Νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής για την επιτάχυνση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ).
Πέμπτη 13.5.2010
Εισηγητής της Αντιπολίτευσης – Συζήτηση επί της αρχής
Κύριε Πρόεδρε, έχω την τιμή να εισηγούμαι εκ μέρους της Νέας Δημοκρατίας το σπουδαίο αυτό νομοσχέδιο το οποίο η κα Υπουργός (Μπιρμπίλη) παρέλαβε από την Κυβέρνησή μας και κατέθεσε στο Κοινοβούλιο σχεδόν αυτούσιο.
Οι ΑΠΕ μειώνουν την ενεργειακή εξάρτηση της χώρας, γι’ αυτό και αποτελούν πρόκληση και μάλιστα μεγάλη, δεδομένου ότι η περίοδος που διανύουμε είναι μεταβατική. Οι παλαιές ρυπογόνες και αντιοικονομικές λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ θα πρέπει να κλείσουν. Οι μονάδες φυσικού αερίου παράγουν σε τιμές που επηρεάζονται έντονα από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Οι ΑΠΕ δεν αποτελούν πάντοτε μια ασφαλή εναλλακτική ενεργειακή επιλογή. Για τον λόγο αυτόν, η πολιτεία αμφιταλαντεύεται: άλλοτε τις περιορίζει με γραφειοκρατία και άλλοτε τις στηρίζει με κίνητρα. Εν τω μεταξύ, με τις στρεβλώσεις που, κατά καιρούς, έχουν επιβάλει διάφοροι φορείς, συνδικάτα και συντεχνίες, η δομή της αγοράς ενέργειας παραμένει μονοπωλιακή, γεγονός που μεγεθύνει τα προβλήματα. Γνωρίζετε ότι το εμπόριο ενέργειας ονομάζεται “Ημερήσιος Ενεργειακός Προγραμματισμός” επειδή κάποιοι δεν ήθελαν ούτε να ακούν τη λέξη “αγορά”; Από την άλλη, δεν είναι λίγοι οι επιχειρηματίες που, κατά το παρελθόν, επεδίωξαν και επέτυχαν φωτογραφικές ρυθμίσεις. Ένα είναι βέβαιο: ότι αν δεν αλλάξουμε όσο είναι καιρός, κάποια στιγμή θα κληθούμε να το κάνουμε με τρόπο βίαιο.
Ένα σημαντικό ζήτημα είναι τα εμπόδια που θέτουν αυτοδιοικητικοί παράγοντες, κυρίως του ΠΑΣΟΚ, στην ανάπτυξη των δικτύων και των κέντρων υπερυψηλής τάσης (ΚΥΤ) που είναι απαραίτητα για να “απορροφηθεί” η παραγόμενη ενέργεια από τις ΑΠΕ. Καταθέτω στα πρακτικά επιστολή που είχα στείλει στον Πρόεδρο της ΚΕΔΚΕ, με την ιδιότητα του αρμόδιου για την ενέργεια Γενικού Γραμματέα, στην οποία αναφέρω εμπλοκές σε μεγάλα έργα, όπως το βόρειο κύκλωμα 150 KW της Πελοποννήσου, η γραμμή Πύργου – Πάτρας, τα ΚΥΤ Ρουφ, Αργυρούπολης και Κορίνθου.
Μια άλλη προϋπόθεση για να προχωρήσουν οι επενδύσεις ΑΠΕ είναι η αντιμετώπιση της ενεργειακής σπατάλης. Η εγκατάσταση ΑΠΕ σε ενεργοβόρα κτήρια δεν έχει κανένα νόημα αν δεν έχει προηγηθεί εξοικονόμηση ενέργειας. Αντίστοιχα, σπατάλη αποτελεί και η χρήση ηλεκτρισμού από φυσικό αέριο για να ζεσταίνουμε νερό.
Η ενεργειακή οικονομία πρέπει να γίνει ασφαλής και βιώσιμη. Αν ο ενεργειακός τομέας δεν αναδιαρθρωθεί τόσο στην παραγωγή, όσο και στη ζήτηση, ο στόχος αυτός δεν θα επιτευχθεί.
