Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου
Εσπερίδα Νομικής σε συνεργασία με τον φοιτητικό Όμιλο EUC Law Society
«Επιλογή Καριέρας: Ο νέος νομικός μπροστά στις σύγχρονες προκλήσεις»
9 Μαΐου 2023
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Υπάρχουν πολλοί τρόποι να δει κανείς την Ευρώπη -ως ιστορία, ως πολιτισμό, ως χώρο αξιών ή ελευθερίας ή ανοικτών συνόρων, ως οικογένεια εθνών με διαφορετικές ιστορίες, γλώσσες και πολιτισμούς. Υπάρχουν και άλλοι τόσοι για να την χαρακτηρίσει – ως γραφειοκρατία των Βρυξελλών, ως εμπόδιο στην εθνική αυτοδιάθεση, ως εντολέα λιτότητας, ως ένωση συμφερόντων και κινδύνων. Η Ευρώπη δεν είναι τίποτε άλλο από ένα περίτεχνο οργανωτικό σύστημα οικονομικής και πολιτικής ένωσης των λαών, θεμελιωμένο με Συνθήκες, κοινές Πολιτικές και νομοθεσία που του προσέδωσαν την ικανότητα να αντιμετωπίζει πολύμορφες κρίσεις και προκλήσεις, με κύριο στόχο να εξασφαλίζει ειρήνη, σταθερότητα και ευημερία για τους πολίτες της. Και αυτό το πράττει με ένα πλήθος κοινών δράσεων που αποφασίζονται από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες μέσα από αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς,
Τι ήταν η Ευρώπη πριν τη διακήρυξη Schuman που αποτέλεσε το πολιτικό έναυσμα για την κατασκευή της; Ένας ερημωμένος σωρός ερειπίων που προκάλεσαν οι θηριωδίες του Β’ Π. Πολέμου. Μέσα από την ενοποιητική διαδικασία, την ολοκλήρωση δηλαδή του συστήματος, η Ευρώπη όχι μόνον πέτυχε τους παραπάνω στόχους, αλλά επεκτάθηκε γεωγραφικά και, σήμερα, αποτελεί μια ισχυρή παγκόσμια οικονομική δύναμη, με δυνητικά ενιαία πολιτική φωνή. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι αγνοούν τα επιτεύγματα αυτά, γιατί δεν έχουν μνήμες και βιώματα. Οι νέοι δεν έχουν μνήμες του πολέμου και θεωρούν δεδομένη την ειρήνη. Οι υπόλοιποι, ελάχιστα θυμούνται τους ελέγχους στα σύνορα, τους περιορισμούς στις μετακινήσεις, την εγκατάσταση και την εργασία, τους περιορισμούς στο συνάλλαγμα, τους δασμούς και τους φραγμούς που παρεμπόδιζαν το εμπόριο και τις επιλογές τους κ.λπ. Η άγνοια αυτή προκαλεί αδιαφορία ή και δυσπιστία απέναντι στην Ευρώπη και τους περίπλοκους, πράγματι, μηχανισμούς της. Σε αυτό βοηθούν τόσον οι Κυβερνήσεις -οι οποίες παρουσιάζουν ως δική τους μια κοινή πολιτική εφόσον είναι δημοφιλής, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καταλογίζουν την ευθύνη στις «Βρυξέλλες»- όσο και τα ΜΜΕ τα οποία ασκούν κριτική στους μηχανισμούς, αντί να αναφέρονται στις επιτυχίες της Ευρώπης. Έτσι όμως, η έλλειψη πληροφόρησης, μετατρέπεται σε παραπληροφόρηση.
