1ο Εθνικό Αναπτυξιακό Συνέδριο
Σάββατο 16 Ιουλίου 2005
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Δυο είναι τα βασικά ζητήματα που μας απασχολούν: Ο προορισμός της αναπτυξιακής μας στρατηγικής, δηλαδή τι είδους ανάπτυξη θέλουμε για τη χώρα μας, και οι διαδικασίες εφαρμογής της, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο θα την επιδιώξουμε. Και τα δύο, τουλάχιστον ως προς το κομμάτι που συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, πρέπει να βασιστούν στους αναπτυξιακούς προσανατολισμούς της Ένωσης, αλλά και στο κανονιστικό της πλαίσιο.
Πριν περάσουμε σε αυτά, θα ήθελα να πω δύο λόγια για τη διαπραγμάτευση που γίνεται στα πλαίσια της κατάρτισης του Κοινοτικού προϋπολογισμού για την περίοδο 2007-2013, ώστε να έχουμε στο μυαλό μας και μία ένδειξη για το πού θα κινηθούν οι πόροι. Γνωρίζετε όλοι ότι στη διαδικασία κατάρτισης του προϋπολογισμού υπήρξαν δύο αφετηρίες.
Η μία, και πιο ουσιαστική, ήταν η θέση της Επιτροπής όπως εκφράστηκε με την απόφαση του Φεβρουαρίου του 2004. Δηλαδή, ότι, για να γίνουν πράξη οι πολιτικές της Ένωσης, χρειάζονται πόροι και αυτοί προσδιορίζονται στο 1,26% του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος της Ένωσης (ΑΕΕ). Αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 1.027 δισεκατομμύρια ευρώ για όλη την περίοδο. Η άλλη, ήταν οι προτάσεις των χωρών που θεωρούσαν ότι ο προϋπολογισμός πρέπει να περιοριστεί ουσιαστικά στο 1% του ΑΕΕ. Η προεδρία του Λουξεμβούργου επιχείρησε συμβιβασμό με ποσοστό που κινήθηκε στο 1,06%, πράγμα που θα οδηγούσε σε έναν προϋπολογισμό ύψους 870 δισεκατομμυρίων ευρώ για όλους.
Τι σημαίνει όμως αυτό; Αν το συγκρίνουμε με την τρέχουσα περίοδο, έχουμε μία ετήσια αύξηση των πόρων κατά περίπου 30%. Όμως, στην πράξη, δεν πρόκειται για αύξηση, αλλά για μείωση, διότι ενώ στην Ένωση μπήκαν 100 εκατομμύρια περισσότεροι πολίτες και αυξήθηκε το έδαφός της κατά 25% περίπου, το ΑΕΕ της αυξήθηκε μόνο κατά 5%. Αυτό σημαίνει ότι η πίτα είναι μικρότερη και θα πρέπει να μοιραστεί σε περισσότερους πολίτες που είναι όλοι επιλέξιμοι στον Στόχο 1. Μην ξεχνάμε ότι οι 10 νέες χώρες έχουν ασθενείς οικονομίες. Μην ξεχνάμε, επίσης, ότι οι χώρες που είναι καθαροί συνεισφέροντες στον Κοινοτικό προϋπολογισμό πίεζαν και πιέζουν, ώστε οι πόροι να ενισχύσουν κυρίως αυτές.
Στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης, τρία ήταν τα θέματα που απασχόλησαν τη χώρα μας:
Πρώτον: Η διασφάλιση του «κριτηρίου της εθνικής ευημερίας». Τι σημαίνει αυτό; Τα χρήματα που θα πάρουμε για τις περιφέρειες του Στόχου 1 πρέπει να υπολογισθούν λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περιφέρειες αυτές δεν ανήκουν σε μία πλούσια χώρα. Δηλαδή, με δύο λόγια, άλλο μία φτωχή περιφέρεια να ανήκει σε μία πλούσια χώρα και άλλο μία φτωχή περιφέρεια να ανήκει σε μία φτωχή χώρα. Αυτό διασφαλίστηκε διατηρώντας τον συντελεστή εθνικής ευημερίας σε πολύ ικανοποιητικά επίπεδα.
