Κύρωση του απολογισμού και του ισολογισμού του Κράτους για το οικονομικό έτος 2007.
Πέμπτη 19.11.2009
Με τιμή, αίσθηση ευθύνης και βαθιά συγκίνηση, ανέρχομαι για πρώτη φορά στο ιερό αυτό Βήμα με εντολή των πολιτών της Χίου, των Ψαρών και των Οινουσσών, τόπων που προσέφεραν πολλά στην ανεξαρτησία, την οικονομία, την επιστήμη και την πολιτική ζωή της χώρας μας. Τους διαβεβαιώνω ότι θα καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια να φανώ αντάξιος της εμπιστοσύνης τους.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, ήδη, η νέα κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τις αδυναμίες του προεκλογικού της λόγου, οι δε πολίτες την αναντιστοιχία του με τις πρώτες πολιτικές της επιλογές. Θα επανέλθουμε στο συγκεκριμένο θέμα όταν ολοκληρωθεί η στελέχωση του κυβερνητικού σχήματος. Προς το παρόν θυμίζω, ότι ανάμεσα στη διοίκηση και τους Υπουργούς υπάρχουν εξήντα ακέφαλες Γενικές Γραμματείες, τις οποίες η κυβέρνηση “στοίχισε” βιαστικά κάτω από πρόχειρα ανασυγκολλημένους τομείς πολιτικής. Έχοντας διατελέσει Γενικός Γραμματέας σε δύο παραγωγικά Υπουργεία, γνωρίζω ότι η μη στελέχωση των καίριων αυτών θέσεων σημαίνει ότι οι Υπουργοί και οι Υφυπουργοί είτε δεν υπογράφουν καθόλου, ή δεν γνωρίζουν τι υπογράφουν, με ό,τι αυτές οι δύο περιπτώσεις συνεπάγονται. Αδυνατώ επίσης να καταλάβω ποιος και με ποιο τρόπο αναθέτει εργασίες στις υπηρεσίες και πώς τις παρακολουθεί. Είναι τέλος, περιττό να αναφερθώ στον επιπλέον χρόνο που απαιτείται για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και την ενημέρωση των νέων στελεχών. Μ’ αυτές τις διαπιστώσεις ελπίζω η Κυβέρνηση να κάνει δεύτερες σκέψεις για μερικές ατυχείς ιδέες, όπως η απόφαση διάλυσης του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής.
Ο αρμόδιος Υπουργός Οικονομικών έχει αναφερθεί στην ανάγκη αναδιάταξης των κρατικών δαπανών και στη δραστική περιστολή της σπατάλης που πρέπει να γίνει σε ολόκληρο τον δημόσιο τομέα. Ουδείς μπορεί να διαφωνήσει μαζί του. Όμως αυτά προϋποθέτουν, μεταξύ άλλων, ένα θεσμικά κατοχυρωμένο σύστημα ελέγχου των δημοσίων δαπανών που σήμερα, δεν διαθέτουμε. Για να είναι δε αποτελεσματικό ένα τέτοιο σύστημα, θα πρέπει, πρώτον, να λαμβάνει υπόψη τη σχέση κόστους-ωφέλειας για κάθε δημόσια δαπάνη που επιδρά στα μεγέθη του προϋπολογισμού, δεύτερον, να περιορίζει τα τακτικά λειτουργικά έξοδα σε συγκεκριμένο ποσοστό του ΑΕΠ και, τρίτον, να τηρεί τη βασική δημοσιονομική αρχή ότι τα έξοδα αυτά θα πρέπει να καλύπτονται από τακτικά έσοδα.
