Ιστοσελίδα ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
2009.02.26
ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΟΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η διεθνής κοινότητα αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη ενεργειακή πρόκληση των μεταπολεμικών χρόνων. Η ανορθόδοξη διαμόρφωση των τιμών του πετρελαίου ή η αδυναμία της παραγωγής και των υποδομών φυσικού αερίου να καλύψουν την αυξημένη ζήτηση είναι μια από τις πλευρές της πρόκλησης αυτής. Μια ιδιαίτερη διάσταση για τη χώρα μας συνιστά η κυριαρχία του πετρελαίου στη συνολική προσφοράς ενέργειας και η βαθμιαία εξάντληση των καλής ποιότητας λιγνιτικών αποθεμάτων με τη συνακόλουθη αύξηση του κόστους εξόρυξης.
Κανείς δεν αμφισβητεί τους βασικούς άξονες της ενεργειακής μας στρατηγικής για την αντιμετώπιση της ενεργειακής πρόκλησης αλλά και για την επίτευξη γενικότερων κοινωνικών, πολιτιστικών, οικονομικών και αναπτυξιακών στόχων. Πράγματι, η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού με διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και με παράλληλη ενδυνάμωση του γεωστρατηγικού ρόλου της χώρας στην ευρύτερη περιοχή, η προώθηση της εξοικονόμησης και ορθολογικής χρήση ενέργειας, η προστασία του περιβάλλοντος στο πλαίσιο και των διεθνών μας υποχρεώσεων, η συμβολή του ενεργειακού τομέα στην παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, στον υγιή ανταγωνισμό και στην ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη, όλοι αυτοί οι στόχοι απολαμβάνουν ευρείας συναίνεσης. Όμως η συναίνεση δεν αρκεί από μονή της για να αποκτήσουμε ένα ασφαλές, ανταγωνιστικό και βιώσιμο ενεργειακό μοντέλο.
Το ζητούμενο για τη χώρα μας αλλά και για κάθε χώρα είναι η επιλογή των κατάλληλων μέσων για μείωση της υπερβολικής εξάρτησης από εισαγόμενη ενέργεια, εξοικονόμηση ενεργειακών πόρων και προστασία του περιβάλλοντος αλλά και προσφορά επαρκούς ισχύος σε ανταγωνιστικές και προσιτές τιμές στους καταναλωτές.
Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής (Σ.Ε.Ε.Σ.), με τη συνεργασία του επιστημονικού δυναμικού και των αναλυτικών εργαλείων και εκθέσεων που έθεσαν στη διάθεσή του οι διάφοροι Φορείς – Μέλη του, εκτίμησε τις μελλοντικές ανάγκες και αξιολόγησε τις δυνατότητες όλων των πηγών ενέργειας από πλευράς διαθεσιμότητας, προσβασιμότητας, κόστους αποτυπώνοντας με λεπτομέρεια το παγκόσμιο, ευρωπαϊκό και ελληνικό ενεργειακό τοπίο και λαμβάνοντας υπόψη στα κριτήρια της τεχνοκρατικής ανάλυσης τα γεωγραφικά και γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά της χώρας μας, τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους, τις οικονομικές μας δυνατότητες, τον κοινωνικό παράγοντα και την ευαισθησία των πολιτών. Το αποτέλεσμα της εργασίας αυτής είναι ο Μακροχρόνιος Ενεργειακός Σχεδιασμός (ΜΕΣ), ένα κείμενο φιλόδοξο και ρεαλιστικό αλλά, ταυτόχρονα, και δυναμικό.
Είναι αντιληπτό ότι οι ενεργειακές επιλογές δεν μπορεί να είναι οριστικές σε ένα εξαιρετικά ρευστό και ευμετάβλητο περιβάλλον που διαμορφώνεται από το κόστος των πρωτογενών καυσίμων, την αβεβαιότητα ως προς τον ακριβή χρόνο υλοποίησης των διεθνών έργων ενεργειακής υποδομής αλλά και την οριακή κάλυψη των αναγκών σε ηλεκτρική ενέργεια. Στη διαπίστωση αυτή συμφωνούμε οι περισσότεροι. Συμφωνούμε επίσης ότι η πιεστική ανάγκη συμμόρφωσης ως προς τις διεθνείς περιβαλλοντικές μας δεσμεύσεις δεν πρέπει να βάζουν ποσοτικούς περιορισμούς σε επενδύσεις. Συμφωνούμε τέλος ότι το ακριβές ενεργειακό μείγμα σε μια απελευθερωμένη αγορά προσδιορίζεται κυρίως από τους επενδυτές εκείνους που αναλαμβάνουν πλήρως τους τεχνολογικούς και επενδυτικούς κινδύνους.