Δεύτερον: Οι περιφέρειες της αποκαλούμενης «στατιστικής σύγκλισης», δηλαδή η Αττική και η Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, οι οποίες, αν δεν είχε γίνει η διεύρυνση, θα ήταν στο 100% της χρηματοδότησης του Στόχου 1. Στα πλαίσια της διαπραγμάτευσης, ελήφθη υπόψη το πληθυσμιακό κριτήριο. Πετύχαμε να κατανοήσουν οι εταίροι μας ότι η χρηματοδότηση στις τρεις αυτές περιφέρειες θα πρέπει να είναι πιο αυξημένη από ό,τι σε άλλες περιφέρειες «στατιστικής σύγκλισης», επειδή συγκεντρώνουν το 55% και πλέον του συνολικού πληθυσμού της χώρας μας. Αυτό θα απέφερε ένα επιπλέον ποσό της τάξης των 2 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Τρίτον: Αυξήθηκε η χρηματοδότηση «εθνικής σύγκλισης» από το Ταμείο Συνοχής στο ύψος των 44,7 ευρώ ανά κάτοικο.
Αυτή η διαπραγμάτευση τελείωσε και ξεκινάει μία δεύτερη στα πλαίσια της προεδρίας του Ηνωμένου Βασιλείου. Δεν μπορώ να κάνω πρόβλεψη. Μπορώ όμως να πω ότι τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα. Ωστόσο, εκτιμώ ότι η αναγνώριση αυτών των τριών ειδικών θεμάτων για τη χώρα μας έχει επιτευχθεί και είναι μία καλή βάση για τη συζήτηση που θα γίνει στα πλαίσια του Συμβουλίου.
Θα ήθελα, στο σημείο αυτό, να παρουσιάσω συνοπτικά την προετοιμασία που έχουμε κάνει μέχρι τώρα, όσον αφορά στις διαδικασίες κατάρτισης του Εθνικού Στρατηγικού Πλαισίου Αναφοράς ή ΕΣΠΑ, όπως θα λέγεται στο εξής το Δ΄ ΚΠΣ.
Ξεκινήσαμε πολύ νωρίς. Τον Ιούνιο του 2004 στείλαμε την πρώτη εγκύκλιο με κατευθύνσεις και οδηγίες. Δώσαμε από την αρχή το μήνυμα για τον σχεδιασμό ενός αναπτυξιακού προγράμματος, ανεξάρτητα από το αν συγχρηματοδοτείται από την Ένωση ή από εθνικούς πόρους. Επίσης, δώσαμε οδηγίες για το πώς θα οργανώσουμε το εγχείρημα αυτό.
Τον Φεβρουάριο του 2005 υποβλήθηκαν προτάσεις από όλες τις περιφέρειες και τα υπουργεία, προκειμένου η χώρα μας, συγκροτημένα, να συζητήσει με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πράγμα που έκανε στις 23 Φεβρουαρίου του 2005, δέκα προτεραιότητες-κατευθύνσεις πολιτικής που η Επιτροπή είχε προτείνει σε όλα τα κράτη-μέλη.
Με βάση το κείμενο αυτό, η Επιτροπή κατέληξε σε ένα σχέδιο κατευθύνσεων της Ένωσης για την οικονομική, κοινωνική και χωρική συνοχή, το οποίο συζητήθηκε στις 20 και 21 Μαΐου στο άτυπο Συμβούλιο Υπουργών που έγινε στο Λουξεμβούργο.
Σε αυτή τη συνάντηση, τη χώρα μας εκπροσώπησε ο κύριος Φώλιας, ο οποίος εξέφρασε γενική συμφωνία με τις τρεις προτεραιότητες που διατυπώθηκαν στο σχέδιο κατευθύνσεων: «Η Ευρώπη και οι περιφέρειές της πρέπει να είναι το πιο ελκυστικό μέρος για επενδύσεις και εργασία», «Βελτίωση της γνώσης και της καινοτομίας για την ανάπτυξη» και «Περισσότερες και καλύτερες δουλειές».
Το ενδεικτικό αυτό σχέδιο επιτρέπει στις χώρες να προγραμματίσουν την αναπτυξιακή τους στρατηγική με βάση τα ανταγωνιστικά τους πλεονεκτήματα.
