ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 1.10.1999
H μεγάλη ανατροπή
Η ενοποίηση των παγκόσμιων διεθνών αγορών έχει πλέον φέρει τη χώρα μας ενώπιον των προϋποθέσεων για την πιστοποίηση της ικανότητάς της να ανήκει στην Ευρωπαϊκή οικογένεια. Στις προϋποθέσεις αυτές, εντάσσεται η αδήριτη ανάγκη για τη δημιουργία μιας νέας δημόσιας διοίκησης. Τα ήδη ασφυκτικά χρονικά περιθώρια επιβάλλουν ρηξικέλευθες «λυτρωτικές» ενέργειες και όχι ατελέσφορες μεταλλάξεις ή μεταμφιέσεις δραστηριοτήτων, υπηρεσιών και φορέων του δημόσιου τομέα. Με τις ακόλουθες σκέψεις, που δεν διατυπώνονται, άλλωστε, για πρώτη φορά, ασφαλώς και δεν εξουδετερώνεται η αδράνεια του σημερινού συστήματος και οι παρενέργειές του. Ωστόσο, στη δυναμική που είναι απαραίτητη για τη «μεγάλη ανατροπή» συνεισφέρουν τόσο η αποτύπωση της πραγματικότητας όσο και η συνειδητοποίηση των απαιτήσεων της εποχής.
Υποστηρίζεται ότι για να λειτουργήσει παραγωγικά ο δημόσιος τομέας, απαιτούνται καινοτομίες που να εμπνέονται από επιχειρησιακά πρότυπα προσηλωμένα στις αρχές της αγοράς έτσι ώστε να αξιοποιούνται οι δραστηριότητές του και να επιτυγχάνονται, με τη μικρότερη δυνατή “ζημιά” και τα μεγαλύτερα δυνατά “κέρδη”, προγραμματισμένοι στόχοι. Ωστόσο, η έστω και φθίνουσα εξάρτηση, αν όχι υποταγή, του διοικητικού μηχανισμού από την πολιτική και κομματική εξουσία, αυτοκαταργεί τις όποιες προσπάθειες αναμόρφωσής του. Τα ερωτήματα που τίθενται από τη διαπίστωση αυτή είναι πολλά και οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες.
Η δημιουργία αυτοτελών διοικητικών μονάδων για ορισμένες δραστηριότητες αιχμής, την ευθύνη των οποίων θα έχουν στελέχη με επιχειρηματικό προσανατολισμό και οι οποίες θα δεσμεύονται για την παροχή συγκεκριμένης ποιότητας και ποσότητας υπηρεσιών, έναντι συγκεκριμένης χρηματοδότησής τους από τον τακτικό προϋπολογισμό, προσκρούει σε μια σειρά από εμπόδια, η άρση των οποίων απαιτεί την ανατροπή της σημερινής παθογένειας.
Το μέγεθος του δημόσιου τομέα που λειτουργεί διαστρεβλωτικά επιδρώντας αυξητικά στον όγκο των καθηκόντων και στο κόστος άσκησής τους, σε συνδυασμό με την ανομοιογένεια που χαρακτηρίζει τις δραστηριότητές του, δημιουργεί την ανάγκη να λαμβάνονται όλες οι αποφάσεις, ακόμα και εκείνες για τις οποίες δεν υφίσταται θέμα παρέκκλισης από την εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, σε επίπεδο πάντα υψηλότερο από αυτό που κανονικά θα έπρεπε να λαμβάνονται. Ως εκ τούτου, ζητήματα για τα οποία αναζητούνται αποφάσεις (κύρια αποστολή των δημοσίων λειτουργών) καταλήγουν, χωρίς να ιεραρχηθούν, στην πολιτική και, ορισμένες περιπτώσεις, στην κομματική εξουσία η οποία τα επεξεργάζεται δρομολογώντας λύσεις μέσα από νεφελώδεις, γενικούς και μη ποσοτικοποιημένους στόχους.
