Νομοσχέδιο για την αναβάθμιση του ρόλου του εκπαιδευτικού και την καθιέρωση κανόνων αξιολόγησης και αξιοκρατίας στην εκπαίδευση.
Τετάρτη 5.5.2010
Συντασσόμενος με τους συναδέλφους που έλαβαν τον λόγο, θα ήθελα να εκφράσω και εγώ τη βαθιά μου οδύνη για τον χαμό τριών συμπολιτών μας, υπαλλήλων της τράπεζας Marfin.
Κύριε Πρόεδρε, κυρία Υπουργέ, γνωρίζετε πολύ καλά ότι η καλύτερη επένδυση για το μέλλον της χώρας είναι η εκπαίδευση. Ωστόσο, ως χώρα, επενδύουμε στην εκπαίδευση λιγότερο από το 4% του ΑΕΠ. Όσο δε αυτό συρρικνώνεται, τόσο μειώνονται και οι πόροι, ονομαστικά. Γνωρίζετε επίσης ότι ο ιδιωτικός τομέας θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο τόσο για τη βελτίωση της ποιότητας της εκπαίδευσης, όσο και για τη συμπλήρωση του χρηματοδοτικού κενού που προκαλεί η ύφεση. Δυστυχώς όμως, οι ιδιωτικές επενδύσεις στον τομέα αυτό είναι λιγότερες από το ένα τέταρτο της εκατοστιαίας μονάδας του ΑΕΠ. Συνεπώς, ή θα πρέπει να αυξήσουμε τη χρηματοδότηση και μάλιστα στους δύσκολους καιρούς τους οποίους περνάμε ως έθνος, ή θα πρέπει να δώσουμε κίνητρα στον ιδιωτικό τομέα προκειμένου να διευρύνει τη συμμετοχή του στις επενδύσεις.
Εκτός από το πρόβλημα της χρηματοδότησης, την πρόκληση για μεταρρυθμίσεις στον τομέα της εκπαίδευσης συνθέτουν τρία ακόμη ζητήματα: το δημογραφικό, η μετανάστευση και η υπερ-πληθώρα εκπαιδευτικών.
Επανέρχομαι στο θέμα των επενδύσεων. Γνωρίζετε, κυρία Υπουργέ, ότι σχεδόν το 90% των δράσεων του Υπουργείου σας χρηματοδοτείται από την Ε.Ε.
ΑΝΝΑ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ (Υπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων): Με το πρόγραμμα των δημοσίων επενδύσεων, όχι από τον τακτικό.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Αναφέρομαι μόνο σε επενδύσεις. Με την Ε.Ε. έχουμε συμφωνήσει, στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ, τη στρατηγική που απαντά στις προκλήσεις της εποχής: την αναμόρφωση των σπουδών, την αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συστήματος, τη βελτίωση των συνθηκών πρόσβασης στην εκπαίδευση των ΑΜΕΑ, την ενίσχυση της δια βίου μάθησης με κίνητρα, τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας και, τέλος, την ανάπτυξη συστημάτων αξιολόγησης. Η υλοποίηση της στρατηγικής αυτής προϋποθέτει την εφαρμογή καλά προετοιμασμένων μεταρρυθμίσεων, όπως η εισαγωγή συστημάτων αξιολόγησης για την ενίσχυση της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος.