Όσοι παρακολούθησαν προσεκτικά το video που παίχτηκε στην αρχή, θα παρατήρησαν ότι για τη διαμόρφωση της εθνικής στρατηγικής αναδεικνύονται οι εξής άξονες προτεραιότητας: ανθρώπινοι πόροι, ανταγωνιστικότητα, προσπελασιμότητα, ποιότητα ζωής, ψηφιακή σύγκλιση, δημόσια διοίκηση και εξωστρέφεια, δηλαδή διασυνοριακές, διαπεριφερειακές και διακρατικές συνεργασίες.
Όλα αυτά μαζί και το καθένα ξεχωριστά είναι οι βάσεις πάνω στις οποίες πρέπει να χτίσουμε το οικοδόμημα της ανάπτυξης για την επόμενη περίοδο.
Πώς θα γίνει αυτό;
Όσον αφορά στα προγραμματικά μας κείμενα: Θα έχουμε ένα σχέδιο ανάπτυξης που θα περιλαμβάνει το σύνολο των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων της χώρας και θα αποτελείται από το συγχρηματοδοτούμενο ΕΣΠΑ με τα επιχειρησιακά του προγράμματα και από το εθνικό πλαίσιο στήριξης που θα χρηματοδοτηθεί από εθνικούς και μόνο πόρους.
Το ΕΣΠΑ θα διακρίνεται σε δύο μέρη: Το πρώτο μέρος θα είναι στρατηγικό και θα αναφέρεται στην πολιτική σύγκλισης που θα εφαρμόσει το κράτος-μέλος, και το δεύτερο θα είναι επιχειρησιακό και θα αναφέρεται στα μεμονωμένα προγράμματα και τις προτεραιότητες καθώς και τις χρηματοοικονομικές κατανομές.
Θα ήθελα εδώ να τονίσω ότι οι διατάξεις εφαρμογής θα είναι διακριτό κεφάλαιο στο ΕΣΠΑ. Εκεί, θα πρέπει να δηλώσουμε εξαρχής με ποιο τρόπο θα διαχειριστούμε τους πόρους, δηλαδή με ποιους μηχανισμούς και με ποια διαδικασία.
Στο σημείο αυτό, θα βάλω μία άνω τελεία για να δούμε ποιες είναι οι απαιτήσεις με βάση τα σχέδια των κανονισμών, τα οποία είναι στο στάδιο της τελικής διαπραγμάτευσης. Τα σχέδια αυτά εισάγουν καθοριστικές αλλαγές που οφείλουμε να διαχειριστούμε την ίδια εποχή που διαχειριζόμαστε έναν τεράστιο όγκο προβλημάτων του Γ´ ΚΠΣ. Αυτή η δυσκολία είναι κοινή για όλους. Ας είναι και κοινός στόχος. Παρουσιάζω λοιπόν αυτές τις αλλαγές.
Ως προς τον σχεδιασμό:
Δεν υπάρχει ΚΠΣ παρά μόνο ΕΣΠΑ. Βασικό στοιχείο του είναι ο στρατηγικός σχεδιασμός με χαλαρό το επιχειρησιακό μέρος.
Δεν περιλαμβάνονται πλέον στα διαρθρωτικά ταμεία το ΕΓΤΠΕ και το ΧΜΠΑ. Συνεπώς, ο σχεδιασμός είναι διοικητικά και μόνο ανεξάρτητος από τον σχεδιασμό των διαρθρωτικών ταμείων.
Το Ταμείο Συνοχής γίνεται πρόγραμμα και υπόκειται σε πολυετή προγραμματισμό.
Τα επιχειρησιακά προγράμματα είναι μονοταμειακά και υποβάλλονται στην ΕΕ ταυτόχρονα με το ΕΣΠΑ. Η διαφορά είναι ότι οι πληρωμές από την ΕΕ θα αρχίσουν να έρχονται μόνο εφόσον πιστοποιηθεί ότι οι μηχανισμοί εφαρμογής διαχείρισης και ελέγχου έχουν την απαιτούμενη επάρκεια.
Μία άλλη καινοτομία είναι ότι, με τους πόρους που είναι διαθέσιμοι σε κάθε μονοταμειακό πρόγραμμα, μπορούν να χρηματοδοτηθούν σε ποσοστό έως 10% δράσεις άλλου ταμείου.