Έχουν γίνει βέβαια και λάθη που απομάκρυναν την Ε.Ε. από τους πολίτες, για τα οποία σίγουρα δεν είναι υπόλογοι οι ιδρυτές της. Για τα λάθη αυτά φταίει το ημιτελές του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος, όπως είπε ο Giscard d’ Estaing. Και ως γνωστόν, στις Δημοκρατίες η ευθύνη ανήκει στις πολιτικές ηγεσίες. Όμως το εγχείρημα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς εκχώρηση εξουσιών. Όπως είπε ο Πρόεδρος Macron «για να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τις μεγάλες παγκόσμιες ανακατατάξεις θα πρέπει να επιτύχουμε μία μεγαλύτερη κυριαρχία από τη δική μας, η οποία θα λειτουργεί συμπληρωματικά: μία ευρωπαϊκή κυριαρχία»
Σήμερα, σ’ έναν κόσμο απρόβλεπτων παγκόσμιων απειλών, λιγότερο σταθερό, ασφαλή και ευημερή από αυτόν που έχουμε συνηθίσει, η Ε.Ε. αναζητά τον νέο εαυτό της. Τι πρέπει σίγουρα να κάνει; Να λαμβάνει ταχύτερες αποφάσεις. Να προλαμβάνει και να μην ενεργοποιείται κατόπιν των πιέσεων που ασκούν έκτακτα γεγονότα. Να αντιδρά ανάλογα με τη δυναμική των γεγονότων αυτών. Να θεσπίζει εργαλεία ανάλογα με τη φιλοδοξία των στόχων. Να μιλά με μια φωνή και να αναπτύσσει ενιαία δράση στην παγκόσμια σκηνή προκειμένου να μπορεί να επηρεάζει αποφασιστικά τα παγκόσμια πράγματα. Να μειώσει τον συγκεντρωτισμό και τη γραφειοκρατία. Να αυξήσει τη διαφάνεια στις ενέργειες της.
Για τους λόγους αυτούς πρέπει να επινοήσει και να ανοίξει νέους δρόμους.
Για να αντιμετωπίζει η Ε.Ε. παγκόσμιες προκλήσεις και να βρίσκει κοινές λύσεις, οι Συνθήκες (δηλαδή οι ηγέτες) έχουν παραχωρήσει στα θεσμικά της όργανα ξεχωριστές εξουσίες και αρμοδιότητες (νομοθετικές, εκτελεστικές, διοικητικές, πολιτικές και δικαστικές), που η άσκησή τους οδηγεί σε δεσμευτικές για τους αποδέκτες αποφάσεις. Ταυτόχρονα, έχει διαμορφωθεί ένα πλαίσιο ευρύτερης συνεργασίας σε τομείς που, παραδοσιακά, εμπίπτουν στην εθνική κυριαρχία (ασφάλεια και άμυνα, δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις, άσυλο).
Τα θεσμικά όργανα διακρίνονται σε κύρια και συμβουλευτικά ή επικουρικά. Κύρια Όργανα, είναι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο – εκπροσωπείται από τους αρχηγούς των κρατών-μελών και Κυβερνήσεων, το Συμβούλιο Υπουργών -εκπροσωπείται από τα κράτη-μέλη σε επίπεδο Υπουργών και υπερασπίζεται τα συμφέροντά τους, το δημοκρατικά εκλεγμένο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο – υπερασπίζεται τα συμφέροντα των πολιτών, η Επιτροπή – υπερασπίζεται το κοινό συμφέρον ως θεματοφύλακας των Συνθηκών με νομοθετικές και εκτελεστικές αρμοδιότητες, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο – διασφαλίζει την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου) και το Ελεγκτικό Συνέδριο -ελέγχει τη δημοσιονομική διαχείριση της Ε.Ε.. H E.Ε. λειτουργεί υπό ένα πρωτότυπο σύστημα με επίκεντρο το Επιτροπή, Συμβούλιο, Κοινοβούλιο – το λεγόμενο «θεσμικό τρίγωνο».
Τα Συμβουλευτικά Όργανα που εκπροσωπούν οικονομικά, κοινωνικά και περιφερειακά συμφέροντα στην Ε.Ε. είναι η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, η Επιτροπή Περιφερειών και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Τα όργανα αυτά διακρίνονται από τους χρηματοδοτικούς οργανισμούς όπως η ΕΤΕπ, η οποία διαθέτει δικά της.
Η νομοθετική διαδικασία έχει ως αφετηρία τις προτάσεις που η Επιτροπή διαμορφώνει με γνώμονα το κοινό συμφέρον, χρησιμοποιώντας μια «μέθοδο ανάλυσης του αντίκτυπου» κάθε προτεινόμενου μέτρου και με βάση τεχνικές και επιστημονικές εκτιμήσεις. Χάρη στη διαδικασία αυτή, τα συχνά συγκρουόμενα εθνικά συμφέροντα περνούν από τα φίλτρα τριών θεσμικών οργάνων που το καθένα υπερασπίζει διαφορετικά αλλά συμπληρωματικά συμφέροντα: της Επιτροπής, του Συμβουλίου, και του Κοινοβουλίου.