Το θέμα μας δεν είναι το τι ακριβώς θα πρέπει να γίνει, αλλά το πώς θα γίνει και, κυρίως, με ποια σταθερή βάση. Όταν δεν τηρείται ο κανόνας της ειδικότητας των πιστώσεων, όταν δεν καθορίζεται τι υπόκειται σε φορολόγηση και όταν απουσιάζουν οι αρχές της συνέχειας και της συνέπειας του κράτους, κανένα σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει θετικά για το δημοσιονομικό μας πρόβλημα. Θυμίζω ότι σύστημα είναι κάθε σύνολο δραστηριοτήτων που καταναλώνει πόρους και παράγει κάποιο αποτέλεσμα. Τα επιθυμητά ή όχι αποτελέσματα εξαρτώνται από την ορθή τεκμηρίωση και υλοποίηση των δραστηριοτήτων. Στη Μεγάλη Βρετανία, για παράδειγμα, για κάθε πολιτική υπάρχει μία λογική βάση, ένας αντικειμενικός στόχος, μια διαδικασία αξιολόγησης, παρακολούθησης και αποτίμησης, δηλαδή ένα εργαλείο λήψης αποφάσεων για την κυβέρνηση και τη διοίκηση η οποία έχει και την τελική ευθύνη εφαρμογής. Για να καταπολεμήσουμε λοιπόν μια βασική αιτία του δημοσιονομικού προβλήματος αλλά και να προσδώσουμε αξιοπιστία στη δημοσιονομική μας διαχείριση, πρέπει να αντιμετωπίσουμε τις συστημικές αυτές αδυναμίες, γιατί σε αυτές οφείλεται κατά μεγάλο μέρος τόσο το έλλειμμα, όσο και τα προβλήματα διαχείρισης και ελέγχου του. Η μη αντιμετώπιση αυτών των αδυναμιών οδηγεί στη διόγκωση του προβλήματος. Σε αντίθετη περίπτωση η συζήτηση τόσο για το μέγεθος, όσο και για το περιεχόμενο του ελλείμματος, θα ήταν εντελώς διαφορετική.
Σήμερα, καλούμαστε να ψηφίσουμε τον απολογισμό και τον ισολογισμό του οικονομικού έτους 2007. Δηλαδή, στην εκπνοή του 2010 αξιολογούμε την εκτέλεση ενός προϋπολογισμού που καταρτίστηκε το 2006 και μάλιστα με μοναδικό εργαλείο μία “διαπιστωτική” έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου που βασίζεται σε παλαιά λογιστικά στοιχεία χωρίς ποιοτική αξιολόγηση από την οποία δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα. Αυτή η έκθεση χαρακτηρίζεται «διαπιστωτική», αφού περιορίζεται μόνο σε λογιστικές επισημάνσεις. Για τους λόγους αυτούς, η διαδικασία κύρωσης του απολογισμού και του ισολογισμού του 2007 είναι τυπική. Αν θέλουμε να είναι ουσιαστική, η Επιτροπή της Βουλής θα πρέπει να υποστηριχθεί από μια μόνιμη τεχνοκρατική δομή που θα διαθέτει την κατάλληλη τεχνογνωσία. Μόνο στην περίπτωση αυτή και εμείς και οι φορολογούμενοι θα μπορούμε να αξιολογούμε τη χρήση των πόρων που στερούμαστε ή θα στερηθούμε στο μέλλον.
Οι αποκλίσεις τόσο στα έσοδα, όσο και στα έξοδα – με εξαίρεση απρόβλεπτες δαπάνες για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους ή την εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων – υποδηλώνουν επίσης την αδυναμία της δημόσιας διοίκησης, του βασικού δηλαδή μέσου που έχουμε στη διάθεσή μας για την ορθή εκτέλεση ενός προϋπολογισμού. Παραδείγματα αποτελούν οι αποκλίσεις μεταξύ βεβαιωθέντων και εισπραχθέντων φορολογικών εσόδων ή μεταξύ προβλέψεων και πληρωμών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ). Όσοι γνωρίζουν από δημόσια έργα μπορούν να αντιληφθούν τους λόγους για τους οποίους υπάρχει απόκλιση στα μεγέθη αυτά. Διάβασα δε με πολύ ενδιαφέρον τη συνέντευξη της Υπουργού κας Κατσέλη, αρμόδιας για το ΕΣΠΑ, με την οποία προαναγγέλλει ότι θα ξεκινήσουν άμεσα συναντήσεις και διαβουλεύσεις με τους υπουργούς και τις περιφέρειες προκειμένου να διαμορφωθούν οι νέες πολιτικές προτεραιότητες. Όταν σήμερα βρισκόμαστε σε νέα αναζήτηση πολιτικών προτεραιοτήτων για το ΕΣΠΑ, με μια κρατική μηχανή που δεν έχει ακόμη στελεχωθεί και έναν προϋπολογισμό – προσχέδιο , γίνεται εύκολα αντιληπτό, το τι θα συζητάμε σε δύο χρόνια από τώρα.