Καταργείται το Συμπλήρωμα Προγραμματισμού. Με αυτό εξειδικευόταν το επιχειρησιακό πρόγραμμα και η διαμόρφωσή του ήταν, όπως γνωρίζουμε όλοι, αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους-μέλους.
Η εφαρμογή των προγραμμάτων θα κρίνεται ετήσια, εκτός από τη γνωστή ετήσια έκθεση. Θα κρίνονται δηλαδή στο κατά πόσο πέτυχαν τους στρατηγικούς τους στόχους.
Τέλος, ένα νέο στοιχείο είναι ότι τοπικοί και κοινωνικοί εταίροι συμμετέχουν με πιο διευρυμένο τρόπο και στις διαδικασίες σχεδιασμού και στις διαδικασίες εφαρμογής. Θα μπορούν, δηλαδή, να λειτουργήσουν και ως ενδιάμεσοι φορείς διαχείρισης όπως γίνεται για τις συνολικές επιχορηγήσεις.
Σε σχέση με την υλοποίηση, την παρακολούθηση και τον έλεγχο:
Αυξάνονται οι ευθύνες των διαχειριστικών αρχών, των Τελικών Δικαιούχων όπου πιστοποιείται η ικανότητά τους να εκτελέσουν τα έργα και της αρχής πληρωμής.
Αυξάνεται επίσης η ευθύνη της αρχής ελέγχου, ως προς την επαλήθευση της χρηστής λειτουργίας του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου.
Τέλος, και ίσως πιο σημαντικό από όλα, είναι ο αυστηρότερος έλεγχος της τήρησης της αρχής της προσθετικότητας. Πράγμα που σημαίνει ότι εάν με την εκ των υστέρων αξιολόγηση δεν επαληθεύεται ο εκ των προτέρων υπολογισμός, οι χώρες μπορεί να υποστούν δημοσιονομικές διορθώσεις.
Όλα αυτά απλουστεύουν βέβαια τη διαχείριση, αλλά μας υποχρεώνουν σε μία νέου τύπου δομή και αρχιτεκτονική των προγραμμάτων, αλλά και σε μία νέου τύπου διαχείριση.
Από αυτά που είπα μέχρι τώρα, προκύπτουν τρία βασικά συμπεράσματα: Πρώτον: Ότι η προσέγγιση του προγραμματισμού είναι στρατηγική, δηλαδή το ΕΣΠΑ αποτελεί έναν πολιτικό χάρτη για την εκπόνηση των προγραμμάτων. Δεύτερον: Ότι τα προγράμματα είναι δεσμευτικά στο επίπεδο του σχεδιασμού. Τρίτον: Ότι οι εθνικές αρχές λογοδοτούν σε ετήσια βάση σχετικά με την πρόοδο των προγραμμάτων.
Στο σημείο αυτό, θέλω να αναφερθώ στις εμπειρίες και τις πρακτικές από το Γ´ ΚΠΣ και να σας καλέσω όλους να αναλογιστείτε αν και πώς μπορούμε, με βάση αυτές τις εμπειρίες, να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις που μόλις περιέγραψα.
Θα συμφωνήσετε όλοι ότι, μέσα από τη διαχείριση των Κοινοτικών κονδυλίων, γνωρίσαμε αδυναμίες, κενά και επικαλύψεις τόσο στον σχεδιασμό των προγραμμάτων, και στους μηχανισμούς εφαρμογής, όσο και στον συντονισμό του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου.
Όλα αυτά οδήγησαν σε αστοχίες, με αποτέλεσμα η χώρα μας να έχει στερηθεί και να στερείται πολύτιμους πόρους. Ας δούμε ορισμένες από αυτές:
Υπήρξαν μεγάλες αδυναμίες στον προσδιορισμό των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων της κάθε περιφέρειας.
Είναι βέβαιο ότι ενεπλάκησαν στα προγράμματα πάνω από δύο φορείς χάραξης πολιτικής σε έναν τομέα. Αυτό σημαίνει αδυναμία συντονισμού και εμφάνιση σοβαρών εμπλοκών στην εφαρμογή.
