Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής
Το νέο επενδυτικό περιβάλλον, ο εξορθολογισμός του δημοσίου και η εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας
Πέμπτη 06 Φεβρουαρίου 2006
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Τα οριζόντια μέτρα πολιτικής της τελευταίας διετίας που ελήφθησαν στο πλαίσιο του προγράμματος μεταρρυθμίσεων, δημιουργούν αναμφισβήτητα ένα νέο επενδυτικό περιβάλλον που δίνει ώθηση στην ανάπτυξη της αγοράς και στηρίζει την επιχειρηματικότητα. Το περιβάλλον αυτό αποτελεί και την αφετηρία της χώρας μας για την επίτευξη στρατηγικών στόχων όπως η αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων εξαγωγικού προσανατολισμού, η διασύνδεση μας µε τα διεθνή συστήματα παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών, η επιλεκτική, κλαδικά και τοπικά, προσέλκυση ΑΞΕ που συμβάλλουν στην τεχνολογική αναβάθμιση του παραγωγικού μας συστήματος και οδηγούν σε διεθνείς συνεργασίες και οικονομικές συμμαχίες.
Όμως στο διεθνή ανταγωνισμό δεν έχουν όλοι την ίδια αφετηρία.
Εμείς, λίγο πριν την έναρξη της περιόδου 2007-2013, ξεκινάμε την εφαρμογή της αναθεωρημένης Στρατηγικής της Λισσαβόνας από χαμηλές συγκριτικά τιμές στους περισσότερους δείκτες-στόχους ακόμα και σε σχέση με τα νέα Κράτη-μέλη της Ε.Ε. Έχουμε χαμηλή παραγωγικότητα, τα προϊόντα μας δεν ανταγωνίζονται αποτελεσματικά και δεν είμαστε ελκυστικοί στις ΞΑΕ.
Η μικρή συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στις δαπάνες Ε&Α, οι χαμηλές επιδόσεις σε αριθμό διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, οι χαμηλές επενδύσεις στη γνώση, η υστέρηση στη σύνδεση έρευνας και επιχειρηματικότητας, εξηγούν γιατί έχουμε χαμηλή παραγωγικότητα.
Το μικρό μέγεθος της συντριπτικής πλειοψηφίας των ελληνικών επιχειρήσεων, η έλλειψη καταξιωμένου brand name που συνοδεύεται από χαμηλή ενσωματωμένη καινοτομία στις τεχνολογικές και οργανωτικές λειτουργίες τους και άρα χαμηλή ποιότητα, η μειωμένη προβολή και οι χαμηλές περιβαλλοντικές επιδόσεις, εξηγούν γιατί τα προϊόντα μας δεν ανταγωνίζονται αποτελεσματικά σε διεθνές επίπεδο.
Τα χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας, ο συνδυασμός πολυνομίας και γραφειοκρατίας, το μικρό μέγεθος της εσωτερικής μας αγοράς και η απόσταση από άλλες αγορές – στόχους στην ΕΕ εξηγούν γιατί απορροφούμε ασήμαντο ποσοστό ΑΞΕ σε σχέση με τους εταίρους μας.
Παράλληλα, όλο και περισσότερες χώρες διαθέτουν όλους μαζί τους βασικούς παράγοντες προσέλκυσης ΞΑΕ : φυσικούς (γεωγραφική θέση, κλίμα, προσβασιμότητα και κόστος γης), τεχνικούς (υποδομές μεταφορών & επικοινωνίας, στέγαση), οικονομικούς (ποσότητα, είδος και κόστος κεφαλαίου), γνωστικούς (αποθέματα επιστημονικής & τεχνικής γνώσης) και ανθρώπινους (ποιότητα, προσόντα και κόστος εργατικού δυναμικού).
Θα ήθελα να δώσω ιδιαίτερη έμφαση στους τρείς τομείς που έχουμε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα : την επιχειρηματικότητα, τον τουρισμό και τη ναυτιλία.
Στην Επιχειρηματικότητα στην οποία ρέπει παραδοσιακά ο Έλληνας, έχουμε μεγάλο διοικητικό κόστος και υψηλές χρονικές απαιτήσεις για έναρξη – μεταβολή – μεταβίβαση επιχειρηματικής δραστηριότητας αλλά και αριθμητική κυριαρχία των πολύ μικρών επιχειρήσεων (micro-business) που λόγω της παραδοσιακά οικογενειακής δομής τους δεν αξιοποιούν χρηματοδοτικά εργαλεία όπως τα Venture Capitals και τα Seed Capitals.