Δυστυχώς, το μεγαλύτερο εμπόδιο στις μεταρρυθμίσεις είναι η ίδια η Κυβέρνηση που τις εισηγείται. Ακόμη και σήμερα υπάρχει σύγχυση σχετικά με τις αρμοδιότητες ακόμα και εντός του ίδιου Υπουργείου, με κραυγαλέο παράδειγμα τη ναυτική εκπαίδευση. Καταθέτω στα πρακτικά τις απαντήσεις που έλαβα σε σχετική ερώτηση. Η Υπουργός Παιδείας κυρία Διαμαντοπουλου ξεκαθαρίζει και σωστά, ότι η ναυτική εκπαίδευση δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά της. Στο ίδιο ερώτημα, η Υφυπουργός Παιδείας κυρία Χριστοφιλοπούλου μού απαντά επί λέξει τα εξής:“ Η οργάνωση και ο σχεδιασμός της ναυτικής εκπαίδευσης είναι και πρέπει να παραμείνει αποκλειστική αρμοδιότητα του Υπουργείου Παιδείας”. Τέλος, η κ. Κατσέλη, στην αρμοδιότητα της οποίας εμπίπτουν οι Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού, αναφέρθηκε και εκείνη στην εισαγωγή συστήματος αξιολόγησης στη ναυτική εκπαίδευση, διακριτού φαντάζομαι. Το μείζον ερώτημα είναι ένα: πώς είναι δυνατόν να μιλά η Κυβέρνηση για μεταρρυθμίσεις, όταν δεν είναι γνωστό ποιος κάνει τι, στο εσωτερικό της.
Η κυρία Υπουργός σχεδιάζει την πλήρη αναδιάρθρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με σύστημα πρόσβασης σε αυτήν που θα συνδέει την απόδοση στο λύκειο με προδιαγραφές που θα θέτουν τα ίδια τα πανεπιστήμια. Πράγματι, ως πρόταση, ακούγεται πολύ ωραία. Όμως το πρώτο αντιφατικό μέτρο που λάβατε κυρία Υπουργέ, ήταν η κατάργηση της βάσης του δέκα για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που είχε θεσπίσει η πρώην Υπουργός Παιδείας κα Γιαννάκου, το οποίο και δικαιολογήσατε με αίολα επιχειρήματα. Επικαλεστήκατε το πρόβλημα των άδειων πανεπιστημίων. Το να τα γεμίζουμε όμως με φοιτητές – κάκιστους μαθητές – δεν αποτελεί λύση. Είπατε επίσης, ότι δεν έχετε στη διάθεσή σας στοιχεία που να αποδεικνύουν αν βελτιώθηκε ή όχι η ποιότητα των φοιτητών από το 2006 που εφαρμόστηκε η βάση του δέκα. Και αναρωτιέμαι, μπορεί ένας Υπουργός να αποφασίζει για ένα τόσο σοβαρό θέμα, αν δεν έχει μελετήσει τα δεδομένα;
Υπάρχει και άλλο παράδειγμα. Πρόσφατα αποφασίσατε να καταργήσατε επτά νέα τμήματα ΤΕΙ και έξι νέα τμήματα ΑΕΙ που είχαν ιδρυθεί το 2009, με την αιτιολογία της έλλειψης καθηγητών και υποδομών. Για την οικονομία της συζήτησης, παραβλέπω το πολιτικό θέμα, υπενθυμίζοντας μόνο ότι την περίοδο 2000-2004, η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε δημιουργήσει σαράντα έξι νέα τμήματα. Ας δούμε την περίπτωση ενός από τα τμήματα που καταργήθηκαν, του τμήματος Οικονομικής και Διοίκησης Τουρισμού με έδρα τη Χίο. Η ιδρυτική πράξη υπογράφτηκε μετά από προσπάθειες ένδεκα ετών και αφού εκπληρώθηκαν από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις. Τα εγκαίνια έλαβαν χώρα παρουσία του Γενικού Γραμματέα Τουρισμού της δικής σας Κυβέρνησης, ο οποίος χαιρέτησε ενθέρμως την ίδρυσή του. Η δημιουργία του δεν ήταν αποτέλεσμα μίας ευκαιριακής πρότασης ενός Δημάρχου, γιατί αναφέρθηκε και αυτό στην εισήγησή σας, αλλά η ανταπόκριση της πολιτείας σε μία αναγνωρισμένη ανάγκη. Το γεγονός αυτό γίνεται αντιληπτό, διαβάζοντας το σημείωμα που συνέταξα και θα σας παραδώσουμε μόλις ολοκληρωθεί η ομιλία μου. Κατά τα λοιπά, σας παραπέμπω στη μελέτη βιωσιμότητας, αναγκαιότητας, επιστημολογικής συγκρότησης και υποδομών, με την οποία τεκμηριώνεται πλήρως η ανάγκη δημιουργίας του τμήματος και καταρρίπτεται το επιχείρημά σας περί έλλειψης καθηγητών και υποδομών.
