3ο Εθνικό Αναπτυξιακό Συνέδριο
21 Ιουνίου 2006
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Για τη νέα προγραμματική περίοδο 2007 – 2013, η χώρα μας πρέπει να υποβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα νέο κείμενο προγραμματισμού, το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (ΕΣΠΑ), προς αντικατάσταση των ΚΠΣ. Στο κείμενο αυτό θα περιγράφονται οι κύριοι αναπτυξιακοί στόχοι της χώρας μας σε εθνικό, τομεακό και περιφερειακό επίπεδο. Είμαστε στη διαδικασία οριστικοποίησης αυτού του κειμένου. Δώσαμε ήδη και τις κατευθύνσεις με την 3η Εγκύκλιο για το σχεδιασμό των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων της επόμενης περιόδου. Επιτρέψτε μου όμως να κάνω μία ανάλυση τόσο όσον αφορά στα προηγούμενα ΚΠΣ, όσο και στο τρέχον, ώστε να δούμε ποια είναι τα συμπεράσματα για την περιφερειακή ανάπτυξη στην Ελλάδα σήμερα.
Οι αρχικές περίοδοι προγραμματισμού
Τις δεκαετίες του 80 και του 90 η αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας καθοδηγήθηκε από τις διαρθρωτικές πολιτικές της ΕΕ με τη μεγαλύτερη βαρύτητα να αποδίδεται, εύλογα, στις βασικές υποδομές αλλά και με διασπορά των διαθέσιμων πόρων σε μικρά έργα σε ολόκληρη τη χώρα. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Η χώρα όφειλε να αποκτήσει ένα ελάχιστο επίπεδο δημόσιων υποδομών ως προαπαιτούμενο τόσο για την αύξηση της παραγωγικότητας όσο και για την κινητοποίηση του ιδιωτικού κεφαλαίου σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο δε αναπροσανατολισμός των προτεραιοτήτων από το Α΄ ΚΠΣ στο Β’ΚΠΣ δεν ήταν εφικτός λόγω της έλλειψης επαρκούς και αποτελεσματικού μηχανισμού χάραξης στρατηγικής.
Οι απαιτήσεις και οι σύνθετοι νομικοί, τεχνικοί και περιβαλλοντικοί όροι που επέβαλε το κανονιστικό πλαίσιο, ανέδειξαν το ζήτημα της διαχείρισης, του ελέγχου και της εφαρμογής ως κεντρικό θέμα. Η Ε.Ε., ως εταίρος, αξίωσε την ευθυγράμμιση του συστήματος στην κοινοτική νομοθεσία. Ιδιαίτερος τομέας ενδιαφέροντος ήταν τα δημόσια έργα, τα οποία αποτέλεσαν εύκολο «στόχο» καθώς συνήθως παράγονταν χωρίς οργάνωση ή σύστημα, και υπό συνθήκες που δεν επέτρεπαν τη σαφή εκτίμηση τελικού κόστους, χρόνου και ποιότητας του έργου. Οι παρεμβάσεις αναπτύχθηκαν σε πολλά επίπεδα.
Για τη στήριξη και ενίσχυση της Δημόσιας Διοίκησης για την αποτελεσματικότερη διαχείριση και εφαρμογή του ΚΠΣ δημιουργήθηκε, με το Ν. 2372/1996, η ΜΟΔ (σχεδόν 6 χρόνια μετά από τη διαπίστωση της ανάγκης δημιουργίας της), καλύπτοντας ανάγκες σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, επεξεργασία και συστηματοποίηση μεθόδων και διαδικασιών και μεταφορά τεχνογνωσίας για την αναβάθμιση και βελτίωση της διαχειριστικής ικανότητας των φορέων που διαχειρίζονται και υλοποιούν προγράμματα.
Στα δημόσια έργα αναπτύχθηκαν πρωτοβουλίες για βέλτιστο Σχεδιασμό, Μελέτη και Ωρίμανση των Έργων, για τις Διαδικασίες Ανάθεσης και, τέλος, για την Κατασκευή, Παραλαβή και Ποιότητά τους. Συμπληρωματικά θεσμοθετήθηκαν, ως υποχρεωτικά, τα Τεχνικά Δελτία Έργου, οργανώθηκε και αναπτύχθηκε το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα ΟΠΣ και προσλήφθηκαν Σύμβουλοι Διαχείρισης και Αξιολόγησης των Προγραμμάτων.