Στον Τουρισμό, ο αυτοσχεδιασμός, η έλλειψη στρατηγικού προγραμματισμού και χωροταξικού σχεδιασμού εξηγούν γιατί το κυρίαρχο τουριστικό προϊόν της δεκαετίας του 2000 είναι ελάχιστα διαφοροποιημένο από αυτό της δεκαετίας του 1960 (παραθεριστικός τουρισμός με σταθερές αναφορές τα γεω-κλιματικά προνόμια της χώρας).
Στη Ναυτιλία όπου διαδραματίζουμε πρωταγωνιστικό ρόλο και αποτελούμε κόμβο για τα συγκοινωνιακά και μεταφορικά δίκτυα που συνδέουν την Ε.Ε. με χώρες της Ασίας και της Αφρικής, έχουμε συρρίκνωση ναυπηγικής και ναυπηγοεπισκευαστικής δραστηριότητας λόγω κόστους, ποιότητας και χρονικής συνέπειας των παρεχόμενων υπηρεσιών.
Με δυο λόγια ενώ είμαστε σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό εξακολουθούμε να διατηρούμε την παραγωγική μας βάση σε τομείς που ελάχιστα συμβάλλουν στη διεθνή ανταγωνιστικότητά μας (κατασκευές, προσωπικές υπηρεσίες, λιανικό εμπόριο). Η εισροή εξωτερικών πόρων από την Ε.Ε., τον τουρισμό και τη ναυτιλία, κάποια στιγμή δεν θα επαρκεί για να διατηρηθεί η κοινωνική συνοχή.
Συνεπώς, πρέπει να δούμε με άλλο μάτι την εθνική μας ανταγωνιστικότητα. Χρειαζόμαστε ένα μοντέλο ανταγωνιστικότητας που να κατανοεί ότι το πρόβλημά μας είναι κυρίως συστημικό και να το λύνει.
Το πρώτο κλειδί για την κατανόηση βρίσκεται στην παραγωγικότητα η οποία καθορίζει τους μισθούς και την απόδοση κεφαλαίων, δηλαδή τις δύο βασικές πηγές δημοσίου και ιδιωτικού εισοδήματος. Η παραγωγικότητα με τη σειρά της προκύπτει όταν οι επιχειρήσεις έχουν όλο και υψηλότερα επίπεδα τεχνογνωσίας και τεχνολογίας. Αυτό απαιτεί συνεχή αναβάθμιση και διείσδυση σε νέους τομείς. Οι πιο καινοτόμες εταιρείες θα υπερνικήσουν τον ανταγωνισμό, ακόμα και εδραιωμένους ανταγωνιστές με οικονομίες κλίμακας. Για παράδειγμα, ο εμπορικός μας στόλος, ανταγωνίζεται με επιτυχία μεγαλύτερους ανταγωνιστές με νεότερα πλοία, προσφέροντας εξατομικευμένες υπηρεσίες και εισερχόμενος σε νέες δραστηριότητες.
Το δεύτερο κλειδί βρίσκεται στην εξειδίκευση σε συγκεκριμένους τομείς και ομάδες αλληλένδετων τομέων. Τις αποκαλούμενες συστοιχίες (clusters). Οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να τα κάνουν όλα στη χώρα τους. Πρέπει να αντλούν πρώτες ύλες και κεφάλαια από όπου αυτά διατίθενται φθηνότερα και να αναπτύσσουν δραστηριότητες σε ξένες χώρες ώστε να αντλούν φθηνό εργατικό δυναμικό για τις λειτουργίες που δεν χρειάζονται υψηλή τεχνογνωσία. Να αποκτούν πρόσβαση σε ξένες αγορές και να αποσπούν ειδικές τεχνολογίες.
