Έκδοση βιβλίου / λευκώματος Σταύρου Τσέτση,
2010.06.07
ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΟΙΚΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ
Οι όλο και πιο σύνθετες προκλήσεις με τις οποίες έρχονται αντιμέτωπες οι σύγχρονες πόλεις, μπορούν είτε να υπονομεύσουν, είτε να εξασφαλίσουν τη βιώσιμη ανάπτυξή τους. Όλα εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο οι αρμόδιες τοπικές αρχές, μετατρέπουν τα προβλήματα της πόλης τους σε πλεονεκτήματα. Εάν για παράδειγμα, μια δημοτική αρχή εκμεταλλευτεί τον πολύ-πολιτισμικό χαρακτήρα που προσδίδει η έντονη παρουσία μεταναστών στην πόλη και σχεδιάσει πολιτικές ένταξής τους στον αστικό κοινωνικό της ιστό, τότε μπορεί να δημιουργηθούν ευκαιρίες ανάπτυξης δραστηριοτήτων που θα φέρουν νέα, οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική προστιθέμενη αξία. Χρειάζονται όμως: όραμα, κατάλληλη στρατηγική, ολοκληρωμένος σχεδιασμός των πολιτικών και αποτελεσματική εφαρμογή των παρεμβάσεων. Κινητήρια δύναμη αποτελούν βεβαίως οι Δήμοι οι οποίοι έχουν και τη βασική ευθύνη να μετατρέψουν το όραμα σε αποτέλεσμα.
Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι συνέπειες της έντονης αστικοποίησης μαζί με την ενεργειακή κρίση και τις οικολογικές ανησυχίες της εποχής, οδήγησαν τους επιστήμονες στην αναζήτηση ειδικών στρατηγικών. Οι προβληματισμοί κατέληξαν το 1992 και το 1996 σε δεσμεύσεις της Διεθνούς Κοινότητας, οι οποίες διατυπώθηκαν σε ιστορικής πλέον σημασίας κείμενα, όπως η Agenda 21 με έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος και η Habitat Agenda με έμφαση στους ανθρώπινους οικισμούς και την κατοικία. Στα κείμενα αυτά αλλά και σε όλες τις μετέπειτα παγκόσμιες διακηρύξεις, καταγράφεται η αναγκαιότητα ολοκληρωμένης προσέγγισης για τη βιώσιμη ανάπτυξη και αναδεικνύεται ο καθοριστικός ρόλος της τοπικής αυτοδιοίκησης στη διαμόρφωση Ολοκληρωμένων Προγραμμάτων Βιώσιμης Ανάπτυξης του αστικού χώρου.
Στις αρχές του 2006, υιοθετήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η θεματική στρατηγική για το αστικό περιβάλλον. Πρόκειται για ένα, μη δεσμευτικό νομικά, κείμενο αρχών και στρατηγικών κατευθύνσεων που ανέδειξε τέσσερα θέματα προτεραιότητας: την ολοκληρωμένη περιβαλλοντική αστική διαχείριση, τα βιώσιμα μεταφορικά συστήματα, το βιώσιμο αστικό σχεδιασμό και τις βιώσιμες κατασκευές. Ιδιαίτερα τονίστηκε η αλληλεξάρτηση μεταξύ των μεταφορικών συστημάτων, των χρήσεων γης και της εν γένει πολεοδομικής διάρθρωσης του αστικού και περιαστικού χώρου. Αναδείχτηκε δε σαφέστατα η ανάγκη αποφυγής αποσπασματικών μονοσήμαντων δράσεων αλλά και ένταξης όλων των επιμέρους τομεακών πολιτικών σε ένα Ολοκληρωμένο Πρόγραμμα π.χ. ο πολεοδομικός σχεδιασμός είτε με την κανονιστική του μορφή (Γενικός Πολεοδομικός Σχεδιασμός, πολεοδομικές μελέτες) είτε ως σχεδιασμός διαμόρφωσης του αστικού ιστού, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία ανεξάρτητη διαδικασία. Παράλληλα, μέσα από τον πολεοδομικό σχεδιασμό θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα, αφενός για τον περιορισμό της αστικής εξάπλωσης, τον περιορισμό των επεκτάσεων και την πάταξη της αυθαίρετης δόμησης και, αφετέρου, για τη βελτίωση του αστικού περιβάλλοντος με την προώθηση ολοκληρωμένων παρεμβάσεων. Το ίδιο ισχύει για το φυσικό περιβάλλον, την οικονομία, την ασφάλεια, την υγεία, τον πολιτισμό, την αστική κινητικότητα κλπ.