Τα στοιχεία των Τεχνικών Δελτίων κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, εισάγονται στο ΟΠΣ. Δεδομένου ότι για να ενταχθεί ένα έργο για χρηματοδότηση, όφειλε η υλοποίησή του να είναι σύμφωνη με τις προβλέψεις του ΤΔΕ, αυτό αποτέλεσε καινοτόμο δράση για το Β’ ΚΠΣ που βρήκε την πλήρη εφαρμογή της στο Γ’ ΚΠΣ. Φυσικά, στο ξεκίνημά του βρήκε έντονη αντίδραση από τους μηχανισμούς της δημόσιας διοίκησης η οποία οφειλόταν τόσο σε αδυναμία να συμπληρώνουν τα ζητούμενα στοιχεία (από έλλειψη μελετών, απειρία σε χρονικό και οικονομικό προγραμματισμό, στρεβλή αντίληψη για την ωριμότητα, κλπ.), όσο και σε δεσμεύσεις ή ευθύνες που αναλάμβαναν έναντι των πιέσεων που δέχονταν για ένταξη έργων και δράσεων στα προγράμματα. Εν τέλει, επεβλήθη ένα μέτρο που σήμερα όλοι θεωρούν αυτονόητο.
Για τη βελτίωση του συστήματος διοίκησης διαχείρισης και παραγωγής των Μεγάλων συγχρηματοδοτούμενων Έργων, οι ελληνικές αρχές και η ΕΕ συμφώνησαν στη δημιουργία εξειδικευμένων Ανωνύμων Εταιρειών (ΑΕ) που δεν θα υπόκεινται στους κανόνες διοικητικής λειτουργίας του δημοσίου και η διαχείριση και λειτουργία τους θα πραγματοποιείτο σε επιχειρηματικό επίπεδο με την υποστήριξη εξωτερικών συμβούλων διοίκησης και διαχείρισης έργων (Project & Construction Managers).
Στην πορεία αποδείχτηκε ότι η εμπειρία που έχει σωρευτεί στις δομές αυτές συγκεντρώθηκε στο εσωτερικό τους και ως εκ τούτου παραμένει αναξιοποίητη σε μεγάλο βαθμό. Έχουν δημιουργηθεί δηλαδή «νησίδες» πληροφόρησης, γνώσης και εμπειρίας, που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Έτσι το σύστημα παραγωγής των δημοσίων έργων στην Ελλάδα δεν έχει επωφεληθεί, τουλάχιστον όχι όσο θα έπρεπε, συνολικά από την παρέμβαση των φορέων αυτών. Η έλλειψη ενός κεντρικού συντονιστικού μηχανισμού για τη διαχείριση της γνώσης και της εμπειρίας που αποκτήθηκε, ώστε αυτή να είναι προσβάσιμη σε μεγάλο αριθμό ενδιαφερομένων είναι προφανής. Επιπλέον η άναρχη και ευκαιριακή αντιμετώπιση του θέματος συνολικά, οδήγησε σε σπατάλη πόρων και σε ημιτελείς προσπάθειες που δεν είχαν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Οι μεγάλοι αδικημένοι είναι σαφώς οι υπηρεσίες του δημοσίου και ιδιαίτερα οι περιφερειακές και νομαρχιακές υπηρεσίες, που διαθέτουν τα λιγότερα μέσα και το λιγότερο προσωπικό και κατά κανόνα δεν υποστηρίζονται από Συμβούλους.
Αξίζει να σταθούμε σε μια πρωτοβουλία η οποία αναπτύχθηκε αυτόνομα και εν τέλει εξελίχθηκε σε σημαντικό όργανο έλεγχου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων τόσο στο Β΄ όσο και στο Γ΄ΚΠΣ. Την ΜΟΠΑΔΙΣ. Η διαπίστωση αφενός, ότι η ελλιπής γνώση και ενημέρωση των εμπλεκόμενων εθνικών φορέων οδηγούσε σε ατελή τήρηση της Κοινοτικής νομιμότητας και αφετέρου ότι η πολυπλοκότητα των εθνικών διατάξεων δυσχέραινε τις διαδικασίες επιλογής αναδόχων και σύναψης των τελικών συμβάσεων, οδήγησαν στην αναγκαιότητα δημιουργίας ενός ενιαίου, θεσμοθετημένου φορέα, που θα παρείχε συντονισμένη συμβουλευτική υποστήριξη προς τις εθνικές αναθέτουσες αρχές σε θέματα δημοσίων συμβάσεων.
