Ημερίδα Money Show
«Κλιματική και ενεργειακή κρίση: Αποτελέσματα και νέες προκλήσεις»
5 Νοεμβρίου 2022
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: «Η οικονομία πληγώθηκε, ας πεθάνει», ήταν ένα από τα συνθήματα του «Μάη του 68». «Καταναλώστε λιγότερο, ζήστε περισσότερο» ήταν ένα άλλο. Αυτά τα ευρηματικά συνθήματα περιέγραψαν την αμφισβήτηση της «κοινωνίας της κατανάλωσης» και τη νέα αντίληψη για την οικονομία και τη ζωή, η οποία απαιτούσε ριζικές αλλαγές στις ανθρώπινες δραστηριότητες: τη διατροφή, τη διαχείριση των φυσικών πόρων, τη δόμηση, τη χωροθέτηση, τις υποδομές, την παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας. Όμως οι ριζικές αλλαγές είτε δεν έγιναν, είτε άργησαν να γίνουν. Ιδίως στον ενεργειακό τομέα. Κάποια στιγμή, το 1973, η διεθνής ζήτηση πετρελαίου άρχισε να αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά, με αποτέλεσμα το «πάνω χέρι» να περάσει από τους Ευρωπαίους αγοραστές στους Άραβες πωλητές. Αμέσως ξέσπασε η πρώτη μεγάλη ενεργειακή κρίση με επακόλουθο την εκτίναξη της τιμής του αργού πετρελαίου. Η κρίση αυτή βρήκε την Ευρώπη απροετοίμαστη -χωρίς αποθέματα αν και ήταν υποχρεωτικό- ενώ ανέδειξε την ευπάθειά της λόγω της ενεργειακής της εξάρτησης από το Αραβικό πετρέλαιο.
Ως ενεργειακή κρίση ορίστηκε λοιπόν η έλλειψη προσφοράς ενέργειας, είτε λόγω ανεπάρκειας ενεργειακών πόρων, είτε λόγω αυξημένης ζήτησης, με επακόλουθο την αύξηση των τιμών της ενέργειας. Η αύξηση αυτή συμπιέζει το κόστος παραγωγής, την κερδοφορία και τις επενδύσεις των επιχειρήσεων, εξασθενεί την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και επιβαρύνει τα δημόσια ταμεία που υποχρεώνονται να τα στηρίζουν. Η κρίση του 73’ ονομάστηκε «Ευρωμαρασμός» επειδή βύθισε την Ευρώπη σε βαθιά ύφεση.
Το 1979, η Ευρώπη υπέστη τις συνέπειες μιας δεύτερης πετρελαϊκής κρίσης για τους ίδιους περίπου λόγους. Οι πάντες άρχισαν να συνειδητοποιούν τις επιπτώσεις της εξάρτησης από την παραγωγή, την προμήθεια και τη διαμετακόμιση του πετρελαίου στην οικονομία, όχι όμως και της χρήσης του στο περιβάλλον. Ήδη όμως από το 1980 ακραία καιρικά φαινόμενα είχαν αρχίσει να γίνονται πιο συχνά. Έτσι, το 1987, είκοσι σχεδόν χρόνια από τον «Μάη του 1968», ο ΟΗΕ όρισε την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης ως «μια ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος χωρίς να διακυβεύει τη δυνατότητα των μελλοντικών γενιών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες».
Η κλιματική αλλαγή, δηλαδή η απορρύθμιση του καιρού ήταν η αφορμή. Η απορρύθμιση αυτή εκδηλώνεται με την άνοδο της μέσης θερμοκρασίας στον πλανήτη και προκαλεί τα ακραία αυτά φαινόμενα, όπως η αλλαγή στα οικοσυστήματα, το λιώσιμο των πάγων και η άνοδος της στάθμης των θαλασσών, η λειψυδρία, οι απότομες θερμοκρασιακές μεταβολές, ακόμα και η «μετακίνηση των εποχών». Την απορρύθμιση του κλίματος προκαλούν σε μεγάλο βαθμό οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων ρύπων κυρίως από τη χρήση ορυκτών καυσίμων και των παραγώγων τους στη βιομηχανία, στις μεταφορές και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Συγκεκριμένα λιγνίτη, λιθάνθρακα, ανθρακίτη και υδρογονανθράκων δηλαδή πετρελαίου και φυσικού ορυκτού αερίου.
Το 80% των εκπομπών αυτών οφείλεται στην ανθρώπινη δραστηριότητα ενός μικρού αριθμού κρατών -G20- η οποία ωστόσο πλήττει όλα τα κράτη υπό δυο μορφές: των φυσικών καταστροφών και του οικονομικού κόστους, αφενός για την αποκατάσταση των ζημιών, και, αφετέρου για το επιπλέον κόστος που προκαλεί κάθε αλλαγή της θερμοκρασίας στην αλυσίδα παραγωγής, μεταφοράς και κατανάλωσης αγαθών.