Δημιουργήθηκε ένα σύστημα ελέγχου, γραφειοκρατικό, πελατειακού τύπου και μεγάλης διασποράς, με τεράστιο κόστος λειτουργίας σε σχέση με την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά του.
Δημιουργήθηκαν επίσης πολλές διαχειριστικές αρχές, πράγμα που οδήγησε στην πολυδιάσπαση των παρεμβάσεων και δημιούργησε προβλήματα συντονισμού περιορίζοντας τις δυνατότητες συνεργειών για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων.
Κανείς δεν σταμάτησε τον κατακερματισμό των προγραμμάτων σε μικρά και αποσπασματικά έργα, με αποτέλεσμα αυτά να μη συνεισφέρουν σε μία ολοκληρωμένη αναπτυξιακή παρέμβαση, αλλά να δυσκολεύεται και η διαχείρισή τους.
Για το θεσμικό πλαίσιο παραγωγής δημοσίων έργων θα πω λίγα από τα πολλά που γνωρίσαμε: κατατμήσεις, έργα που δεν ολοκληρώθηκαν ούτε στον χρόνο ούτε στο κόστος, ούτε στην κατάλληλη ποιότητα· έργα που δεν λειτούργησαν ή λειτούργησαν με μεγάλες καθυστερήσεις είτε γιατί δεν είχαν αδειοδοτηθεί είτε γιατί δεν είχε προβλεφθεί η κάλυψη των δαπανών λειτουργίας τους κ.λπ.
Τα έργα αυτά ανέλαβε μεγάλος αριθμός αδύναμων τελικών δικαιούχων –έξι χιλιάδες περίπου– με έλλειψη, για να μην πω ανυπαρξία, τεχνικής, οργανωτικής και διοικητικής επάρκειας που δεν είχαν τη δυνατότητα ούτε να τα υλοποιήσουν, ούτε και να τηρήσουν το Κοινοτικό Δίκαιο και τους κανονισμούς, πράγμα που ανάγκασε και αναγκάζει ακόμα τις ελεγκτικές ή διαχειριστικές αρχές να παγώνουν τη χρηματοδότηση.
Επιπλέον, η κεντρική διοίκηση, διαχείριση και ο έλεγχος 6.000 φορέων είναι ένας εφιάλτης. Μόνο τη γραφειοκρατία και την ανταλλαγή επιστολών να αναλογιστεί κανείς, καταλαβαίνετε πως εξαντλούμε τις δυνάμεις μας χωρίς αποτέλεσμα.
Τέλος, οι αδυναμίες αυτές ποτέ δεν συσχετίστηκαν ούτε με το οικονομικό μέγεθος ούτε με το πλήθος των έργων που εκτελούνται, ούτε και με το ποσοστό συμμετοχής τους στα προγράμματα.
Όποτε επιχειρήθηκε αναβάθμιση των φορέων με επιμόρφωση των στελεχών τους ή με νέες προσλήψεις, δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Διότι, αυτό που τελικά απαιτείται είναι πρόσθετη τεχνογνωσία και οπωσδήποτε νέα νοοτροπία. Για να αποτελεί λύση η πρόσληψη προσωπικού και μόνο αυτή, θα πρέπει η μελέτη της επιχειρησιακής ικανότητας του φορέα να έχει καταλήξει ότι αυτός διαθέτει όλες τις άλλες αναγκαίες προϋποθέσεις. Αλλιώς, οι νέες προσλήψεις θα αφομοιωθούν τάχιστα από την υπάρχουσα δομή, χωρίς να μπορέσουν να μετεξελίξουν τα χαρακτηριστικά της.
Μόνο αν αποτιμήσουμε σωστά αυτές τις αδυναμίες, θα καταλάβουμε πόσο δρόμο έχουμε ακόμη μπροστά μας.
