν στις διοικούσες αρχές ολοκληρωμένα πακέτα ενεργειών και έργων με στόχο τη δικτύωση μεταξύ εταίρων μέσω κοινών επιχειρήσεων ή/και εταιρικών σχέσεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Ενδεικτικά αναφέρω τη δημιουργία και αρχική λειτουργία ομίλων για την καινοτομική παραγωγή (εκπόνηση στρατηγικών βελτιστοποίησης πόρων, ανάπτυξης περιβαλλοντικά φιλικά προϊόντων, αγαθών και υπηρεσιών, ελαχιστοποίησης κόστους, μεγιστοποίησης επιδόσεων), τη δημιουργία δικτύου για τη μεταφορά ερευνητικών αποτελεσμάτων προς τις επιχειρήσεις που είναι οι πλέον ικανές να τα θέσουν σε εμπορική εφαρμογή, τη χρηματοδότηση της δυνατότητας χρησιμοποίησης από τις ΜΜΕ του τεχνικού προσωπικού και της εργαστηριακής υποδομής μεγάλων επιχειρήσεων, την παροχή υπηρεσιών προς τις ΜΜΕ (συμβουλές για τεχνολογικές εφαρμογές, περιβαλλοντική συμμόρφωση, διαχείριση χώρων παραγωγής, κατάρτιση εργατικού δυναμικού) και υπηρεσιών μιας στάσης (one stop shop), την ενίσχυση για την υιοθέτηση προτύπων διαχείρισης ποιότητας ISO και την ενσωμάτωση πρακτικών διαχείρισης ποιότητας, τη δημιουργία ομίλων κατάρτισης χρηματοδοτούμενων από επιχειρήσεις, την προβολή των επιχειρήσεων, οργανισμών και εκπαιδευτικών φορέων που έχουν υλοποιήσει επιτυχώς ποιοτικές βελτιώσεις και ενέργειες εκπαίδευσης/κατάρτισης, τη χρηματοδότηση τεχνικών αξιολόγησης που επιτρέπουν σε κάποια επιχείρηση ή/και ομάδα την επιτυχή πραγματοποίηση συγκριτικών ελέγχων για τις πρακτικές και επιδόσεις τους σε σχέση με πρότυπα ορθής πρακτικής (benchmarking), την αναβάθμιση υφιστάμενων δικτύων παροχής υπηρεσιών με χρήση εφαρμογών τεχνολογίας πληροφοριών και ειδικότερα ηλεκτρονικού εμπορίου και τη δημιουργία ηλεκτρονικών θέσεων εργασίας για την περικοπή του κόστους υπηρεσιών και προμηθειών (θέσεις διεξαγωγής εμπορικών συναλλαγών μεταξύ επιχειρήσεων -B2B- σε ιστοσελίδες, όπου οι επιχειρήσεις συναντώνται για την αγοραπωλησία αγαθών και υπηρεσιών).
Για όλα αυτά χρειάζεται συντονισμός δεδομένου ότι η επιτυχής υλοποίηση των σχεδίων εξαρτάται από πληθώρα παραγόντων (οικονομικών, εμπορικών, κανονιστικών, νομικών, εκπαίδευσης και κατάρτισης, επιστήμης και τεχνολογίας). Χρειάζεται πρώτα απ’ όλα μια κοινή αντίληψη όσον αφορά τα εμπόδια στην ανταγωνιστικότητα και στους πόρους – ιδιωτικούς και δημόσιους – που είναι απαραίτητοι για τον περιορισμό των εμποδίων αυτών. Χρειάζεται επίσης μια συνολική στρατηγική για την κατανομή εξειδικευμένων ρόλων στα κατάλληλα μέρη. Επίσης είναι σημαντικό ότι αμέσως μετά την έναρξη της εκτέλεσής τους τα εν λόγω σχέδια και λοιπά προγράμματα πρέπει να αξιολογούνται περιοδικά, προκειμένου να διαπιστώνεται κατά πόσον πραγματικά παρέχουν τις σκοπούμενες λύσεις.
Για το σκοπό αυτό είναι σημαντικό να ορισθούν σε επαρχιακό επίπεδο δύο πρόσωπα ως περιφερειακοί ανταποκριτές για θέματα καινοτομίας (ένα από την επαρχιακή διοίκηση και ένα από τους μηχανισμούς). Τα πρόσωπα αυτά, από κοινού με αντιπροσώπους των επιχειρήσεων, επαγγελματικών ενώσεων, ομάδων συμφερόντων και συνδικαλιστικών ενώσεων σε εθνικό επίπεδο, πρέπει να δικτυώνονται μέσω μιας Διευθύνουσας Επιτροπής για το συντονισμό πολιτικών καινοτομίας. Στελέχη της ΕΕ, ενεργούντες ως παρατηρητές και διεθνείς εμπειρογνώμονες μπορούν να συμμετέχουν σε θεματικές ομάδες, οι οποίες θα συλλέγουν δεδομένα και θα εξετάζουν και θα επεξεργάζονται ειδικά μέτρα για καλύτερη υλοποίηση ενεργειών υπέρ της καινοτομίας. Τα αποτελέσματα (εκθέσεις) πρέπει να υποβάλλονται σε ετήσια συνάντηση.