Η διείσδυση αυτή στον κρατικό μηχανισμό, καταργεί την αυτονόητη, για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, αξιολόγηση του κόστους και της ωφέλειας των επιλογών της διοίκησης.
Στον ιδιωτικό τομέα, η λειτουργία της διοίκησης ασκείται με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον της επιχείρησης, χαρακτηρίζεται από την επίγνωση του οικονομικού κόστους των ενεργειών της, την ταχύτητα και την ευελιξία κατά την εκτέλεσή τους και αξιολογείται με δείκτες αποδοτικότητας. Σε αντίθεση, στο δημόσιο τομέα υπάρχει πάντα τρόπος, δια της μεθόδου της αναρμοδιότητας, της ανευθυνότητας,των υπερβολικών γενικεύσεων και της κομματικής ασυλίας, να δικαιολογούνται οι όποιες αρνητικές επιδόσεις. Προσφέρεται δε, μονιμότητα και ατιμωρησία – αν όχι επιβράβευση – σε αυτούς που έχουν αποδεδειγμένα βλάψει το δημόσιο συμφέρον το οποίο υποτίθεται πως υπηρετούν. Ακόμα και αν εξασφαλισθούν οι συνθήκες ανεξαρτησίας της δημόσιας διοίκησης, με τον τρόπο που έχει αναπτυχθεί ο δημόσιος τομέας στη χώρα μας, έχουν ήδη δημιουργηθεί παντού και σε ολα τα επίπεδα μικρά απόρθητα οχυρά που λειτουργούν με ένα εντελώς αυτόνομο κώδικα.
Ωφείλουμε, εντούτοις, να αναγνωρίσουμε ότι η πολιτική εξουσία έχει επιχειρήσει αρκετές φορές να διαγνώσει τις ανάγκες της κοινωνίας και να επικοινωνήσει με αυτήν προκειμένου να βελτιώσει την ποιότητα της παραγώμενης δημόσιας υπηρεσίας. Παρόλες τις προσπάθειες, η διάγνωση αυτή σχεδόν πάντα καταλήγει στην απλουστευτική δημοσιοποίηση γενικών κυβερνητικών επιλογών οι οποίες, αν δεν λησμονηθούν λίγο μετά την εξαγγελία τους, ενίοτε υλοποιούνται με την παραγωγή νομοθετικών ρυθμίσεων που συνήθως “καταπίνει” το απέραντο και δαιδαλώδες θεσμικό πλαίσιο.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η ανεξάρτητη, επαγγελματική και αποτελεσματική διοίκηση στο δημόσιο τομέα δεν είναι επιθυμητή από μια μερίδα δογματικών ακραίων. Όσοι εξ’αυτών διαπνέονται από νεοφιλελεύθερες αρχές, υποστηρίζουν ότι ο δημόσιος τομέας πρέπει να ελλατωθεί όσο είναι δυνατόν, ώστε να επιτραπεί στην αγορά να ασκήσει τον ρυθμιστικό της ρόλο. Άλλοι, επίσης με σοσιαλιστικούς προσανατολισμούς, πιστεύουν ότι η “παράνομη” ιδιωτικοποίηση του δημόσιου τομέα δεν επιτρέπει την εφαρμογή δικαιότερης πολιτικής που, διαχειριζόμενη το μέγεθός του, μπορεί να ασκήσει η πολιτική εξουσία.