Κυρίες και κύριοι,
Οι πόροι που θα έρθουν στη χώρα μας, αυτοί που έχουμε στη διάθεσή μας τώρα, αλλά και οι αντίστοιχοι εθνικοί πόροι, δεν είναι μηχανισμός αποζημίωσης. Είναι μοχλός για να ενισχύσουμε τη βιώσιμη ανάπτυξή μας. Συνεπώς, είναι αντιληπτό ότι οι επιλογές δεν πρέπει να έχουν αποσπασματικό χαρακτήρα, αλλά να καταφέρουν να δέσουν τις παρεμβάσεις των Κοινοτικών κονδυλίων, ώστε να έρθουν πολλαπλασιαστικά οφέλη και να αρχίσει η οικονομία να αυτοεξυπηρετείται. Οι τεχνικές υποδομές δεν πρέπει –κατά τη γνώμη μου πάντα– να είναι αυτοσκοπός ώστε να πετύχουμε βιώσιμη ανάπτυξη. Πολύ περισσότερο όταν αυτές δεν συνδέονται ούτε με το οικονομικό, ούτε με το επιχειρηματικό, ούτε με το κοινωνικό περιβάλλον. Αν αφιερώσουμε λιγότερους πόρους σε αυτές τις δράσεις, σημαίνει ότι εξαρτούμε την ανταγωνιστικότητά μας είτε από την ευνοϊκή εξέλιξη εξωγενών παραγόντων, είτε περιμένουμε μία κοσμογονική επίπτωση των τεχνικών έργων υποδομής. Αυτή η αντίληψη μάς διέπει από το 1989. Παρόλα αυτά, όμως, η ανταγωνιστικότητά μας επιδεινώνεται. Τι σημαίνει αυτό; Είτε ότι η στρατηγική επιλογή είναι λανθασμένη, είτε ότι οι παρεμβάσεις μας στις τεχνικές υποδομές δεν είναι πάντα αποδοτικές.
Ιστορικά, καμία οικονομία δεν αναπτύχθηκε και δεν έγινε ανταγωνιστική επειδή πρώτα ολοκλήρωσε ή εκσυγχρόνισε τις υποδομές της. Στα πλαίσια ενός ενιαίου οικονομικού χώρου, όπως είναι η ευρωζώνη, κερδισμένος είναι πάντοτε αυτός που διαθέτει την καλύτερη προίκα σε καινοτομία, αλλά και σε δεσπόζουσα θέση στην αγορά.
Κυρίες και κύριοι,
Το σημερινό μας συνέδριο είναι το πρώτο βήμα ώστε να σχεδιάσουμε μία πραγματικά αναπτυξιακή πορεία για τη χώρα. Θα ακολουθήσουν και άλλα βήματα πολύ πιο απαιτητικά.
Το υπουργείο μας προγραμματίζει θεματικές συναντήσεις το φθινόπωρο με τη συμμετοχή των περιφερειών, προκειμένου να οριστικοποιήσουμε τους άξονες προτεραιότητας, αλλά και να συζητήσουμε και να συμφωνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα υλοποιηθούν αυτοί. Θα πρέπει η τεράστια δουλειά που έγινε και θα γίνει, να πάρει σάρκα και οστά με τη μορφή ενός νέου σχεδίου ανάπτυξης με όραμα, στόχους, ιεραρχημένες προτεραιότητες, πόρους και μηχανισμούς υλοποίησης.
Θα πρέπει το στρατηγικό σχέδιο, και κατ’ επέκταση τα προγράμματα, να απαντούν στο πού πάμε και πώς θα πάμε. Χρειαζόμαστε νέο, ξεκάθαρο, φιλόδοξο, αλλά και πραγματοποιήσιμο, όραμα. Λάβαμε υπόψη όλα τα μηνύματα από τα περιφερειακά συνέδρια. Θα κρατήσω τέσσερα από αυτά. Την πληθώρα σημαντικών ιδεών και καινοτόμων προτάσεων, το μεράκι και όραμα των συμμετεχόντων για την ανάπτυξη του τόπου τους, τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα των περιφερειών, αλλά και τις υπαρκτές ανάγκες που δεν έχουν μέχρι τώρα καλυφθεί. Πρέπει να επενδύσουμε πάνω σε αυτά.