Όλα αυτοί οι λόγοι επιβάλουν τη συνεχή επαναξιολόγηση του ΜΕΣ βάσει διαδοχικών προσεγγίσεων. Η διαδικασία αυτή αρχίζει από την πρόβλεψη της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας ανά τομέα κατανάλωσης και ενεργειακή μορφή, προχωρεί στον υπολογισμό του παραγωγικού δυναμικού που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών, αξιολογεί στη συνέχεια το βαθμό επιβάρυνσης του περιβάλλοντος από την παραπάνω ενεργειακή συμπεριφορά, προτείνει μέτρα για την ορθολογική χρήση και εξοικονόμηση ενέργειας και αξιολογεί τα αναμενόμενα αποτελέσματά τους. Επαναλαμβάνει δε διαδοχικά τη διαδικασία έως ότου τα αποτελέσματα είναι συνεπή προς τις βασικές επιδιώξεις της Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής καθώς και προς τους δεσμευτικούς για τη χώρα μας στόχους.
Με αυτήν ακριβώς την έννοια, ο ΜΕΣ δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ένα ολοκληρωμένο επιχειρησιακό ενεργειακό σχέδιο αλλά ένας οδικός χάρτης που δείχνει προς ποια κατεύθυνση πρέπει να πάμε για μια ασφαλέστερη και οικονομικότερη κάλυψη των αυξανόμενων ενεργειακών μας αναγκών και προειδοποιεί για τις παρεκκλίσεις και τα εμπόδια που υπάρχουν και πρέπει να αντιμετωπισθούν. Ως παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε το θέμα των ρύπων στην Ε.Ε. η οποία δεν καθόρισε το πόσες ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες κάποιου καυσίμου θα μπορούσαν να υλοποιηθούν σε επίπεδο Ε.Ε. για να μειωθούν οι ρύποι, αλλά υιοθέτησε ένα μηχανισμό εμπορίας ρύπων που επιτρέπει στην αγορά και στους επενδυτές να αποφασίσουν για τις επενδύσεις τους ελεύθερα. Πρέπει λοιπόν να επιλέγονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά, τεχνικά, οικονομικά, γνωστικά και ανθρώπινα μέσα και να λαμβάνονται οι κατάλληλες αποφάσεις ως προς τη δυναμικότητα, το άνοιγμα, την ανταγωνιστικότητα και την λειτουργίας της αγοράς. Μέσα και αποφάσεις που θα μεγιστοποιούν τα οφέλη για την οικονομία, το περιβάλλον και την κοινωνία με κανόνες, διαφανείς και ισότιμους για όλους και που θα δημιουργούν ακόμη πιο ευνοϊκό κλίμα για την υλοποίηση των αναγκαίων ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, οι στόχοι για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής θα πρέπει ίσως να συνδεθούν ακόμη περισσότερο με τους οικονομικούς κινδύνους από τη μη αντιμετώπισή τους. Ίσως έτσι γίνει περισσότερο κατανοητή από ορισμένους η ανάγκη για ισχυρότερα και πιο σύνθετα κίνητρα ή αντικίνητρα αναλόγως, αλλά και για κατάλληλη οργάνωση των αγορών, των επιχειρήσεων και των πολιτών.
Η υλοποίηση της εθνικής ενεργειακής στρατηγικής προϋποθέτει επίσης τη δημιουργία ενός απλούστερου, μη γραφειοκρατικού, θεσμικού πλαισίου αλλά και ενεργειακών υποδομών που θα καταστήσουν δυνατή τη διείσδυση των ΑΠΕ και τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, με ρυθμούς που να υπερβαίνουν κάθε προηγούμενη εμπειρία καθώς και την ευθυγράμμιση των ενεργειακών αγορών και του ανταγωνισμού στα αναγνωρισμένα διεθνή και δοκιμασμένα ορθολογικά πρότυπα.
Όμως για την επίτευξη των φιλόδοξων στόχων της ενεργειακής μας στρατηγικής δεν αρκούν μόνο οι ρυθμίσεις και οι παρεμβάσεις του κρατικού μηχανισμού. Υπάρχει ένας εξ ίσου σημαντικός αν όχι και σημαντικότερος ρόλος που πρέπει να διαδραματίσουμε. όλοι. Είτε ως ενεργειακοί καταναλωτές είτε ως πολίτες, οφείλουμε να επανεξετάσουμε και να αμβλύνουμε την οξύτητα με την οποία σήμερα αντιμετωπίζουμε κάθε ενεργειακό έργο ακόμη και τα πιο ήπιας μορφής. Οι ενεργειακοί στόχοι μας είναι πράγματι σύνθετοι και φιλόδοξοι. Με τη συνδρομή όλων, πιστεύω, ότι είναι επιτεύξιμοι.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.