Όλα τα παραπάνω θέματα φιλοδοξούσαν να φέρουν την πρόοδο σε καθεστώτα και αντιλήψεις δεκαετιών. Παρόλα’ αυτά, η συνολική παρέμβαση αν και φιλόδοξη ήταν τελικά περιορισμένη αφού βρήκε ισχυρή αντίδραση τόσο από τους μηχανισμούς της δημόσιας διοίκησης που είχαν συνηθίσει και εγκλωβιστεί στο παλιό σύστημα διαχείρισης των έργων, όσο και στους επιστημονικούς και οικονομικούς φορείς διότι η «μεταρρύθμιση» γινόταν ερήμην τους, εφόσον ήταν εξαρχής σαφές ότι η τυχόν συμμετοχή τους θα κατέληγε σε συμψηφισμούς και ισορροπίες που θα οδηγούσαν το σύστημα πίσω στην πρωθύστερη κατάστασή του.
Ολοκληρώνοντας τον απολογισμό της προηγούμενης περιόδου θα μπορούσαμε συμπερασματικά να συμπεριλάβουμε στα οφέλη που αποκομίσαμε: τον εντοπισμό των αδυναμιών στο σχεδιασμό, τη συσσώρευση εμπειρίας από την αναγκαστική εφαρμογή του Κοινοτικού θεσμικού πλαισίου και τη θέσπιση επαρκών και αποτελεσματικών μηχανισμών χάραξης στρατηγικής, προγραμματισμού και διαχείρισης. Το μόνο πρόβλημα ίσως είναι ότι οι βάσεις θα έπρεπε να μπουν στο Α΄ΚΠΣ..
Σχεδιασμός και στόχοι του Γ΄ ΚΠΣ
Ο σχεδιασμός του Γ΄ ΚΠΣ πραγματοποιήθηκε σε ένα οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον διαφορετικό από εκείνο των προηγούμενων περιόδων, αλλά όπως τα προηγούμενα, ακολούθησε μια αντίστροφη από την ορθόδοξη πορεία (δημόσιος διάλογος με γενική ατζέντα στον οποίο ο κάθε συμμετέχων “προσήλθε με το έργο του”). Οι στόχοι και η στρατηγική προέκυψαν μάλλον «ανάποδα» από την ομαδοποίηση των έργων αυτών. Το ΣΠΑ υποβλήθηκε με καθυστέρηση που οφείλεται κυρίως στην προσπάθεια εξασφάλισης στοιχειώδους νομοθετικής και διαχειριστικής ετοιμότητας. Στη βάση του Σχεδίου αυτού η Επιτροπή ενέκρινε στις 26 Ιουλίου 2000 τις βασικές αρχές του ΚΠΣ και εξουσιοδότησε τους επιτρόπους Barnier, Διαμαντοπούλου και Fischler να επεξεργασθούν και να εγκρίνουν το αναλυτικό ΚΠΣ το οποίο εγκρίθηκε στις 27 Νοεμβρίου 2000. Ακολούθησε η έγκριση των ΕΠ (από τον Απρίλιο του 2001).
Ο σχεδιασμός βασίστηκε σε 7 άξονες προτεραιότητας, σε εφαρμογή των οποίων υλοποιούνται 24 Επιχειρησιακά Προγράμματα, εκ των οποίων τα 11 αφορούν εθνικές τομεακές πολιτικές και τα 13 αποτελούν ολοκληρωμένα περιφερειακά αναπτυξιακά προγράμματα, ένα για κάθε μία περιφέρεια της Ελλάδας. Είναι φανερό ότι η κατανομή των πόρων ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό, αν όχι απολύτως, αυτή του Β΄ ΚΠΣ σχετικά με τις δράσεις σε υποδομές, ανθρώπινους πόρους και επιχειρηματικό περιβάλλον. Στην πραγματικότητα και λόγω της ανορθόδοξης διαδικασίας σχεδιασμού, οι όποιες διαφοροποιήσεις αφορούν σε πρωτοβουλίες κοινωνικών ομάδων και διοικητικών φορέων για ενίσχυση υποτομέων της οικονομίας, παρά σε συνειδητή στρατηγική ανακατανομή.
Μετά την ολοκλήρωση και υποβολή του ΚΠΣ υιοθετήθηκε η ατζέντα της Λισσαβόνας. Στη συνέχεια η σύνοδος του Γκέτεμποργκ πρόσθεσε και την περιβαλλοντική παράμετρο ως τρίτο πυλώνα ανάπτυξης. Δεδομένης της χρονικής διαφοράς τους, ο στρατηγικός σχεδιασμός του Γ’ ΚΠΣ δε συνδέθηκε επί της αρχής με τη Στρατηγική της Λισσαβόνας τουλάχιστον για τα πρώτα χρόνια υλοποίησής του. Στη συνέχεια οι αναθεωρήσεις του ΚΠΣ κινήθηκαν και γίνεται προσπάθεια να κινούνται και προς την κατεύθυνση περαιτέρω ενίσχυσης.