Για να επιτυγχάνει τους στόχους της, η Ε.Ε. διαθέτει τρία βασικά εργαλεία: Τους Ίδιους Πόρους, οι οποίοι ανακατανέμονται στα Κράτη-Μέλη και χρησιμεύουν στη χρηματοδότηση των διαφόρων κοινών πολιτικών, τον «Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό» (ΠΔΠ), προκειμένου να επιτυγχάνει τους πολιτικούς της στόχους εντός των ορίων των Ιδίων Πόρων, και τον ετήσιο προϋπολογισμό.
Ανάλογα με την πορεία της ολοκλήρωσης καθορίζονται και οι αρμοδιότητες της Ένωσης και σχεδιάζονται οι κοινές πολιτικές της. Οι αρμοδιότητες της Ένωσης διακρίνονται σε κατηγορίες: 1) αποκλειστικές αρμοδιότητες: π.χ. ανταγωνισμός, εμπορική πολιτική, νομισματική πολιτική, 2) συντρέχουσες αρμοδιότητες: π.χ. έρευνα, περιβάλλον, ενέργεια, μεταφορές, περιφερειακή πολιτική, Κοινή Γεωργική Πολιτική και Κοινή Αλιευτική Πολιτική, προστασία καταναλωτών, 3) υποστηρικτικές αρμοδιότητες: π.χ. βιομηχανία, υγεία, πολιτισμός, τουρισμός, παιδεία, αθλητισμός – η Ε.Ε. υποστηρίζει και συμπληρώνει τη δράση των κρατών-μελών στους τομείς αυτούς, 4) ειδικές αρμοδιότητες, όπου η Ε.Ε. διασφαλίζει το συντονισμό της ΚΕΠΠΑ και της πολιτικής απασχόλησης.
Οι συντρέχουσες αρμοδιότητες επιμερίζονται με βάση τρείς αρχές: της δοτής αρμοδιότητας, σύμφωνα με την οποία κάθε αρμοδιότητα που δεν απονέμεται στην Ε.Ε. ανήκει στα Κράτη-Μέλη, της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία η δράση της Ε.Ε. δεν υπερβαίνει τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί με τις Συνθήκες, και της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία η Ένωση παρεμβαίνει όπου οι στόχοι μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ε.Ε.
Οι Κοινές Πολιτικές θεμελιώνονται μέσω των Συνθηκών και, στη συνέχεια, αναπτύσσονται σταδιακά κτίζοντας το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Δεδομένου ότι οι Πολιτικές αυτές πρέπει να εξελίσσονται για να εξυπηρετούν τις αυξανόμενες ανάγκες και τα μεταλλασσόμενα συμφέροντα των Κρατών-Μελών, η εκάστοτε Συνθήκη η οποία τις σκιαγραφεί, πρέπει και αυτή να αναθεωρείται ανάλογα. Οι Κοινές Πολιτικές διακρίνονται σε δυο κατηγορίες: 1) οριζόντιες: π.χ. Κοινωνική, Φορολογική, Περιβαλλοντική, Περιφερειακή και Πολιτική Ανταγωνισμού και 2) τομεακές: π.χ. Βιομηχανική Πολιτική, Έρευνα και Ανάπτυξη, Ενεργειακή, Μεταφορές, ΚΓΠ και ΚΑλΠ. Καθώς μια κοινή πολιτική αναπτύσσεται, η ευρωπαϊκή της διάσταση μεγαλώνει εις βάρος της εθνικής.
Η ενοποίηση της Ευρώπης, η “ολοκλήρωση” όπως είναι γνωστή, καθορίζεται μέσα από μια δυναμική διαδικασία πολιτικών αποφάσεων που λαμβάνουν οι ηγέτες της. Αυτοί αποφασίζουν εάν θα μεταβιβάσουν ή όχι ένα μέρος της εθνικής κυριαρχίας στο υπερεθνικό επίπεδο της Ε.Ε. και αυτοί θέτουν σε μια Συνθήκη τους κύριους στόχους και τις κοινές πολιτικές που είναι αναγκαίες για να τους επιτύχουν. Η πορεία της ολοκλήρωσης, το “κεκτημένο” όπως είναι γνωστό, είναι δυναμική, δηλαδή ωριμάζει σταδιακά και διακρίνεται σε 4 κύρια στάδια: την Τελωνειακή Ένωση, την Κοινή Αγορά ή Ενιαία Αγορά, την Οικονομική και Νομισματική Ένωση και την Πολιτική Ένωση.
Η υπέρβαση των εμποδίων κατά τη μετάβαση από το ένα στο άλλο στάδιο, οφείλεται στη δύναμη των δεσμών που δημιουργήθηκαν μεταξύ των Κρατών-Μελών με τη λεγόμενη «Κοινοτική μέθοδο», δηλαδή τη μέθοδο οικοδόμησης της Ε.Ε. με αργά και σταθερά βήματα και με πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονταν κατά πλειοψηφία.