Η επιτροπή αυτή πρέπει να εστιάζει την προσοχή της περισσότερο στη διευκόλυνση της διαδικασίας υλοποίησης και λιγότερο στη λήψη στρατηγικού χαρακτήρα επιχειρηματικών αποφάσεων για τις οποίες ο πλέον αρμόδιος είναι ο ιδιωτικός τομέας. Εντούτοις, είναι σαφές ότι οι δημόσιες αρχές έχουν ρόλο να παίξουν στη διαμόρφωση πολλών παραμέτρων της πολιτικής για την ανταγωνιστικότητα. Ο αποτελεσματικός συντονισμός πολιτικής απαιτεί πρώτα και κύρια συναίνεση όσον αφορά το χαρακτήρα και του προβλήματος και της λύσης. Ο επιχειρηματικός τομέας και οι επαγγελματικές ενώσεις, οι ομάδες συμφερόντων και οι συνδικαλιστικές ενώσεις θα διαδραματίσουν ουσιώδη ρόλο στη γνωστοποίηση των δικών τους αντιλήψεων, όσον αφορά τα προβλήματα και τις προτεινόμενες λύσεις, στους περιφερειακούς μηχανισμούς που θα σχεδιάζουν τις ενέργειες. Η πληροφόρηση αυτή είναι σημαντική για τον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος έτσι θα μπορεί να εντοπίζει τις νέες δυνατότητες της αγοράς καθώς και τις απειλές σε υφιστάμενες αγορές. Η πληροφόρηση αυτή είναι επίσης αναγκαία για τα πανεπιστήμια και τις κεντρικές και περιφερειακές αρχές, ούτως ώστε να έχουν και αυτοί τη δυνατότητα να προσδιορίζουν καλύτερα τον τρόπο διάθεσης των πόρων τους.
Με τη διαδικασία αυτή θα διασφαλίζεται ότι κάθε τομέας θα είναι ενήμερος για τα προγράμματα και τις ικανότητες των υπόλοιπων εταίρων, θα εντοπίζονται ευκαιρίες για εταιρικές σχέσεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα σε ολόκληρη τη χώρα και θα ανατίθενται τυχόν νέες αρμοδιότητες στους καταλληλότερους. Συνιστάται επίσης να δημιουργηθεί επιχειρησιακή ομάδα για τη διάδοση των πληροφοριών, με συμμετοχή του ιδιωτικού και του ακαδημαϊκού τομέα, προκειμένου να διευκολυνθούν η προσβασιμότητα και η αξιοποίηση των διαθέσιμων πληροφοριών.
Σήμερα τα εθνικά αναπτυξιακά εργαλεία αποδυναμώνονται συνεχώς. Οι περιφέρειες εμπλέκονται όλο και περισσότερο σε συνεργασίες με διεθνικούς οργανισμούς και αυτό δεν θα πρέπει να γίνεται υπό άνισους όρους (βλ. μέγεθος, οργάνωση, στελέχωση, οικονομική αυτοτέλεια ελληνικών περιφερειών).
Κλείνοντας, επιστρέφω στα ζητήματα της Ελλάδας. Με τους πόρους που προανέφερα, θα πρέπει, στο τέλος της 10ετίας, η Ελλάδα να έχει εισέλθει στον κόσμο της γνώσης, οι επιχειρήσεις μας να είναι ψηφιακές, ο αγροτικός τομέας να έχει επιλύσει τα διαρθρωτικά του προβλήματα, οι περιφέρειές μας να είναι ισόρροπα ανεπτυγμένες, η ποιότητα να χαρακτηρίζει την παροχή υπηρεσιών από το κράτος στους πολίτες, η οικονομία μας θα πρέπει να είναι ανταγωνιστική.
Για να γίνουν αυτά, θα πρέπει οι επενδύσεις, στο φυσικό, ανθρώπινο και γνωστικό κεφάλαιο, να αποφασίζονται με κριτήριο την συμβολή τους στην αύξηση της παραγωγικότητας η οποία και αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για βιώσιμη ανάπτυξη.
Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι η ανταγωνιστικότητα και η παραγωγικότητα είναι έννοιες που κρίνονται συνολικά στην οικονομία. Το ασφαλιστικό δεν είναι λογιστικό πρόβλημα αλλά μέρος του συνολικού αναπτυξιακού ζητήματος της Ελλάδας. Η εκπαίδευση δεν είναι βραχυχρόνια υποκατάσταση μισθού αλλά επένδυση σε μελλοντικές ανάγκες. Το ΚΠΣ δεν είναι μηχανισμός αποζημίωσης αλλά εργαλείο ανάπτυξης. Ο επιχειρηματίας και οι επιχειρήσεις παίζουν το ρόλο του μοχλού. Η επιτυχία θα εξαρτηθεί από τις διαρθρωτικές αλλαγές που θα διευκολύνουν την κινητοποίηση του ιδιωτικού τομέα. Όλα αυτά απαιτούν άλματα στη διαφάνεια, στην ποιότητα και στην αποτελεσματικότητα.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.