Το τρίτο κλειδί βρίσκεται στην ελκυστικότητα της έδρας. Οι επιχειρήσεις έχουν σαφή έδρα, που είναι ο χώρος για τη βασική τους έρευνα, ο χώρος της κρίσιμης μάζας εξειδικευμένης παραγωγής όπου και λαμβάνονται οι στρατηγικές αποφάσεις. Αυτή η έδρα βρίσκεται όπου βρίσκονται η τεχνογνωσία και η τεχνολογία, όπου ενσωματώνονται τα αποτελέσματα που αντλούνται από τις διεθνείς δραστηριότητες και όπου υπάρχουν οι πιο παραγωγικές θέσεις εργασίας. Η ελκυστικότητα μιας έδρας εξαρτάται από το περιβάλλον που δημιουργεί για τον ανταγωνισμό και ειδικότερα από τον βαθμό στον οποίο το περιβάλλον υποστηρίζει την καινοτομία. Συνολικά εξηγεί γιατί ορισμένες εταιρείες που εδρεύουν σε συγκεκριμένες χώρες μπορούν να καινοτομούν συνεχώς.
Για να λύσουμε το πρόβλημα πρέπει να κατασκευάσουμε ανταγωνιστικές υποδομές.
Τέσσερα είδη υποδομών είναι ζωτικής σημασίας για τον ανταγωνισμό και κατά συνέπεια θα πρέπει να αποκτήσουν προτεραιότητα.
Πρώτον, η μεταρρύθμιση του νομικού και διοικητικού συστήματος της χώρας.
Δεύτερον, η ανάπτυξη κεφαλαιαγορών και χρηματοοικονομικών υποδομών
Τρίτον η δημιουργία πρώτης τάξεως υποδομής επικοινωνιών και επεξεργασίας της πληροφορίας και
Τέταρτον, η εισαγωγή διαχειριστικών καινοτομιών.
Στη δημιουργία των υποδομών αυτών συμβάλλουν ενέργειες όπως :
Η διευκόλυνση της δυναμικής επιχειρηματικότητας και η αναπτυξιακή της καθοδήγηση με στοχευμένες ενισχύσεις και θεσμικές αναδιαρθρώσεις.
Ο συντονισμός της αναπτυξιακής μας πολιτικής με βάση το χώρο διότι τα χαρακτηριστικά του χώρου επηρεάζουν τις οικονομικές δραστηριότητες. Για αυτό άλλωστε η χωροταξία είναι άμεσα συναρτημένη με την αναπτυξιακή πολιτική, την κοινωνική δικαιοσύνη και την προστασία του περιβάλλοντος.
Η υιοθέτηση μιας σαφούς και ασυμβίβαστης στάσης για το περιβάλλον και η γνωστοποίησή της σε όλο τον κόσμο με ένα σύγχρονο κανονιστικό καθεστώς συναφές με την οικονομική δραστηριότητα.
Η δημιουργία ενός «one stop decision making» για τις μεγάλες επενδύσεις εθνικής και περιφερειακής σημασίας και όχι η σημερινή πολυδιάσπαση και διασπορά αρμοδιοτήτων σε πληθώρα φορέων με διαφορετικά θεσμικά πλαίσια, πολλοί από τους οποίους δεν έχουν και τις οργανωτικές προϋποθέσεις να τις στηρίξουν.
Η διασύνδεση της χώρας με τις διεθνείς αγορές και τα διεθνή ολοκληρωμένα συστήματα παραγωγής μέσω της ενίσχυσης επιχειρηματικών συνεργασιών, της στήριξης της οικονομικής διπλωματίας και των δομών της, της ενδυνάμωσης και δημιουργίας δομών στήριξης, υποδοχής και προσέλκυσης ΑΞΕ.
Αυτά προϋποθέτουν όμως ένα επιτελικό, ρυθμιστικό και αποτελεσματικό δημόσιο τομέα που θα παρέχει μια ισχυρότερη τεχνολογική βάση, ένα αρτιότερο δίκτυο άυλων και υλικών υποδομών και ένα αποτελεσματικότερο σύστημα χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης.
Προς αυτή την κατεύθυνση, ξεκινήσαμε από την πρώτη στιγμή και συνεχίζουμε με την ίδια πυγμή.
Ψηφίστηκε ο Νέος Αναπτυξιακός Νόμος 3299/2004, πραγματικά πρωτοποριακός σε σχέση με όλους τους προηγούμενους, που βρήκε μεγάλη απήχηση στην αγορά. Απλός, κατανοητός από όλους τους ενδιαφερόμενους και αυτοτελής. Εισάγοντας ένα ισχυρό πλαίσιο κινήτρων και βελτιώνοντας τις διαδικασίες εφαρμογής του, καταφέραμε να αναχθεί σε ένα αποτελεσματικό μέσο, που εκτός των άλλων αναγνωρίζει τη σημασία των ΜΜΕ στην οικονομική δραστηριότητα, προσαυξάνοντας τα ποσοστά ενίσχυσης τους.