Η ολοκλήρωση, ξεκίνησε με την οικονομική της πτυχή. Στην αρχή με την Τελωνειακή Ένωση και την κατάργηση των τελωνειακών δασμών. Τότε, οι μεταβολές των συναλλαγματικών τιμών ήταν δυνατές και, μέχρι ένα σημείο, επιθυμητές από τα Κ-Μ για λόγους προσαρμογής στις νέες συνθήκες του ανταγωνισμού. Στη συνέχεια, με την Κοινή Αγορά (Ενιαία Αγορά) και την κατάργηση των περιορισμών της ελεύθερης κυκλοφορίας όλων των συντελεστών παραγωγής. Γι’ αυτό άλλωστε καθιερώθηκαν οι τέσσερις βασικές ελευθερίες της ΕΕ: η ελευθερία κυκλοφορίας των αγαθών, η ελευθερία κυκλοφορίας των εργαζομένων, η ελευθερία εγκατάστασης προσώπων και εταιρειών και, τέλος, η ελευθερία διακίνησης κεφαλαίων. Κατόπιν, ακολούθησε η ΟΝΕ.
Μια Ενιαία Αγορά χωρίς ενιαίο νόμισμα είναι απολύτως εκτεθειμένη σε νομισματικούς και οικονομικούς κινδύνους. Μια μεταβολή των ισοτιμιών μπορεί να μεταβάλλει την ισορροπία μεταξύ επιχειρήσεων και την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Το σκεπτικό ήταν απλό. Σε μια Ενιαία Αγορά πρέπει να ισχύουν ίσοι όροι ανταγωνισμού. Όμως, η υποτίμηση του νομίσματος ενός Κ-Μ μπορούσε να προσδώσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις του, ενώ η ανατίμηση του νομίσματος ενός άλλου Κ-Μ, μπορούσε να περιορίσει τις εξαγωγές του. Στην πράξη, η υποτίμηση είχε αποτελέσματα ισοδύναμα με την επιβολή δασμών στις εισαγωγές ή την επιδότηση των εξαγωγών. Αντίστροφα, η υπερτίμηση περιόριζε τις εξαγωγές και ενθάρρυνε τις εισαγωγές. Συνεπώς, το ενιαίο νόμισμα εγγυάται την καλή λειτουργία της Εσωτερικής Αγοράς αλλά και τη σταθερότητα του μακροοικονομικού περιβάλλοντος για τις επιχειρήσεις, και τους καταναλωτές, ενώ ενίσχυσε τους δεσμούς μεταξύ των εθνικών οικονομιών και την ανάγκη περαιτέρω συνεργασίας και σύγκλισης. Η λειτουργία της Ενιαίας Αγοράς εξασφαλίστηκε επίσης με την εναρμόνιση των πολιτικών αλλά και με την προσπάθεια σύγκλισης των εθνικών οικονομιών και οικονομικής στήριξης των ασθενών μέσω προγραμμάτων συνοχής.
Η Συνθήκη του Μάαστριχτ (1991) με την οποία η ΕΟΚ εξελίχθηκε σε Κοινότητα (ΣΕΚ), έθεσε νέους στόχους, για την ΟΝΕ και την κοινωνική προστασία. Η Ευρωζώνη, ολοκληρώθηκε μέσω ενισχυμένων πολιτικών για τον χρηματοπιστωτικό, τον δημοσιονομικό και τον οικονομικό τομέα. Παράλληλα, αυξήθηκε η νομιμοποίηση και η δημοκρατική ευθύνη για τις πολιτικές αυτές. Η ολοκλήρωση συνεχίστηκε με την πολιτική της πτυχή, που ήταν το φυσικό επακόλουθο της πλήρους κατάργησης των φυσικών και των οικονομικών συνόρων.
Ταυτόχρονα με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1991), μια νέα Συνθήκη (ΣΕΕ) περιέγραψε τους στόχους της Πολιτικής Ένωσης η οποία έχει δυο πτυχές: τις εσωτερικές και τις εξωτερικές πολιτικές υποθέσεις. Ο διαμελισμός αυτός οφείλεται στις αντιδράσεις των ευρωσκεπτικιστών, στις οποίες προσέκρουσε το εγχείρημα. Έτσι, ως συμβιβαστική λύση αποφασίστηκε η τριχοτόμηση της Ευρώπης σε τρεις πυλώνες:
Ο πρώτος πυλώνας τον οποίο κατέλαβε η Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΣΕΚ) ρύθμιζε τα τρία πρώτα στάδια της ολοκλήρωσης: την Τελωνειακή Ένωση, την Εσωτερική Αγορά και την ΟΝΕ με την «Κοινοτική μέθοδο λήψης αποφάσεων», δηλαδή με πολιτικές αποφάσεις που θα λαμβάνονταν κατά πλειοψηφία.