Πυξίδα της δικής μας Κυβέρνησης ήταν ο Μακροχρόνιος Ενεργειακός Σχεδιασμός (ΜΕΣ) ο οποίος είχε δύο κατευθύνσεις: την αξιολόγηση των δυνατοτήτων και των επιπτώσεων στην οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον, όλων των πηγών ενέργειας και τη μελέτη των διαφορετικών σεναρίων σχετικά με την εξέλιξη της ζήτησης, της παραγωγικής δυναμικότητας των μονάδων παραγωγής και της εξοικονόμησης ενέργειας.
Έτσι καταλήξαμε στην πρόταση εξειδίκευσης του ενεργειακού μείγματος της χώρας την οποία εκπόνησε αρμόδιο θεσμικό όργανο, το Συμβούλιο Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής (ΣΕΕΣ) και την οποία παρουσιάσαμε στη Βουλή. Και επειδή η μνήμη στον τόπο μας είναι κοντή, σας θυμίζω ότι ο σχεδιασμός αυτός εφαρμόστηκε στην πράξη, με τις μεγάλες διεθνείς ενεργειακές συμφωνίες, με το γενικό και ειδικό χωροταξικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ, με νομοθετικά κίνητρα, με επιχορηγήσεις από τον Αναπτυξιακό Νόμο και το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ανταγωνιστικότητας, με επενδύσεις στην παραγωγή και στα δίκτυα, με την προετοιμασία της έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων – θυμίζω την επένδυση στον Πρίνο Θάσου ύψους 200 εκατ. δολαρίων, μια από τις λίγες μεγάλες ξένες επενδύσεις που έγιναν τελευταία – το σχεδιασμό και την εφαρμογή προγραμμάτων που κινητοποίησαν ΟΤΑ και πολίτες, όπως τα “Φωτοβολταϊκά στις στέγες”, το “Εξοικονομώ” για τους Δήμους, το “Αλλάζω Κλιματιστικό”, το “Εξοικονόμηση Κατ’ οίκον”, η “Πράσινη Επιχείρηση”, οι “Πράσινες Οικοδομές” κλπ.
Παράλληλα, παραδώσαμε στην Κυβέρνηση δύο ολοκληρωμένα νομοσχέδια, το παρόν που συζητάμε σήμερα και το νομοσχέδιο για τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας (ΒΕΑ) το οποίο ήδη κατατέθηκε προς συζήτηση στην αρμόδια Επιτροπή, έναν έτοιμο κανονισμό ενεργειακής αποδοτικότητας για τα κτήρια και ένα σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος για τους ενεργειακούς επιθεωρητές. Θεωρώ εποικοδομητικό το γεγονός ότι κατά τη συζήτησή μας στην Επιτροπή, η κα Υπουργός (κα Μπιρμπίλη) αναγνώρισε την προσπάθειά μας.
Η πρόοδος που σημειώθηκε στην ανάπτυξη των ΑΠΕ από το 2004 υπήρξε σημαντική. Σήμερα, 1.440 MW από ΑΠΕ βρίσκονται σε λειτουργία στο διασυνδεδεμένο (ηπειρωτική χώρα) και στο μη διασυνδεδεμένο δίκτυο (νησιά). Εάν προσθέσουμε τα MW που βρίσκονται σε δοκιμαστική λειτουργία, δηλαδή όσα έχουν κατασκευαστεί αλλά δεν έχουν ενταχθεί στην παραγωγή, φθάνουμε στα 1.614 ή 2000 MW μαζί με εκείνα που έχουν υπογεγραμμένες εμπορικές συμβάσεις, δηλαδή βρίσκονται πολύ κοντά σε λειτουργία.