Τα Ολοκληρωμένα Προγράμματα Βιώσιμης Ανάπτυξης πρέπει να διαμορφώνονται πρώτον, με βάση τον προσδιορισμό ενός μακροπρόθεσμου οράματος για την περιοχή ευθύνης μιας δημοτικής αρχής και ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, τις δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης αλλά και την αειφόρο χρήση των φυσικών, ενεργειακών και πολιτιστικών πόρων κάθε περιοχής και δεύτερον, σύμφωνα με την ιεράρχηση των προβλημάτων λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές, τους στόχους και τις δεσμεύσεις του γενικού και ειδικού χωροταξικού σχεδιασμού.
Αναφέρθηκα στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά διότι με βάση αυτά πρέπει να χαράσσονται οι πολιτικές. Με άλλο τρόπο π.χ. προσεγγίζονται οι πόλεις οι οποίες φιλοξενούν φοιτητές και με άλλο τρόπο οι γειτονιές οι οποίες φιλοξενούν μετανάστες. Το ίδιο συμβαίνει με τις πόλεις που υποδέχονται καθημερινά εργαζομένους που δεν κατοικούν μόνιμα σε αυτές, όπου το Ολοκληρωμένο Πρόγραμμα Βιώσιμης Ανάπτυξης πρέπει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα που δημιουργεί ο μεταφερόμενος πληθυσμός που μπορεί να είναι και μεγαλύτερος από τον ίδιο τον μόνιμο πληθυσμό. Σημειώνω ότι τα προβλήματα αυτά δύσκολα αντιμετωπίζονται χωρίς τη συμμετοχή των επιχειρήσεων ή των υπηρεσιών στις οποίες απασχολείται ο μετακινούμενος πληθυσμός.
Για την αντιμετώπιση της μεγάλης συγκέντρωσης οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών προβλημάτων σε αστικές περιοχές, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης παρέχει τη δυνατότητα, υποστήριξης της ανάπτυξης και εφαρμογής συμμετοχικών, ολοκληρωμένων και βιώσιμων στρατηγικών. Στη χώρα μας υπάρχει ήδη αξιόλογη εμπειρία π.χ. τα προγράμματα URBAN ή οι ολοκληρωμένες παρεμβάσεις. Για την προώθηση της βιώσιμης αστικής ανάπτυξης έχουν επίσης δημιουργηθεί και νέα χρηματοδοτικά μέσα, όπως η πρωτοβουλία JESSICA (Joint European Support for Sustainable Investment in City Areas).
Όσον αφορά στα αστικά κέντρα, η στρατηγική βιώσιμης ανάπτυξης πρέπει να εδράζεται στη βελτίωση και ανάπτυξη των υποδομών και στην αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων. Ειδικότερα, η βελτίωση και η ανάπτυξη των υποδομών αποτελεί το πλέον κρίσιμο στοιχείο της βιώσιμης ανάπτυξης γιατί συνδέεται με τις εξελίξεις και στο εσωτερικό των αστικών κέντρων: σχεδόν σε όλες τις πόλεις της χώρας, η αστική ανάπτυξη οδήγησε σε έλλειμμα υποδομών και σε σχέση με τα στοιχεία που συνδέονται με την ποιότητα ζωής των κατοίκων, αλλά και σε σχέση με τα στοιχεία που καθιστούν τα αστικά κέντρα πόλους έλξης επιχειρήσεων προς εγκατάσταση. Μια πρόσθετη συνέπεια αποτυπώνεται στην αλλαγή χρήσεων γης, την υποβάθμιση συγκεκριμένων περιοχών και ευρύτερα στις ανακατατάξεις μέσα στον αστικό ιστό. Έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της αστικής ανάπτυξης να αντιμετωπισθούν τα ελλείμματα αυτά. Ιδιαίτερο στοιχείο της βιώσιμης ανάπτυξης αποτελεί η αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων που εμφανίζονται σε συγκεκριμένες περιοχές των αστικών κέντρων. Η ένταση των προβλημάτων αυτών είναι αναμενόμενη καθώς σε αυτά συγκεντρώνονται πολλές πληθυσμιακές ομάδες που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα ή που για διάφορους λόγους δεν μπορούν να ακολουθήσουν και να προσαρμοστούν στις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις. Η αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών έχει ευρύτερες θετικές επιπτώσεις στο σύνολο των αστικών λειτουργιών και ιδιαίτερα στην κατοικία.