Μερική αποτίμηση – Διαπιστώσεις
Αδυναμίες σημειώθηκαν στο επίπεδο, κυρίως, του σχεδιασμού, του κεντρικού συντονισμού και της επικοινωνίας μεταξύ των επιμέρους μηχανισμών, με αποτέλεσμα καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων. Επίσης, παρατηρήθηκαν: μεγάλες αδυναµίες στον προσδιορισµό των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων της κάθε περιφέρειας, εμπλοκή πάνω από δυο φορέων χάραξης πολιτικής ανά τοµέα, με συνέπεια την αδυναµία συντονισµού και την εµφάνιση σοβαρών εµπλοκών στην εφαρµογή, δηµιουργία γραφειοκρατικού συστήµατος ελέγχου αμφιβόλου αξιοπιστίας και μεγάλης διασποράς µε τεράστιο κόστος λειτουργίας σε σχέση µε την αποτελεσµατικότητα και την αποδοτικότητά του, σύσταση πολλών διαχειριστικών αρχών που οδήγησε στην πολυδιάσπαση των παρεµβάσεων και δηµιούργησε προβλήµατα συντονισµού περιορίζοντας τις δυνατότητες συνεργειών για την αντιµετώπιση κοινών προβληµάτων και, τέλος, κατακερµατισµός των προγραµµάτων σε μικρά και αποσπασµατικά έργα, µε αποτέλεσµα αυτά να µην συνεισφέρουν σε µία ολοκληρωµένη αναπτυξιακή παρέµβαση, αλλά αντίθετα να δυσκολεύει η διαχείρισή τους (έγινε αντιστοίχιση των πόρων στα έργα, όχι το ανάποδο).
Προβλήματα που σχετίζονται με τους Τελικούς Δικαιούχους Δράσεων
Σχετική έρευνα της ΜΟΔ ΑΕ σε ότι αφορά στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Τελικοί Δικαιούχοι για την υλοποίηση των έργων αρμοδιότητάς τους, κατέδειξε, ως προς τις ενδογενείς αδυναμίες, ότι σημαντικός αριθμός ΤΔ, που κυμαίνεται από το 30% έως το 65% του δείγματος, δεν εφαρμόζει σύγχρονες πρακτικές διοίκησης (π.χ. απλώς διαχείριση βάσει στόχων) ούτε σύγχρονες τεχνικές και εργαλεία διαχείρισης έργων και εμφανίζει σημαντικές αδυναμίες στην παρακολούθηση των διαδικασιών ωρίμανσης και στη διαχείριση συμβάσεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα συμπεράσματα αυτά επιβεβαιώνονται τόσο από τις δύο ενδιάμεσες αξιολογήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων (Δεκέμβριος 2003 και Οκτώβριος 2005) όσο και από «ποιοτική» αξιολόγηση των Τελικών Δικαιούχων που διενήργησαν οι Διαχειριστικές Αρχές.