Η αλήθεια, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, είναι ότι εμείς, η Νέα Δημοκρατία, επιδιώξαμε και πετύχαμε δύσκολους οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους. Οι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν από τους μεγαλύτερους στην Ευρωζώνη, η απορρόφηση των κοινοτικών πόρων διασφαλίστηκε, τα μεγάλα έργα ολοκληρώθηκαν, οι άμεσες ξένες επενδύσεις αυξήθηκαν, η ανεργία υποχώρησε, οι δε κοινωνικές μεταβιβάσεις, οι αυξήσεις στο αφορολόγητο όριο για τα φυσικά πρόσωπα, στις δαπάνες για ασφάλιση και περίθαλψη, στις συντάξεις του ΟΓΑ, στο ΕΚΑΣ και στο κατώτατο επίδομα ανεργίας, ανακούφισαν πραγματικά τους οικονομικά ασθενέστερους πολίτες. Γι’ αυτούς και μόνο τους λόγους και παρά τις αποκλίσεις στα μεγέθη στις οποίες αναφέρθηκα, υπερψηφίζουμε τον απολογισμό και τον ισολογισμό του Κράτους για το 2007 και καλούμε όλες τις πτέρυγες της Βουλής να πράξουν το ίδιο.
Στο σημείο αυτό, θα μου επιτρέψετε ένα σύντομο σχόλιο για τον προϋπολογισμό του 2010, αφού η συζήτησή του συμπίπτει χρονικά με τη σημερινή. Είναι βέβαιο ότι τα προβλεπόμενα έσοδα από τις πολύ μεγάλες αυξήσεις στους άμεσους και έμμεσους φόρους δεν πρόκειται να καλύψουν τα αυξανόμενα αιτήματα όλων των κοινωνικών ομάδων, πολύ δε περισσότερο όταν προγραμματισμένα έσοδα για το 2009 μεταφέρονται στο 2010, όπως το Ειδικό Τέλος Ακινήτων (ΕΤΑΚ) ή η ανισοκατανομή των χρεών των νοσοκομείων μεταξύ των δύο αυτών ετών. Επίσης, ελάχιστα θα μειωθεί το έλλειμμα από την υποτιθέμενη περιστολή δαπανών, όπως αυτές των ασφαλιστικών ταμείων. Όλα τα υπόλοιπα είναι ένας απλός συμψηφισμός κονδυλίων. Όσοι μελετήσουν τις παρουσιάσεις αυτές του προϋπολογισμού, δεν θα πρέπει να κατηγορούν τη Νέα Δημοκρατία για δημιουργική λογιστική επί των ημερών της.
Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, υπερβάσεις υπήρχαν σε όλους τους προϋπολογισμούς από την αρχή της δεκαετίας του ’80, όπως και μεταφορές εσόδων και δαπανών από το ένα έτος στο άλλο, ανάλογα με τη σκοπιμότητα. Πρόκειται για μια πρακτική που βραχυπρόθεσμα υπηρετεί την εκάστοτε πολιτική βούληση ή υστεροβουλία, μακροπρόθεσμα όμως επιβαρύνεται το δημόσιο χρέος και οι γενιές που θα το επωμισθούν.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.