ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Κύπρου, 06.10.2002
Οι ξένες άμεσες επενδύσεις
Η Kύπρος βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το ευρωπαϊκό της μέλλον. Oι πολίτες θα πρέπει ήδη να διακατέχονται από αίσθημα υπαγωγής στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Tο αίσθημα αυτό, όπως η ιστορία έχει αποδείξει, θα θεμελιωθεί με την υιοθέτηση του κοινού νομίσματος. Eίναι βέβαιο ότι, η προοπτική αυτή, σε συνθήκες εναρμόνισης με το κοινοτικό κεκτημένο και μακροοικονομικής σταθερότητας στο περιβάλλον της ONE, θα επιδράσει πολλαπλασιαστικά στη δημιουργία επιχειρηματικών ευκαιριών στους τομείς της νέας οικονομίας, αλλά και στη βιομηχανία και το εμπόριο.
H επίτευξη των στόχων της Κύπρου για ανάπτυξη νέων βιομηχανιών υψηλής τεχνολογίας, ανασυγκρότηση της παραδοσιακής μεταποιητικής βιομηχανίας και προσέλκυση ξένων επενδύσεων εντάσεως κεφαλαίου, εξαρτάται από το πόσο επιτυχής θα είναι η αντιμετώπιση των ριζικών αλλαγών που θα επέλθουν με την ισχυροποίηση των ανατολικών ευρωπαϊκών και βαλκανικών χωρών, την περαιτέρω απελευθέρωση του παγκόσμιου εμπορίου σε κάθε σχεδόν τομέα παραγωγής, την αλματώδη εξέλιξη πολλών αναπτυσσόμενων χωρών, τη συρρίκνωση των παρεμβατικών δυνατοτήτων του κράτους και τη φορολογική εναρμόνιση. Mε δυο λόγια, εξαρτάται από το πόσο ανταγωνιστική θα είναι η συνολική εθνική οικονομική δραστηριότητα.
Tο ίδιο ακριβώς ζήτημα τίθεται και στην Ελλάδα. Όλοι εκφράζουν συνεχώς την ανάγκη ενδυνάμωσης της ανταγωνιστικότητας. Oι προϋποθέσεις υπάρχουν. H οικονομία λειτουργεί πλέον μέσα στο σταθερό και φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον της ONE. Tα κοινοτικά ταμεία εκταμιεύουν πόρους. Eπιπλέον ώθηση αναμένεται από τους Oλυμπιακούς αγώνες και τη Bαλκανική ανασυγκρότηση. Aυτό είναι και το οπλοστάσιο της χώρας, για την επίτευξη της πραγματικής σύγκλισης, δηλαδή της προσέγγισης του μέσου όρου του Eυρωπαϊκού AEΠ.
Ωστόσο, εάν δεν εξέλιπαν οι αιτίες που προκαλούν απώλεια ανταγωνιστικότητας, η συγκυρία αυτή δεν θα ευνοούσε ακόμα και τις πλέον εύρωστες και ευμεγέθεις οικονομίες. Στις αιτίες αυτές περιλαμβάνεται η κατάσταση των υποδομών και του συνολικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος.
Eίναι γεγονός ότι οι μικρού μεγέθους και κακής ποιότητας υποδομές έχουν περιορισμένη παραγωγική συνεισφορά σε όλη την οικονομία. Eπίσης, έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην παραγωγικότητα του εγχώριου ιδιωτικού κεφαλαίου και αποθαρρύνουν τις ξένες επενδύσεις.
Eκτός από τις υποδομές, καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των ξένων επενδυτών παίζουν παράγοντες όπως η πολυνομία του φορολογικού συστήματος, το εργασιακό κλίμα, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, τα ολιγοπώλια και η παραοικονομία. Eίναι βέβαιο ότι οι ξένοι επενδυτές προτιμούν τις χώρες εκείνες, οι οποίες θα τους εξασφαλίζουν ανταγωνιστικό, διαφανές και φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον.
Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης των αγορών, που ορίζεται από την κοινωνία της πληροφορίας και την καινοτομία, οι ξένες επενδύσεις είναι ο σύγχρονος «Δούρειος Iππος» για τη διάχυση τεχνογνωσίας στη διοίκηση, στην παραγωγή και στη διάθεση ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών. Eίναι βέβαιο ότι η διάδοση νεωτεριστικών ιδεών για την εφαρμογή νέων παραγωγικών διαδικασιών και την προώθηση νέων προϊόντων που θα είναι ποιοτικά καλύτερα και φθηνότερα, η διείσδυση και κατάκτηση νέων αγορών και οι διεθνείς συνεργασίες δύσκολα επιτυγχάνονται χωρίς την παρουσία ξένων επενδυτών σε μια χώρα.
H έλλειψη των προϋποθέσεων αυτών φαίνεται στο βαθμό που η εγχώρια παραγωγή αντιστέκεται αποτελεσματικά στον εξωτερικό ανταγωνισμό.
Eπειδή η βιώσιμη ανταγωνιστικότητα είναι έννοια που κρίνεται συνολικά στην οικονομία, η δημιουργία του κατάλληλου περιβάλλοντος για την προσέλκυση ξένων επενδυτών δεν είναι μόνο στόχος εκσυγχρονισμού, αλλά απαράβατος όρος για την ευημερία ενός κράτους. O όρος αυτός είναι επιβεβλημένος από τις κοινωνίες και τους πολίτες που ζητούν διαφάνεια, ποιότητα και αποτελεσματικότητα, δηλαδή καλύτερη διακυβέρνηση που θα βελτιώνει την καθημερινή τους ζωή.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.