Ο δεύτερος πυλώνας, αφορούσε στην Κοινή Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ). Η ΚΕΠΠΑ χαράσσεται και υλοποιείται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο, τα οποία αποφασίζουν με ομοφωνία. Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ), αναπόσπαστο στοιχείο της ΚΕΠΠΑ, στοχεύει στη σταδιακή ανάπτυξη των απαραίτητων στρατιωτικών και μη στρατιωτικών δυνατοτήτων της Ε.Ε., ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται κατά τρόπο ολοκληρωμένο στη διαχείριση κρίσεων σε τρίτες χώρες στο πλαίσιο του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Οι δυνατότητες αυτές συγκροτούνται από συνεισφορές των κρατών μελών.
Ο τρίτος πυλώνας αφορούσε στην Δικαιοσύνη και Εσωτερικές Υποθέσεις όπου εντάχθηκαν η ελεύθερη κυκλοφορία, η κοινή μεταναστευτική πολιτική και η κοινή προστασία των εξωτερικών συνόρων.
Η ΣΕΕ μαζί με τον δεύτερο και τον τρίτο πυλώνα προορίζονταν να κατευθύνουν και να ρυθμίζουν το στάδιο της Πολιτικής Ένωσης, με τη μέθοδο της Διακυβερνητικής Συνεργασίας που απαιτεί ομοφωνία για λήψη των αποφάσεων. Συνεπώς, οποιοδήποτε Κ-Μ μπορούσε να εμποδίσει μια κοινή ενέργεια.
Όμως έτσι ήταν αδύνατον να εξασφαλιστεί πρόοδος. Γι’ αυτό, με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997), αναθεωρήθηκε η ΣΕΕ ώστε το μεγαλύτερο μέρος του τρίτου πυλώνα (ιδίως η ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, το άσυλο, η μετανάστευση, τα εξωτερικά σύνορα και η δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις) να τεθεί υπό τη σκέπη της ΕΚ, και επομένως οι πολιτικές αποφάσεις να λαμβάνονται κατά πλειοψηφία.
Ακολούθησε η Συνθήκη της Νίκαιας (2001) η οποία προετοίμασε την επερχόμενη διεύρυνση προς τα ανατολικά, η οποία, όμως, προσέθεσε ιδιαίτερη πολυπλοκότητα. Και μετά, η Συνθήκη της Λισαβόνας (2007) με την οποία καταργήθηκαν οι τρείς πυλώνες και ο όρος ΕΚ αντικαταστάθηκε από τον όρο Ε.Ε. Η Συνθήκη αντικατέστησε τις έννοιες «Κοινή Αγορά» και «Ενιαία Αγορά» με την «Εσωτερική Αγορά», η οποία, κατά τη Συνθήκη, «περιλαμβάνει ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων..».
Η Συνθήκη αποτελείτο από δύο χωριστές ισότιμες νομικά Συνθήκες πάνω στις οποίες βασίζεται η Ε.Ε.: 1) τη Συνθήκη για την ΕΕ (ΣΕΕ) η οποία περιλαμβάνει τις θεμελιώδεις διατάξεις -τις αξίες, τους σκοπούς, τις θεσμικές διατάξεις- καθώς και διατάξεις για την ΚΕΠΠΑ και 2) τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της ΕΕ ή ΣΛΕΕ -μετονομασία της ΣΕΚ, η οποία περιλαμβάνει διατάξεις και λεπτομέρειες εφαρμογής για τη λειτουργία της Ε.Ε. και για τις πολιτικές της.
Η Συνθήκη έδωσε νομική προσωπικότητα στην Ε.Ε. προκειμένου να εκπροσωπεί όλα τα Κράτη-Μέλη, να υπογράφει διεθνείς Συνθήκες, να προσχωρεί σε οργανισμούς κ.λπ. Ταυτόχρονα, εισήγαγε διατάξεις για το σεβασμό της εθνικής ταυτότητας, το δικαίωμα αποχώρησης από την Ε.Ε., τη ρήτρα αλληλεγγύης, την εκλογή του Προέδρου της Επιτροπής από το ΕΚ, τη θέσπιση θέσης Ύπατου Εκπροσώπου για την ΚΕΠΠΑ, την παροχή της δυνατότητας ανάληψης πρωτοβουλίας στους πολίτες, το ΧΘΔ του ανθρώπου και την ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού και των Εθνικών Κοινοβουλίων.