Οι Κοινοτικές αναπτυξιακές προτεραιότητες για την περίοδο 2007-2013 και η ατζέντα της Λισσαβόνας
Η πολιτική της Συνοχής συμβάλλει ήδη στην υλοποίηση της Στρατηγικής της Λισσαβόνας καθώς και στην επίτευξη της πραγματικής σύγκλισης δεν αποτελεί το μόνο μέσο. Η μακροοικονομική σταθερότητα και οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι εξίσου βασικές προϋποθέσεις για την επίτευξη της Συνοχής, παράλληλα με ένα φάσμα άλλων παρεμβάσεων οι οποίες ευνοούν τις επενδύσεις (αποτελεσματική λειτουργία της ενιαίας αγοράς, πραγματοποίηση διοικητικών μεταρρυθμίσεων, καλή διακυβέρνηση, ευνοϊκό επιχειρηματικό κλίμα και εργατικό δυναμικό με υψηλή ειδίκευση). Πολλοί από τους παραπάνω στόχους βρίσκονται στην σφαίρα των Εθνικών Πολιτικών, όμως το ενδιαφέρον του Συμβουλίου για την προώθησή τους οδήγησε στην σύνταξη για κάθε Κράτος Μέλος του Εθνικού Προγράμματος Μεταρρυθμίσεων (ΕΠΜ) για την περίοδο 2005-2008. Το πρόγραμμα αυτό θέτει στόχους και στρατηγικές για την επίτευξη των γενικότερων στόχων της Στρατηγικής της Λισσαβόνας και την προσαρμογή των ευρωπαϊκών οικονομιών σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω το γεγονός ότι ενώ οι στόχοι της βιώσιμης ανάπτυξης με σεβασμό στο περιβάλλον και η κοινωνική συνοχή είναι κοινοί μεταξύ της Στρατηγικής της Λισσαβόνας και της πολιτικής της Συνοχής, η εδαφική και χωρική διάσταση, η οποία αποτελεί σημαντικό στόχο για της πολιτική Συνοχής, βρίσκεται εκτός του πεδίου της πολιτικής της Λισσαβόνας. Η πολιτική της Συνοχής είναι μια γεωγραφικά εστιασμένη πολιτική της ΕΕ που είναι θεσμοθετημένη στη Συνθήκη. Η Στρατηγική Λισσαβόνας/Γκέτεμποργκ αποτελεί οριζόντια στοχοθέτηση που είναι απόρροια πολιτικής βούλησης. Σε περιπτώσεις, όπως αυτή της Ελλάδας, η στρατηγική οφείλει, κατά την έννοια της Συνθήκης, να λαμβάνει υπόψη την οπτική της περιφερειακής πολιτικής της ΕΕ: δηλαδή, το θεμελιώδη στόχο της μείωσης του αναπτυξιακού χάσματος μεταξύ πλούσιων και φτωχών περιφερειών.
Η Επιλογή των Εθνικών στρατηγικών αναπτυξιακών προτεραιοτήτων – Το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (Ε.Σ.Π.Α)
Το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (Ε.Σ.Π.Α), αντικαθιστά το ΚΠΣ, χωρίς ωστόσο να παίζει το ρόλο ενός μέσου διαχείρισης, όπως είναι το υφιστάμενο ΚΠΣ. Πρέπει να είναι συνεπές με τις Στρατηγικές κατευθύνσεις που τέθηκαν από την Επιτροπή, καθώς και με τις εθνικές και περιφερειακές προτεραιότητες. Αποτελεί τον πολιτικό χάρτη για την εκπόνηση των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων και γενικά είναι ένα συνοπτικό κείμενο που περιγράφει την εθνική στρατηγική του Κράτους Μέλους και την επιχειρησιακή υλοποίηση της στρατηγικής αυτής. Ο νέος χαρακτήρας του Ε.Σ.Π.Α που υποβάλουν τα Κράτη-Μέλη, ως κυρίως στρατηγικού κειμένου, σηματοδοτεί σε Ευρωπαϊκή διάσταση την διαφοροποίηση από το αρκετά «εργοκεντρικό» μοντέλο των προηγούμενων περιόδων.
Το Ε.Σ.Π.Α θα διακρίνεται σε δύο μέρη: Το πρώτο μέρος θα είναι στρατηγικό και αναφέρεται στην πολιτική Σύγκλισης που θα εφαρμόσει το Κράτος Μέλος, και το δεύτερο μέρος είναι επιχειρησιακό και θα αναφέρεται στα μεμονωμένα προγράμματα και τις προτεραιότητες καθώς και τις χρηματοοικονομικές κατανομές. Οι διατάξεις εφαρμογής θα είναι διακριτό κεφάλαιο στο ΕΣΠΑ Εκεί, θα πρέπει να δηλωθεί εξ’ αρχής με ποιο τρόπο θα γίνει η διαχείριση των πόρων, δηλαδή με ποιους μηχανισμούς και με ποια διαδικασία.
Το στρατηγικό μέρος του Ε.Σ.Π.Α. και οι 7 άξονες προτεραιότητας
Στην παρούσα φάση, το στρατηγικό μέρος του Ε.Σ.Π.Α. για την Ελλάδα, έχει διαμορφωθεί ως έγγραφο εργασίας ως προς το στρατηγικό του μέρος και σήμερα έχουμε ξανά την ευκαιρία να το συζητήσουμε σε μία ευρεία διαβούλευση. Η οριστικοποίηση του ΕΣΠΑ πρέπει να γίνει το φθινόπωρο σε κάθε περίπτωση. Το στρατηγικό μέρος του Ε.Σ.Π.Α. αποτελεί ένα κείμενο που θέτει τους γνωστούς 7 άξονες προτεραιότητας για την Ελλάδα την περίοδο 2007-2013 και αναλύει το αναπτυξιακό όραμα για κάθε άξονα. Σημαντικό στοιχείο αποτελεί η εξέταση της συνάφειας των αξόνων με τις στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής.