Καταθέτω στα πρακτικά ένα έγγραφο του 2002 το οποίο είναι πολύ διαφωτιστικό ως προς τους λόγους για τους οποίους είχαν “κολλήσει” οι ΑΠΕ, όπως ανέφερε και ο αγαπητός εισηγητής του ΠΑΣΟΚ. Το έγγραφο που υπογράφει ο τότε Υπουργός Ανάπτυξης και απευθύνεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αναφέρει ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός δεν αποτελεί προϋπόθεση για την αδειοδότηση ενός αιολικού σταθμού. Οι δε εισηγήσεις της ΡΑΕ υπέρ της εκπόνησης χωροταξικού με συνεκτίμηση του υφιστάμενου αιολικού δυναμικού, κατά το έγγραφο, αποτελούν μια πρόταση για καλύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ.
Γιατί να υλοποιούνται οι ΑΠΕ υπό χωροταξικό σχεδιασμό; Ας κάνει ο καθένας ό,τι θέλει, όπου θέλει. Αυτό λέει το έγγραφο, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι του ΠΑΣΟΚ. Έτσι ακριβώς παρείχατε άδειες την εποχή εκείνη. Γι’ αυτό “κολλήσαμε”. Το μεγαλύτερο μέρος των αδειών που δόθηκαν πριν τη νομοθετική παρέμβαση της δικής μας Κυβέρνησης, ούτε βιώσιμες είναι, ούτε όρους σύνδεσης θα λάβουν ποτέ, και καλώ τον οποιοδήποτε να καταθέσει στοιχεία. Γι’ αυτό, θα πρέπει να λαμβάνετε σοβαρά υπ’ όψιν τα ζητήματα αυτά πριν την άσκηση οποιασδήποτε κριτικής για καθυστερήσεις.
Οφείλω πάντως να εκφράσω την ικανοποίησή μου για το γεγονός ότι διατηρήσατε τις σημαντικές διατάξεις που απλοποιούν και επιταχύνουν τις διαδικασίες, όπως ακριβώς τις είχαμε επεξεργαστεί, μαζί με τα διαγράμματα ροής των διαδικασιών και τον μαθηματικό υπολογισμό του χρόνου που θα εξοικονομηθεί. Αναφέρομαι στην κατάργηση της υπογραφής άδειας παραγωγής – επιμένουμε όμως στην έγκριση της σκοπιμότητας, όπως την είχαμε διαμορφώσει, στην παράλληλη ροή των σταδίων περιβαλλοντολογικής αδειοδότησης, στην αντιμετώπιση του κορεσμού των δικτύων αλλά και την απόδοση στους πολίτες μέρους του αντισταθμιστικού οφέλους που προβλέπεται για τους Δήμους.
Χρέος μας είναι να μετατρέψουμε το διαθέσιμο δυναμικό ΑΠΕ της χώρας μας, σε νέα ισχύ και ενέργεια. Γιατί τα 2.000 MW που προανέφερα είναι όντως λίγα για μια χώρα με την υψηλότερη ηλιακή ακτινοβολία στην Ευρώπη, με τεράστιο αιολικό δυναμικό, με σημαντικά γεωθερμικά πεδία, νερά και πηγές.
Η Κυβέρνηση για επικοινωνιακούς λόγους αποφάσισε να αυξήσει τον στόχο των ΑΠΕ επί της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας το 2020, από το 18% στο 20%. Σας θυμίζω, κυρία Υπουργέ, ότι το 18% δεν ήταν αυθαίρετο, αλλά τέθηκε σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως μαθηματικό αποτέλεσμα της ισοκατανομής στα Κράτη – Μέλη του Κοινοτικού στόχου με βάση και το ΑΕΠ. Πώς είναι δυνατόν να προβλέπεται ύφεση για τα επόμενα τρία χρόνια και εσείς να αυξάνετε το ποσοστό κατά 2%; Υπό τις παρούσες συνθήκες, ένα Κράτος–Μέλος, να ανεβάζει αυτοβούλως τον στόχο είναι όντως πρωτοτυπία.