Οι περιορισμένες δυνατότητες των δημοσίων οικονομικών είναι αναμφίβολα μία από τις αιτίες για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο δημόσιος τομέας. Σε αντίθεση με τον ιδιωτικό, ο δημόσιος τομέας δεν μπορεί να προσβλέπει σε θετικά οικονομικά αποτελέσματα για να διορθώσει αυτή την κατάσταση, π.χ. από την αύξηση της ζήτησης μιας υπηρεσίας, όπως είναι η υποχρεωτική εκπαίδευση, για την οποία η κατανάλωση είναι υποχρεωτική και η “παραγωγή” δεν εξαρτάται από το βαθμό ικανοποίησης του καταναλωτή. Σε μια επιχείρηση τα δεδομένα αυτά αποφέρουν περισσότερα κέρδη ενώ στο δημόσιο τα ελλείμματα ακολουθούν σχεδόν πάντα την υψηλή ζήτηση. Από την άλλη πλευρά, οι καταναλωτές της παραγώμενης δημόσιας υπηρεσίας δε μπορούν να ενεργούν ως καταναλωτές ενός προϊόντος από την πώληση του οποίου εξαρτάται η επιβίωση της επιχείρησης που το παράγει και, ως εκ τούτου, να δημιουργήσουν συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού.
Με τα δεδομένα αυτά είναι απαραίτητο τα πολιτικά κόμματα εξουσίας να απομονώσουν τις ενδεχόμενες “ιδεολογικού τύπου” διαφορές τους, -πραγματικές ή τεχνικές, υπαρκτές ή ανύπαρκτες – και να εξασφαλίσουν στην εθνική δημόσια διοίκηση ένα καθεστώς διαφάνειας, αξιοκρατίας και ανεξαρτησίας εντός του οποίου θα πρέπει να σχεδιασθεί, από αυτούς που έχουν αποδεδειγμένα τη δυνατότητα να το πράξουν, ένας ειδικός κώδικας διοίκησης, ο οποίος θα περιλαμβάνει τους θεμελιακούς κανόνες λειτουργίας ενός νέου διοικητικού συστήματος.
Η συμφωνία θα πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένες αρχές και να θίγει με αξιόπιστες απαντήσεις τα σημεία που ακολουθούν: άσκηση της δραστηριότητας της διοίκησης στα αυστηρά πλαίσια ενός συνόλου – του κράτους – που λειτουργεί σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και σε μεγάλο βαθμό, προβλέψιμο περιβάλλον ιεράρχηση των βασικών διαρθρωτικών προβλημάτων της διοίκησης με στρατηγική επιλογή των μεγάλων στόχων και των μέσων με τα οποία αυτοί θα επιτευχθούν εισαγωγή νέων τεχνολογιών και τεχνικών διοίκησης και διαχείρισης καθορισμός προτεραιοτήτων για δυναμικές μεταρρυθμίσεις σε τομείς που θα επιφέρουν πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα καθορισμός των διαδικασιών με τις οποίες λαμβάνονται οι αποφάσεις και των συστημάτων που πρέπει να εφαρμοσθούν για την απρόσκοπτη και αποτελεσματική υλοποίησή τους αναθεώρηση των μεθόδων και των διαδικασιών διοίκησης προσωπικού παράλληλα με τη θέσπιση ενός ειδικού μηχανισμού μέσω του οποίου θα κινητοποιούνται και θα συμμετέχουν τα άτομα και οι ομάδες μέσα στο σύστημα με τον ανάλογο καθορισμό αμοιβών και ποινών κατανομή αρμοδιοτήτων και καθορισμός μόνιμων τομέων ευθύνης που θα διασφαλίζουν τη συνέχεια στη λειτουργία της διοίκησης ανεξάρτητα από πρόσωπα παράλληλη και διαρκής κατάρτιση του παραμένοντος προσωπικού και αξιοποίησή του μέσα απο μια διαδικασία ανεξάρτητης και κοινωνικά ευαίσθητης υποχρεωτικής ενδοϋπηρεσιακής κινητικότητας ενδυνάμωση του επιτελικού έργου της κεντρικής διοίκησης ορθολογική κατανομή των εκτελεστικών λειτουργιών δημιουργία ανεξάρτητου και ισχυρού ελεγκτικού μηχανισμού δημιουργία σχέσεων επικοινωνίας και συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (π.χ. η αποδοχή της κατ’ ανάθεση εκχώρησης στον ιδιωτικό τομέα ορισμένων δραστηριοτήτων, είναι μέθοδος σύγχρονης και αποτελεσματικής διοίκησης).
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.