Βασική επιδίωξη της στρατηγικής ανάπτυξης αποτελεί η επιτάχυνση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, η αύξηση της παραγωγικότητας και η βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης ιδιαίτερα στις λιγότερο αναπτυγμένες Περιφέρειες, αποβλέποντας στην ταυτόχρονη άμβλυνση των διαπεριφερειακών και των ενδοπεριφερειακών – κοινωνικο-οικονομικών ανισοτήτων και τη διεύρυνση των αναπτυξιακών δυνατοτήτων ολόκληρης της χώρας.
Συνακόλουθα, οι αναπτυξιακές επιλογές για τη νέα προγραμματική περίοδο (2007-2013) εδράζονται στους εξής πυλώνες :
Περιορισμό των περιφερειακών ανισοτήτων, με στόχο την αποδοτικότερη ένταξη των λιγότερο ανεπτυγμένων περιφερειών στην εθνική οικονομία αλλά και την αποτελεσματικότερη ένταξη κάθε περιφέρειας στον ευρωπαϊκό και διεθνή καταμερισμό των οικονομικών δραστηριοτήτων
Επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο και την κοινωνία της γνώσης που αποτελούν προσδιοριστικούς παράγοντες επιτυχίας στη νέα οικονομία και συγχρόνως δυνητικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα για την Ελλάδα, με στόχο την εξασφάλιση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, την αύξηση της παραγωγικότητας και την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής.
Κινητοποίηση του συνόλου του οικονομικού και ανθρώπινου δυναμικού της χώρας και η ενθάρρυνση της ανταγωνιστικότητας, της ποιότητας και της καινοτομίας με στόχο την αύξηση της απασχόλησης και τη δημιουργία περισσότερων και ποιοτικότερων θέσεων απασχόλησης- προσβάσιμων σε όλους.
Ενίσχυση και ολοκλήρωση των φυσικών και τεχνολογικών υποδομών με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής, τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την προσέλκυση επενδυτικών δραστηριοτήτων και την αξιοποίηση της γεωπολιτικής θέσης της χώρας
Αναβάθμιση και εκσυγχρονισμό του θεσμικού και διοικητικού περιβάλλοντος, με στόχο αφενός την αποτελεσματικότερη λειτουργία του δημόσιου τομέα και αφετέρου τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, έτσι ώστε να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Σχεδιασμός Εφαρμογής του ΕΣΠΑ
Για την αντιμετώπιση στο μέλλον των προβλημάτων, που αντιμετωπίσαμε κατά την εφαρμογή του τρέχοντος ΚΠΣ, απαιτείται η δημιουργία ενός διαχειριστικού μοντέλου απαλλαγμένου από στεγανά, με βασικές αρχές τη συμπληρωματικότητα, τη συνέργια και τη σύνδεση του σχεδιασμού με την εφαρμογή. Για το σχεδιασμό του μοντέλου αυτού (οργανωτική δομή, μηχανισμοί, λειτουργίες και διαδικασίες, εργαλεία κλπ.) θα ληφθούν υπόψη οι απαιτήσεις των Κανονισμών της περιόδου 2007-2013, όπως αυτοί οριστικοποιηθούν, καθώς και το εθνικό κανονιστικό πλαίσιο που διαμορφώνεται για το σκοπό αυτό.
Κύρια νέα δεδομένα της 4ης Προγραμματικής Περιόδου είναι:
Διαχείριση, Παρακολούθηση και Έλεγχος
Στην νέα προγραμματική περίοδο είναι υποχρεωτική η πιστοποίηση των Συστημάτων Διαχείρισης και Ελέγχου, ενώ σε περίπτωση παρατυπιών επιβάλλεται αρχικά αναστολή των πληρωμών και στη συνέχεια εφαρμόζονται δημοσιονομικές διορθώσεις. Οι αρμοδιότητες της Επιτροπής στον τομέα αυτό δείχνουν την αύξηση της δημοσιονομικής αυστηρότητας και την αυξημένη ευθύνη του Κράτους Μέλους για την εξασφάλιση της ανάπτυξης και αποτελεσματικής λειτουργίας των Συστημάτων αυτών. Στην Επιτροπή υποβάλλονται εκθέσεις αξιολόγησης σε σχέση με τη συμμόρφωση των Συστημάτων με τους ισχύοντες κανόνες.