Όσον αφορά στον τομέα των μεταφορών και ιδιαιτέρως των οδικών μεταφορών, η κατανάλωση ενέργειας, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου καθώς και οι εκπομπές επικίνδυνων αερίων ρύπων ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα, αποτελούν σήμερα ένα από τα βασικότερα περιβαλλοντικά προβλήματα που αναζητούν βιώσιμη λύση.
Αναφορικά με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ο τομέας των μεταφορών εκπέμπει το 27.5% περίπου του συνολικού CO2 στην Ελλάδα ενώ τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται ραγδαία αύξηση των εκπομπών υποξειδίου του αζώτου (Ν2Ο). Οι εκπομπές επικίνδυνων αέριων ρύπων όπως το μονοξείδιο του άνθρακα (CO), τα οξείδια του αζώτου (ΝΟx), οι πτητικές οργανικές ενώσεις (VOC), οι άκαυστοι υδρογονάνθρακες, το βενζόλιο και τα σωματίδια (PM) που προέρχονται από τις μεταφορές αποτελούν την κύρια αιτία ατμοσφαιρικής ρύπανσης στα αστικά κέντρα. Δευτερεύουσες αλλά επίσης σημαντικές περιβαλλοντικές συνέπειες που απορρέουν από τις οδικές μεταφορές σε αστικό ή περιαστικό επίπεδο, είναι το όζον, ο θόρυβος, η κατάληψη γης για υποδομές μεταφορών και η διάθεση των οχημάτων που αποσύρονται από την κυκλοφορία.
Συγκεκριμένα οι αστικές μεταφορές αποτελούν την κύρια πηγή εκπομπών CO2, αερίων ρύπων και θορύβου στις πόλεις παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην τεχνολογία οχημάτων. Ως προς τις εκπομπές CO2 η χρήση εναλλακτικών καυσίμων που εμφανίζουν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των υγρών συμβατικών, αποτελούν εφικτές επιλογές με την προϋπόθεση ότι τα καύσιμα αυτά είναι εμπορικά διαθέσιμα, η τεχνογνωσία είναι επαρκής και δοκιμασμένη, και δεν δημιουργείται πρόβλημα στη λειτουργία του οχήματος με τη χρήση εναλλακτικού καυσίμου είτε ως μίγμα είτε ως διπλού καυσίμου. Όσον αφορά τις εκπομπές αερίων ρύπων, μακροχρόνιες μελέτες έδειξαν ότι αυτές έχουν καταστρεπτικές συνέπειες στην υγεία των πολιτών. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται να αναπτυχθούν νέες και καθαρές τεχνολογίες, να αυξηθεί η χρήση εναλλακτικών καυσίμων. Τα εναλλακτικά καύσιμα (βιοκαύσιμα, φυσικό αέριο, υγραέριο) πρόκειται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορών και ενέργειας, επειδή αποτελούν μία από τις λίγες διαθέσιμες εναλλακτικές επιλογές με την οποία η βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης θα αντικατασταθούν ως καύσιμα για τις μεταφορές.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υλοποιηθούν προγράμματα βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης των οχημάτων δημοτικών στόλων, ανάπτυξης σχεδίων αστικής κινητικότητας αλλά και συγκοινωνιακές μελέτες και ήπιες παρεμβάσεις. Ένα τέτοιο πρόγραμμα, είναι και το ΕΞΟΙΚΟΝΟΜΩ που σχεδιάσαμε στο πρώην Υπουργείο Ανάπτυξης για τους Δήμους. Στον Άξονα 3 του προγράμματος προβλέπονται δράσεις βελτίωσης σε επίπεδο συγκοινωνιακού δικτύου και αλλαγή του τρόπου μετακίνησης σε αστικά κέντρα.
Η αειφόρος διαχείριση των οδικών μεταφορών περιλαμβάνει σε επίπεδο τελικών χρηστών την αλλαγή των συνηθειών στον τρόπο μετακίνησης και την προώθηση της χρήσης των ενεργειακά και περιβαλλοντικά αποδοτικών τύπων οδικών μεταφορών (π.χ. περιορισμοί στην κυκλοφορία, όρια ταχύτητας, πεζοδρομήσεις, στροφή στα μέσα μαζικής μεταφοράς, χρήση ποδηλάτου, κλπ.). Στόχος είναι η βελτίωση της κινητικότητας, της ασφάλειας μετακίνησης, ο περιορισμός της μεμονωμένης χρήσης Ι.Χ. και η εξοικονόμηση ενέργειας.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.