Στο πλαίσιο των ΠΕΠ του Γ’ ΚΠΣ, ενεργοποιούμε τον 3Ο κύκλο ενίσχυσης των ΜΜΕ, στους τομείς της μεταποίησης και του τουρισμού.
Για την εφαρμογή του 3ου κύκλου ενίσχυσης των ΜΜΕ καθώς και του Α.Ν., αναπτύσσουμε ΟΠΣ, που θα συμβάλλει, στην έγκυρη και έγκαιρη, πληροφόρηση των επενδυτών, θα διασφαλίσει την αντικειμενικότητα στην αξιολόγηση, και θα μειώσει, απλουστεύσει και επιταχύνει τις διαδικασίες. Ήδη, στην ιστοσελίδα www.ependyseis.gr ο επενδυτής μπορεί να υποβάλλει τα στοιχεία της εταιρείας και του επενδυτικού σχεδίου του και να διαπιστώσει άμεσα εάν πληροί τα κριτήρια υπαγωγής στον Ν.3299/2004. Με την ολοκλήρωση του συστήματος, η πλειονότητα των σταδίων αξιολόγησης, έγκρισης και ολοκλήρωσης ενός επενδυτικού σχεδίου θα γίνεται ηλεκτρονικά, με ασφάλεια, διαφάνεια και ταχύτητα.
Επίσης, σε συνεργασία με την Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων του Κέντρου Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου (ΚΔΕΟΔ) αποτυπώνουμε πλήρως, σε ηλεκτρονική βάση που θα είναι προσιτή στο ευρύ κοινό μέσω του διαδικτύου, το εθνικό νομικό πλαίσιο αναφορικά με τις ΑΞΕ και τις Κρατικές Ενισχύσεις, στοχεύοντας στην απλοποίηση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και στην προσέλκυση των επενδύσεων.
Παράλληλα, προετοιμαζόμαστε για τη νέα προγραμματική περίοδο 2007-2013.
Τα 20,1 δις ευρώ που εξασφαλίστηκαν θα χρηματοδοτήσουν δράσεις με στόχο τη μείωση του εθνικού αναπτυξιακού ελλείμματος σε σχέση με τη στρατηγική της Λισσαβόνας για την ανταγωνιστικότητα, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή και του Göteborg για την αειφόρο ανάπτυξη.
Οι στρατηγικές και οι προτεραιότητες για να πετύχουμε τους στόχους αυτούς, διαμορφώνονται με πρωτόγνωρα ευρύτατη διαβούλευση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, τους Κ-Ο εταίρους, τις ΜΚΟ και τις τοπικές κοινωνίες,
Θα πρέπει το στρατηγικό σχέδιο και κατ’ επέκταση τα προγράμματα να απαντούν στο που πάμε και πως θα πάμε. Ξεκάθαρα, φιλόδοξα, αλλά και ρεαλιστικά.
Οι βασικές προτεραιότητες που αναδεικνύονται στην παρούσα φάση για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης είναι οι ακόλουθες:
Ενίσχυση της ισόρροπης Περιφερειακής Ανάπτυξης με έμφαση στην άρση των διαπεριφερειακών ανισοτήτων και την ανάπτυξη της χωρικής συνοχής με την προώθηση διαπεριφερειακών, διακρατικών και διασυνοριακών συνεργασιών.
Προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και αειφορική διαχείριση των φυσικών πόρων.
Στοχευμένη ενίσχυση των μεταφορικών και ενεργειακών δικτύων.
Προώθηση της στοχευμένης επιχειρηματικότητας και της εξωστρέφειας με τη δημιουργία ευνοϊκού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, τόσο για την αναβάθμιση της ποιότητας της εγχώριας επιχειρηματικότητας, όσο και για την προσέλκυση διεθνούς επιχειρηματικού ενδιαφέροντος για επενδύσεις στην Ελλάδα.
Βελτίωση της ποιότητας και της έντασης των επενδύσεων σε ανθρώπινο κεφάλαιο.
Προώθηση της ψηφιακής σύγκλισης και βελτίωση της διοικητικής ικανότητας της δημόσιας διοίκησης.