Υπήρξαν δημοσιεύματα που μας κατηγόρησαν για έλλειψη κατευθύνσεων σε ό,τι αφορά τις στρατηγικές επιλογές, ακόμη και για την προσφυγή σε τρίτους ώστε να μας τις καθορίσουν. Η αλήθεια είναι ότι προσφύγαμε, μέσω μίας ευρύτατης διαβούλευσης, στη φωνή, στις ιδέες και στο όραμα της περιφέρειας και της κοινωνίας. Η αλήθεια είναι, επίσης, ότι χρησιμοποιούμε όλα τα σύγχρονα εργαλεία, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι οι αναπτυξιακές προτεραιότητες και οι επιλογές είναι και οι σωστές για να πετύχουμε τον κεντρικό μας στόχο. Το υπουργείο Οικονομίας δεν αποφασίζει και δεν διατάζει· δίνει απλώς τον τόνο. Είναι το υπουργείο, του οποίου η αποστολή είναι να δει ευρύτερα τους άξονες αυτούς, να δει συνέργειες και συνεργασίες μεταξύ τομέων.
Οι παρεμβάσεις που είχαμε ώς τώρα, μεταξύ άλλων είχαν και αυτό το πρόβλημα. Δεν τεκμηρίωναν μία λογική σε συνάφεια με τη λογική της διπλανής παρέμβασης. Δεν αλληλοσυμπληρώνονταν. Το όφελος ερχόταν από κάθε μία παρέμβαση χωριστά και, αν ερχόταν, και το συνολικό όφελος ήταν λιγότερο από ό,τι θα μπορούσε να είναι.
Το άλλο μείζον θέμα είναι οι συνέργειες με τους εθνικούς πόρους. Νομίζω ότι είπαμε αρκετά για αυτό. Απλώς να αναφέρω, ότι το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων με 38 χιλιάδες έργα και δράσεις δεν μπορεί να λειτουργήσει κάτω από αυτό το πλαίσιο. Στην προσπάθειά μας να αντιστοιχίσουμε άξονες που προανέφερα και εθνικές χρηματοδοτήσεις, εκπονήσαμε μελέτη. Δεν νοείται οι Κοινοτικές χρηματοδοτήσεις, να έχουν λογική, πλαίσιο, συνολική αποτίμηση και ο εθνικός προϋπολογισμός να μην έχει τίποτα από όλα αυτά. Δεν θα ήθελα να δοθεί η εντύπωση ότι θεωρούμε ότι κάποιος μπορεί να γνωρίζει τα προβλήματα κάθε τομέα και κάθε μίας περιοχής. Μπορεί να γνωρίζει όμως και τη διπλανή περιοχή και να βλέπει οικονομίες κλίμακας και οφείλει να εντάξει όλους σε μία τέτοια κοινή δράση.
Για τον λόγο αυτό κάνουμε αυτό το συνέδριο· για να είμαστε όλοι συμμέτοχοι.
Το ΚΠΣ είναι ένα εργαλείο, αλλά δεν είναι το μοναδικό. Χρειάζονται και άλλα. Πλέγμα πολιτικών και συναντίληψη του τι σημαίνει ανάπτυξη και πώς θα τη διαχειριστούμε καλύτερα. Η χώρα μας εκτίθεται διαρκώς στην κρίση και κριτική των Κοινοτικών θεσμών. Αυτή η έκθεση δημιουργεί επιπρόσθετες απαιτήσεις τόσο ως προς την ποιότητα του προγραμματισμού, όσο και ως προς την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης. Θα πρέπει λοιπόν όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις να προχωρήσουν. Το ζητούμενο που προτείνω και προκύπτει από όλα αυτά, είναι:
Η διατύπωση διαυγών ως προς τον στόχο και το περιεχόμενο προτεραιοτήτων με αποφυγή της υιοθέτησης λογικών επιλογής δράσεων που θα προσεγγίζουν αποσπασματικά την πραγματικότητα όπως αυτή διαμορφώνεται από τις διεθνείς εξελίξεις.
Η μείωση των αριθμού των προγραμμάτων με συγκέντρωση των παρεμβάσεων κοινής στοχοθέτησης και σκοπό τόσο τη μεγαλύτερη ευελιξία, όσο και την αποφυγή απώλειας πόρων λόγω του κανόνα Ν+2.
Έγκαιρος σχεδιασμός και σύσταση των απαιτούμενων φορέων για υλοποίηση, διαχείριση και έλεγχο.
Δημιουργία λίγων, αλλά ισχυρών, επιτελικών διαχειριστικών αρχών με κύριο γνώμονα την αποτελεσματικότητα, τη συνέργεια και την αποδοτικότητα.