Επικουρικά σας αναφέρω ότι στη Χίο, λειτουργεί ήδη από το 1998, μεταπτυχιακός κύκλος σπουδών στον τομέα του τουρισμού. Σε ερώτησή μου με την οποία ζήτησα να αιτιολογήσετε την κατάργηση του συγκεκριμένου τμήματος, ο κος Πανάρετος απήντησε σχεδόν μονολεκτικά ότι αποφασίσατε “να μην εντάξετε νέα τμήματα στον προγραμματισμό σας”. Επειδή ως νέος Κοινοβουλευτικός αισθάνθηκα βαρύτατα προσβεβλημένος από μια απάντηση τύπου «αποφασίζουμε και διατάζουμε», κατέθεσα και νέα ερώτηση. Στο σημείωμα που θα σας δοθεί θα βρείτε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για να λάβετε εκ νέου θέση για το θέμα.
Αναφορικά με ορισμένα ειδικά θέματα του νομοσχεδίου, όπως το πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας για τους υποψήφιους, υπάρχουν ερωτήματα: Έχουν τα ΑΕΙ την ετοιμότητα προγραμμάτων για 100.000 περίπου πτυχιούχους που θα θελήσουν να αποκτήσουν το πιστοποιητικό αυτό; Θα προλάβουν να το αποκτήσουν σε δύο χρόνια μέχρι να λειτουργήσει το ΑΣΕΠ; Θα χρειαστεί να εγκαταλείψουν την εργασία τους, όσοι εκ των υποψηφίων δεν είναι άνεργοι;
Το νέο σύστημα πρόσληψης των εκπαιδευτικών με αποκλειστικότητα ΑΣΕΠ αποτελεί εξαιρετική ιδέα. Μπορεί όμως κάποιος από την Κυβέρνηση να παρέχει την πληροφόρηση αν το ΑΣΕΠ, χωρίς ανασυγκρότηση και ενίσχυση, θα κατορθώσει να ανταπεξέλθει στον όγκο εργασιών που κατά καιρούς του ανατίθενται; Ρωτήστε τον Πρόεδρο κ. Βέη. Δεν γνωρίζω ακόμα εάν έχει κάποιο νόημα η κατάργηση του υφιστάμενου συστήματος 60% με ΑΣΕΠ – 40% με πίνακες, με μεταβατική περίοδο δυο ετών, όταν, σε εφαρμογή του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης, θα υπάρξει σημαντική μείωση στον αριθμό των μόνιμων εκπαιδευτικών.
Σχετικά με τους ωρομίσθιους και τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς με μειωμένο ωράριο. Ποιος θα πάει ωρομίσθιος ή αναπληρωτής είτε στην πρωινή βάρδια είτε στην πρόσθετη διδακτική στήριξη στα Ψαρά ή τις Οινούσσες, δηλαδή σε παραμεθόριες περιοχές, όταν η προϋπηρεσία του αυτή δεν διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή του;
Απαιτείται επίσης να δοθεί μία πειστική απάντηση και για τα κολλέγια. Ποια εκπαιδευτική ανάγκη εξυπηρετεί η αλλαγή ονομασίας; Δεν πρόκειται να αποφύγουμε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ενώ θα προκληθεί και γενική αναστάτωση, π.χ. στις άδειες.
Τέλος, επειδή διαβάζοντας μέσα από της γραμμές, δημιουργούνται οι υποψίες ότι πρόκειται να συγχωνεύσετε ή να καταργήσετε σχολικές μονάδες, σας παρακαλώ πολύ να εισάγετε κριτήρια περιφερειακότητας. Όχι οριζόντιες προσεγγίσεις. Χρειάζεται πάρα πολλή προσοχή.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.