Ένα είναι το βασικό ερώτημα. Πόσο τις εκατό ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ χρειαζόμαστε για να επιτύχουμε τον στόχο του 20% στην κατανάλωση ενέργειας; Η απάντηση είναι 40%. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε 10 έως 12.000 MW, δηλαδή, έξι φορές περισσότερο από τα διαθέσιμα σήμερα MW. Γνωρίζετε καλά ότι τον στόχο αυτό μπορούμε να τον επιτύχουμε κυρίως με τα αιολικά. Όμως όταν δεν φυσάει, τα αιολικά δεν παράγουν. Και όταν φυσάει πολύ, η παραγωγή τους είναι αδύνατον να απορροφηθεί από τα δίκτυα, εάν δεν “σβήσουν” κάποιοι θερμικοί σταθμοί. Αν αυτό δεν γίνει, τότε οι γραμμές μεταφοράς υπερφορτίζονται, “βγαίνουν εκτός” και κινδυνεύουμε με μπλακ-άουτ κ.λπ.
Για να είμαστε ασφαλείς ενεργειακά, θα πρέπει να ικανοποιούνται δυο προϋποθέσεις: η ικανοποιητική θερμική παραγωγή, ώστε να καλύπτεται και η αιχμή της ζήτησης και η ισόρροπη κατανομή της αιολικής παραγωγής, ώστε να μην υπερφορτίζονται τα τοπικά δίκτυα. Επιπρόσθετα, κάθε τεχνολογία έχει διαφορετική συμπεριφορά στα δίκτυα αλλά και διαφορετικό κόστος παραγωγής, ανάλογα με την ωριμότητά της. Αν δεν είναι ώριμη η τεχνολογία, το κόστος παραγωγής θα είναι μεγαλύτερο. Συνεπώς, για να επιτευχθεί ο εθνικός στόχος του 20%, απαιτούνται τεράστιες επενδύσεις τόσο στην παραγωγή, όσο και σε δίκτυα, το ύψος των οποίων εξαρτάται τόσο από το μείγμα, την αναλογία δηλαδή, τεχνολογιών ΑΠΕ, όσο και από τις περιοχές εγκατάστασης.
Η «πράσινη» ανάπτυξη ασφαλώς και δεν είναι δωρεάν. Η ίδια η Κυβέρνηση υπολόγισε το κόστος των ΑΠΕ στα 18 δις ευρώ έως το 2020. Εμείς δεν έχουμε αντίρρηση να επενδύουμε σε τεχνικά ώριμες τεχνολογίες ή και σε νεώτερες και ακριβότερες, αρκεί να γνωρίζουμε την επίπτωση που θα έχουν τα κίνητρα στον καταναλωτή. Δεν επιθυμούμε αναστολή των επενδύσεων, αλλά δεν μπορούμε και να συνηγορήσουμε στην υποψία εύκολου κέρδους. Γι’ αυτό, κυρία Υπουργέ, δεν είναι δυνατόν να μας καλείτε να αποφασίσουμε την τιμή με την οποία θα αμείβεται η παραγόμενη ενέργεια ανά τεχνολογία, δηλαδή το ύψος των οικονομικών κινήτρων, χωρίς να γνωρίζουμε την αναλογία τους στο μείγμα των ΑΠΕ.
Για να είμαι σαφής, εφόσον δεν είστε σε θέση να μας πείτε, πόσα MW ηλιοθερμικών θέλετε, που, πότε και γιατί τα θέλετε, πώς θα βεβαιωθούμε ότι η τιμή της ηλιοθερμικής κιλοβατώρας που μας προτείνετε είναι λογική; Tο παράδειγμα αυτό που ισχύει για κάθε τεχνολογία, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η προτεινόμενη τιμολόγηση είναι αυθαίρετη. Και κάτι ακόμη: την αναλογία κάθε τεχνολογίας στο μείγμα ΑΠΕ, δεν είναι δυνατόν να την ορίζει με απόφασή του ο εκάστοτε Υπουργός. Η δική μας Κυβέρνηση είχε αναθέσει τη σχετική ευθύνη σε θεσμικό όργανο, το Συμβούλιο Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής, το οποίο, δυστυχώς καταργήσατε.
Εν κατακλείδι, χωρίς να διεκδικούμε τη σοφία της «πράσινης» ανάπτυξης, είμαστε πεπεισμένοι για την αναγκαιότητα του νομοσχεδίου και γι’ αυτό το ψηφίζουμε επί της αρχής.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.