Στους ελέγχους εισάγεται η έννοια του “Συμβολαίου Εμπιστοσύνης”, με το οποίο το Κράτος Μέλος εγγυάται την επάρκεια των Συστημάτων Διαχείρισης και Ελέγχου που διαθέτει. Στόχος του θεσμού αυτού είναι η απλοποίηση της κοινοτικής παρέμβασης.
Η διαβίβαση ανεπιφύλακτης γνωμοδότησης σχετικά με την ορθή λειτουργία του συστήματος από ανεξάρτητο φορέα ελέγχου αποτελεί προαπαιτούμενο για την εκτέλεση της πρώτης ενδιάμεσης πληρωμής.
Υλοποίηση των παρεμβάσεων
Αυξάνονται οι απαιτήσεις για τους Τελικούς Δικαιούχους, οι αρμοδιότητες των οποίων ελέγχεται ότι υλοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της κανονικότητας, της νομιμότητας και της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης. Οι Τελικοί Δικαιούχοι πρέπει να διαθέτουν πιστοποίηση της ικανότητας και επάρκειας που διαθέτουν.
Παρέχεται η δυνατότητα, υπό όρους, για μερικό κλείσιμο, που θα αφορά σε ολοκληρωμένες πράξεις.
Πρόταση για την προσαρμογή των μηχανισμών υλοποίησης, διαχείρισης και ελέγχου στις απαιτήσεις της νέας προγραμματικής περιόδου
Η εφαρμογή των ΕΠ της νέας Προγραμματικής Περιόδου προϋποθέτει βασικές μεταβολές στο υπάρχον σύστημα εφαρμογής του ΚΠΣ 2000-2006. Οι βασικές αρμοδιότητες του μηχανισμού εφαρμογής του ΕΣΠΑ και οι δομικές μεταβολές σε σχέση με τη υφιστάμενη δομή διαχείρισης, ελέγχου και υλοποίησης της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου είναι, κατά φορέα, οι εξής:
1. Κεντρική Αρχή Συντονισμού του ΕΣΠΑ. Στο Υπουργείο Οικονομίας & Οικονομικών, η Κεντρική Αρχή Συντονισμού του ΕΣΠΑ πρέπει να μετεξελιχθεί σε κεντρικό όργανο συντονισμού όλων των εμπλεκόμενων φορέων κατά τη φάση του προγραμματισμού, και ιδιαίτερα κατά τη φάση της υλοποίησης. Η Κεντρική Αρχή Συντονισμού του ΕΣΠΑ θα θεσπίσει, έγκαιρα, σε συνεργασία με την Επιτροπή, ένα κοινά αποδεκτό και αξιόπιστο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου με απλοποιημένες διαδικασίες και ασφαλιστικές δικλείδες με στόχο τη διαφάνεια αλλά και την ποιότητα των παραγόμενων έργων. Η Κεντρική Αρχή Συντονισμού του ΕΣΠΑ μπορεί να προκύψει ως μετεξέλιξη της Διαχειριστικής Αρχής του ΚΠΣ, η οποία λειτουργεί στην τρέχουσα προγραμματική περίοδο.
2. Επιτροπές Παρακολούθησης των ΕΠ. Τα Κράτη Μέλη συγκροτούν Επιτροπή Παρακολούθησης για κάθε ΕΠ σε συμφωνία µε τη Διαχειριστική Αρχή, εντός 3 μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της Απόφασης έγκρισης του ΕΠ στο Κ-Μ. Μία Επιτροπή Παρακολούθησης μπορεί να συσταθεί για περισσότερα από ένα ΕΠ. Οι Επιτροπές Παρακολούθησης θα πρέπει να έχουν συμμετοχικό και επιτελικό χαρακτήρα,. Ο ρόλος τους αναβαθμίζεται, αναλαμβάνοντας τη στρατηγική παρακολούθηση της διαχείρισης, τον καθορισμό των κριτηρίων ένταξης των έργων, το συντονισμό των προωθούμενων τομεακών πολιτικών, καθώς και τη διασφάλιση της επίτευξης των μέγιστων δυνατών συνεργιών σε επίπεδο σχεδιασμού. Επίσης, σε προγραμματικό επίπεδο εισηγούνται τις κατάλληλες προσαρμογές και αναθεωρήσεις, όποτε αυτό κριθεί απαραίτητο.