Ανάπτυξη αξιόπιστου και αποτελεσματικού συστήματος διαχείρισης και ελέγχου με απλοποίηση διαδικασιών και απαιτήσεων με στόχο την ποιότητα και τη διαφάνεια.
Αξιοποίηση της συσσωρευμένης τεχνογνωσίας από την ανάπτυξη των προγραμμάτων. Έχουμε στη χώρα μας φορείς πάνω στους οποίους μπορούμε να στηριχτούμε και να εξαγάγουμε την εμπειρία τους και την τεχνογνωσία τους.
Δημιουργία ισχυρών μηχανισμών εκτέλεσης των έργων με αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων τους, που να παρέχουν εχέγγυα αποτελεσματικής λειτουργίας με παράλληλη αύξηση της αποδοτικότητας του όλου συστήματος σε σχέση με το κόστος λειτουργίας του.
Κυρίες και κύριοι,
Τα ερωτήματα είναι πολλά και για όλους. Θα σταθώ σε δύο από αυτά: Έχουμε ναι ή όχι αντιληφθεί τους νέους όρους που επιβάλλει η τεχνολογική εξέλιξη και η διεθνοποίηση των οικονομιών; Αν ναι, χρειαζόμαστε στροφή των χρηματοδοτήσεων προς τους ανθρώπινους πόρους. Έχουμε, ναι ή όχι, συνειδητοποιήσει ότι το σημερινό σύστημα εφαρμογής καταναλώνει πόρους και παράγει άγχος και πρόστιμα; Αν ναι, χρειαζόμαστε ενιαίο και αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης και ελέγχου για όλες τις δημόσιες δαπάνες, προκειμένου να πετύχουμε και οικονομίες κλίμακας στην εφαρμογή.
Απαντάμε ναι σε όλα αυτά.
Ξεκινάμε εισάγοντας σειρά καινοτομιών στον σχεδιασμό. Ζητούμενο είναι η συμβολή όλων των συντελεστών σε όλα τα επίπεδα που είναι καθοριστικά για την ανάπτυξη, γιατί η αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων βασίζεται μόνο στη συντονισμένη προσπάθεια. Και εδώ θα απευθυνθώ στους φίλους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για να τους πω ότι μέχρι τέλους του έτους θα έχουμε ολοκληρώσει το «εργαλείο διαπραγμάτευσης», έτσι ώστε από τις αρχές του 2006 να έρθουμε σε συνεννόηση με τις υπηρεσίες της Επιτροπής και να πετύχουμε να συντμήσουμε τους χρόνους που θα χρειαστεί σε αυτή τη δύσκολη διαπραγμάτευση. Υπενθυμίζω πως, για το τρέχον ΚΠΣ, ενώ το σχέδιο ανάπτυξης υπεβλήθη τον Σεπτέμβριο του 1999, το πρώτο πρόγραμμα εγκρίθηκε από την Κομισιόν τον Απρίλιο του 2001.
Εμείς, κυρίες και κύριοι, δεν θέλουμε να μεταφέρουμε στις αποσκευές μας προς το Δ´ ΚΠΣ τη μιζέρια αυτής της άχαρης περιόδου κατά την οποία επιλύουμε καθημερινώς εκκρεμότητες του παρελθόντος. Δεν θέλουμε οι πρωτοβουλίες και οι προτάσεις μας να βρεθούν σε συνθήκες προσφυγιάς μέσα σε ένα σύστημα που καταναλώνει πόρους, χωρίς να παράγει αποτέλεσμα. Θέλουμε οι προτάσεις αυτές να μπολιάσουν όλους τους φορείς και να ενισχύσουν τα μεταρρυθμιστικά τους γονίδια. Ορισμένοι από μας είμαστε απόλυτοι και τα θέλουμε όλα. Θέλουμε μία κοινωνία που θα έχει αυτοπεποίθηση, θα καινοτομεί και δεν θα αναζητεί παθητική περιχαράκωση ή κεκτημένα. Δεν πρόκειται να ενταχθούμε σε λογικές που η σύγχρονη οικονομία και κοινωνία έχουν απορρίψει. Αν αυτό δεν γίνεται, θα αποδειχτεί ότι το τέρας του συστήματος είναι πολύ πιο ισχυρό από τα οράματά μας.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.