Για την αποτελεσματική εφαρμογή της αναπτυξιακής στρατηγικής της επόμενης περιόδου προωθούνται βασικές διαρθρωτικές αλλαγές στο σύστημα σχεδιασμού, διαχείρισης, ελέγχου και εφαρμογής των αναπτυξιακών προγραμμάτων:
Αναμορφώνεται το καθεστώς διαχείρισης του Εθνικού Σκέλους του ΠΔΕ, προκειμένου να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης σε τομείς όπου για οποιουσδήποτε λόγους δεν θα υπάρξει συγχρηματοδότηση. Όλες οι δημόσιες επενδύσεις θα ενταχθούν σε ένα μεσοπρόθεσμο “Εθνικό Πλαίσιο Στήριξης” με συγκεκριμένους κανόνες εξειδίκευσής του σε ετήσιο πρόγραμμα και με αναβαθμισμένες δομές και διαδικασίες διαχείρισης.
Αντιμετωπίζονται τα προβλήματα που παρατηρήθηκαν, στο πλαίσιο της διαχείρισης και υλοποίησης του τρέχοντος ΚΠΣ, λόγω της αδυναμίας ή/και ανεπάρκειας πολλών Τελικών Δικαιούχων, δεδομένου ότι βάσει των νέων κανονισμών οι φορείς αυτοί απαιτείται να είναι πιστοποιημένοι για την επάρκειά τους (στήριξη ΑΟΠ).
Προωθείται η δημιουργία Μειζόνων Περιφερειών, που αποκλειστικό αντικείμενο θα έχουν το σχεδιασμό, τη διαχείριση, την παρακολούθηση, τον έλεγχο και την αξιολόγηση του αναπτυξιακού προγραμματισμού της χωρικής τους αρμοδιότητας.
Κυρίες και κύριοι,
Η χώρα μας βρίσκεται σε μια καμπή της ιστορίας της. Σήμερα, που η πρόκληση είναι περισσότερο οικονομική παρά πολιτική, η Ελλάδα διαθέτει τις προϋποθέσεις για να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο.
Όμως, υπάρχει ένα ισχυρό σύστημα που λειτουργεί ανασταλτικά και το οποίο πρέπει να εξουδετερωθεί. Επιλέγουμε να πούμε ένα ηχηρό «Όχι!» στο σύστημα αυτό. Όχι στο υπερβάλλον κράτος, στην διαφθορά και ανομία. Όχι στη χρήση των πόρων ως μηχανισμού αποζημίωσης. Όχι στην παθητική περιχαράκωση σε λογικές και νοοτροπίες που η σύγχρονη οικονομία και κοινωνία έχουν απορρίψει. Ναι σε έναν νέο λόγο ύπαρξης, ο οποίος θα αποκαθιστά την ηθική, θεσμική και διοικητική αξιοπιστία του κράτους.
Στο ΥΠΟΙΟ, είμαστε σταθερά προσανατολισμένοι στην ενδυνάμωση της οικονομικής ανάπτυξης, συνολικά αλλά και για κάθε ελληνική περιφέρεια, στην ενθάρρυνση μιας νέας κουλτούρας επιχειρηματικότητας που δεν διστάζει να αναλάβει ρίσκα και να αναμετρηθεί με προκλήσεις, σταθερά προσανατολισμένοι στη δημοσιονομική εξυγίανση, στην ποιοτική αναβάθμιση των αποτελεσμάτων των ΚΠΣ, στην αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων μας, στην κοινωνική συνοχή και στην περιφερειακή σύγκλιση.
Σε αυτό το πνεύμα και με αυτή τη βούληση χαράσσεται και ο Αναπτυξιακός Προγραμματισμός για την περίοδο 2007-2013. Εργαζόμαστε με σχέδιο. Η πρόοδος είναι εμφανής χρόνο με τον χρόνο. Η αξιοπιστία που κτίζουμε και οι μεταρρυθμίσεις που προωθούμε μας βάζουν σε μια νέα πορεία.
Κανένα από τα αρνητικά σενάρια για το μέλλον της χώρας δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Το παιγνίδι δεν είναι στημένο. Η θαρραλέα επιλογή και η έγκαιρη δράση τώρα και χωρίς υπεκφυγές θα οικοδομήσουν για την Ελλάδα μια οριστική θέση στην Ευρώπη για τα επόμενα χρόνια. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 94% των Ελλήνων είναι περήφανοι που είναι Έλληνες. Ήρθε η ώρα των αποφάσεων και της δράσης που αξίζουν, συντηρούν και ενισχύουν αυτή την περηφάνια.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.