3. Διαχειριστικές Αρχές των ΕΠ. Οι Διαχειριστικές Αρχές (ΔΑ) των ΕΠ, είναι οι εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές δημόσιες αρχές ή οι δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς που υποδεικνύονται από το Κράτος Μέλος για τη διαχείριση των Ε.Π. Στις ΔΑ δεν επισημαίνονται σημαντικές διαφορές στο ρόλο και τις αρμοδιότητές τους, μεταξύ της τρέχουσας και της επόμενης προγραμματικής περιόδου. Θα πρέπει να οριστεί μία ΔΑ κάθε ΕΠ, ωστόσο η ίδια ΔΑ μπορεί να οριστεί για περισσότερα από ένα ΕΠ Το Κράτος Μέλος έχει τη δυνατότητα να ορίσει έναν ή περισσότερους ενδιάμεσους φορείς, οι οποίοι θα αναλάβουν ορισμένα ή όλα τα καθήκοντα της ΔΑ Ο ενδιάμεσος φορέας ή οι ενδιάμεσοι φορείς που θα οριστούν θα είναι υπό την ευθύνη της ΔΑ.
Οι υφιστάμενες Διαχειριστικές Αρχές (ΔΑ) πρέπει να αναδιοργανωθούν και να ενδυναμωθούν ως προς την οργανωτική και λειτουργική τους ικανότητα, με βάση τις αρμοδιότητές τους, όπως διαμορφώνονται κατά τη νέα προγραμματική περίοδο. Οι Αρχές αυτές οφείλουν να είναι ανεξάρτητες τόσο από τους προγραμματικούς όσο και από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ώστε απρόσκοπτα να μπορέσουν να επιτελέσουν με αποτελεσματικότητα το έργο τους, ήτοι να διαχειριστούν τα -ευέλικτα ως προς το περιεχόμενο των επιμέρους παρεμβάσεων- νέα ΕΠ, με ουδετερότητα ως προς τους εμπλεκόμενους Τελικούς Δικαιούχους αλλά με κοινά συμφωνημένο πλαίσιο κριτηρίων ένταξης & διαχείρισης έργων και με προσήλωση στην επίτευξη των επιδιωκόμενων μετρήσιμων στόχων.
4. Αρχή Πιστοποίησης ΕΠ. Το πρώτο επίπεδο πάνω από τις Διαχειριστικές Αρχές. Η Αρχή Πιστοποίησης μπορεί να προκύψει από μετεξέλιξη της Αρχής Πληρωμής, η οποία λειτουργεί κατά την τρέχουσα προγραμματικής περιόδου.
5. Αρχή Ελέγχου ΕΠ. Από τα προηγούμενα διαπιστώνεται ότι κατά την τέταρτη προγραμματική περίοδο , δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην ορθή λειτουργία των ΣΔΕ και στη διαδικασία ελέγχου (audit) στα ΣΔΕ, καθώς και σε κατάλληλο δείγμα των παρεμβάσεων. Για κάθε ΕΠ πρέπει να οριστεί μία Αρχή Ελέγχου. Επισημαίνεται ωστόσο, ότι και εδώ, η ίδια Αρχή Ελέγχου μπορεί να οριστεί για περισσότερα από ένα ΕΠ. Οι έλεγχοι στα ΣΔΕ και σε κατάλληλο δείγμα παρεμβάσεων μπορεί να πραγματοποιούνται και από φορείς διαφορετικούς από την Αρχή Ελέγχου. Στην περίπτωση αυτή, η Αρχή Ελέγχου μεριμνά ώστε οι φορείς αυτοί να έχουν την αναγκαία λειτουργική ανεξαρτησία. Τέλος, η Αρχή Ελέγχου μπορεί να προκύψει από μετεξέλιξη της Επιτροπής Δημοσιονομικού Ελέγχου (Ε.Δ.ΕΛ.), η οποία λειτουργεί κατά την τρέχουσα προγραμματικής περιόδου.
Κλείνοντας, καταλαβαίνουμε όλοι ότι έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας. Είχα διαβάσει κάπου ότι «Όταν καθυστερούμε τη συγκομιδή, τα φρούτα απλώς πέφτουν από τα δέντρα. Όταν όμως καθυστερούμε να λύσουμε τα προβλήματα, εκείνα συνεχώς μεγαλώνουν». Νομίζω πως όλοι μαζί πρέπει να επιλέξουμε να προχωρήσουμε μπροστά, να μην σπρώξουμε τα προβλήματα κάτω από το χαλί και να λύσουμε ότι μπορούμε να λύσουμε.
Ευχαριστώ για το χρόνο σας.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.