Η πτυχή της Εσωτερικής Πολιτικής (ΔΕΥ) έχει προχωρήσει, αλλά εκείνη της Εξωτερικής Πολιτικής, η οποία απαιτεί Διακυβερνητική Συνεργασία, δηλαδή ομόφωνες αποφάσεις, όχι. Όμως, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν κρίνεται από μια ενδιάμεση φάση στην πορεία της. Μετά την κρίση στην Ουκρανία οι πιθανότητες αυξάνονται. Η εξελικτική διαδικασία της ολοκλήρωσης είναι μια διεργασία δυναμική και το αποτέλεσμά της συν-διαμορφώνεται από πολιτικές επιλογές και αποφάσεις που λαμβάνονται κάθε στιγμή από διαφορετικές πολιτικές ηγεσίες. Η Ε.Ε. θα επιτύχει την αποστολή της αν επιταχύνει την ολοκλήρωση. Δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική.
Ολοκληρώνω επιχειρώντας μια ομαδοποίηση των προβλημάτων και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει σήμερα η Ε.Ε.
Η δημοσιονομική πολιτική και τα εργαλεία. Ο περιορισμός της δημοσιονομικής πολιτικής έφερε μικρή ανάκαμψη της παραγωγής, αλλά όχι ανάπτυξη στα επίπεδα των άλλων βιομηχανικών χωρών. Από την άλλη, η κρίση της Ευρωζώνης και η επικράτηση της διαχείρισης σε βάρος της πολιτικής, διαίρεσαν την Ε.Ε. σε οφειλέτες και πιστωτές, ενώ δημιούργησαν απόσταση μεταξύ των θεσμών και των πολιτών. Επιπλέον, εργαλεία όπως ο προϋπολογισμός, τα στρατηγικά σχέδια, η ΕΚΤ δεν έπαιξαν τον αναπτυξιακό ρόλο που μπορούσαν να παίξουν, ή ενεργοποιήθηκαν εκ των υστέρων, κατόπιν των πιέσεων που ασκήθηκαν από έκτακτα γεγονότα.
Η ασφάλεια, η διεθνής αβεβαιότητα και η επιδείνωση του περιφερειακού περιβάλλοντος. Η Ε.Ε. αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα ασφάλειας στο νότο (θρησκευτικός φανατισμός) και στην ανατολή (Ρωσία) καθώς και σοβαρές αναταραχές στην περιφέρειά της, με αποτυχημένα κράτη (Λιβύη, Συρία, Υεμένη, υποσαχάρια Αφρική) να δημιουργούν εξτρεμιστικά κινήματα και ρεύματα προσφύγων.
Το άσυλο (προσφυγικό – μεταναστευτικό). Δοκίμασε τις αντοχές πολιτών και κυβερνήσεων (οικονομικές επιπτώσεις στις χώρες υποδοχής) και της ίδιας της Ε.Ε. ως χώρου ασφάλειας και προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η υπερ-διεύρυνση. Η Ε.Ε.-27 παραλύει από την ανάγκη επίτευξης ομοφωνίας πριν τη λήψη σημαντικών αποφάσεων, ενώ κατέστη πιο ετερογενής, πιο δυσκίνητη και πιο διχασμένη.
Η δημογραφική κρίση.
Η ενεργειακή κρίση.
Η κλιματική κρίση.
Η πολιτική αξιοποίηση των προηγούμενων προβλημάτων από τα άκρα του πολιτικού φάσματος. Ο «ευρωσκεπτικισμός» ως ιδεολογική βάση για τα κόμματα των άκρων, ευνοεί το λαϊκισμό και εξασθενεί τη δημοκρατία. Ο άνθρωπος χωρίς πραγματική γνώση, πιστεύει στα εύκολα συνθήματα – διατήρηση εθνικής ταυτότητας, απώλεια εθνικής κυριαρχίας, φόβος οικονομικής ανέχειας, ενώ σχηματίζει ψευδή αντίληψη για τον κόσμο που τον περιβάλλει με τη συνταγή της υπεραπλούστευσης, της απόκρυψης δεδομένων, της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας και της πρόκλησης φόβου.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.