Ως κλιματική κρίση ορίστηκε η κατάσταση κατά την οποία απαιτείται η λήψη μέτρων σε παγκόσμιο επίπεδο για την περιορισμό της κλιματικής αλλαγής. Όμως, ενώ σήμερα διαβιούμε υπό συνθήκες κλιματικής κρίσης, ενώ γνωρίζουμε που οφείλεται, ενώ είμαστε πιο ευαίσθητοι και κατανοούμε καλύτερα τη σύνδεση της κλιματικής αλλαγής με το περιβάλλον και την οικονομία, η κρίση επιδεινώνεται. Αυτό συμβαίνει για τρεις κυρίως λόγους: 1) διότι οι συμβιβασμοί ως προς τη λήψη μέτρων σε παγκόσμιο επίπεδο είναι -και μάλλον θα παραμείνουν- κατώτεροι των απαιτήσεων που είναι πολλαπλάσιες των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει τα κράτη του ΟΗΕ, 2) διότι η παγκόσμια προσφορά καθαρής ενέργειας είναι ελλειμματική, ενώ η ζήτηση ορυκτής ενέργειας αυξάνεται διαρκώς ιδίως στην Ασία, αλλά και στην αναδυόμενη Αφρική, και 3) διότι υπάρχει δυσπιστία ως την πράσινη ενέργεια – κατάσταση που θυμίζει τη στάση μερίδας της κοινωνίας απέναντι στα εμβόλια κατά της Covid-19 .
Το 1991, αμέσως μετά τη λήξη του ψυχρού πολέμου, όταν έλαβε χώρα στο Ρίο ο κυριότερος συμβιβασμός με τη «Σύμβαση-Πλαίσιο για την κλιματική αλλαγή», η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης “μεταβιβάστηκε” από τις Αραβικές χώρες στη Ρωσία. Τότε, Ευρωπαϊκή Ένωση, ΗΠΑ, Καναδάς και Ιαπωνία υπέγραψαν τον «Ευρωπαϊκό Χάρτη Ενέργειας» ο οποίος έδειξε τους δεσμούς συμπληρωματικότητας μεταξύ της Δυτικής Ευρώπης, η οποία διαθέτει την τεχνογνωσία και τις τεχνολογίες, και τρίτων χωρών όπως η Ρωσία, οι οποίες διαθέτουν ενεργειακούς πόρους.
Λίγο αργότερα, το 1994, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε να εφαρμόσει τον Χάρτη αυτόν θεσπίζοντας τη «Συνθήκη για τον Ευρωπαϊκό Ενεργειακό Χάρτη» με αντικείμενο τη διαμετακόμιση ενέργειας μεταξύ Ανατολής και Δύσης, τις συναλλαγές, τις επενδύσεις και τη συνεργασία, με στόχο τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού, και επομένως τη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από τις πηγές της Μέσης Ανατολής.
Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν το 1996, όταν ξεκίνησε μια προσπάθεια σταδιακής μετατροπής της Ευρώπης από καταναλωτή ενέργειας, σε παραγωγό ενέργειας, κυρίως με το «1ο Ενεργειακό Πακέτο Απελευθέρωσης των αγορών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου» και, αργότερα, με μια σειρά συστημικών μέτρων για τον περιορισμό της χρήσης άνθρακα. Αμέσως άρχισαν και οι ιδιωτικοποιήσεις κρατικών εταιρειών. Έως τότε την ενέργεια προμήθευαν μονοπωλιακά οι κρατικές εταιρίες οι οποίες είχαν την ευθύνη σχεδιασμού και εκτέλεσης των έργων παραγωγής, μεταφοράς και διανομής της ενέργειας. Με την απελευθέρωση των αγορών ενισχύθηκε η ενεργειακή ασφάλεια, αφού, μακροπρόθεσμα, οι τιμές σταθεροποιήθηκαν σε ανταγωνιστικά επίπεδα, ενώ οι ενεργειακές υποδομές βελτιώθηκαν με ιδιωτική χρηματοδότηση. Το ίδιο συνέβη και με τα δημόσια οικονομικά, αφού, πλέον, τους επιχειρηματικούς κινδύνους των αναγκαίων επενδύσεων τους αναλάμβαναν οι ιδιώτες και όχι οι φορολογούμενοι, όπως συμβαίνει σε κάθε μονοπωλιακό καθεστώς. Οι επενδύσεις αυτές αφορούσαν κυρίως το σκέλος της παραγωγής ενέργειας. Πρακτικά, οι επενδυτές προσδιόριζαν το ενεργειακό μίγμα, έχοντας συνεκτιμήσει το επενδυτικό περιβάλλον που προσφέρει κάθε χώρα.
Το 2007, ήρθε η Συνθήκη της Λισαβόνας για να βάλει τα θεμέλια μιας Κοινής Ενεργειακής Πολιτικής, όπως αυτή εκφράστηκε για πρώτη φορά το 1951 με την Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, την ΕΚΑΧ, και το 1957 με την Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, την Ευρατόμ. Δεν είναι τυχαίο ότι δυο στις τρεις ιδρυτικές συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφορούσαν στον τομέα της ενέργειας. Έτσι, η Ένωση απέκτησε αυξημένες εξουσίες και, πλέον, τον πρώτο λόγο για τη ρύθμιση των ενεργειακών θεμάτων με στόχο την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και ιδίως: 1) την απελευθέρωση και ολοκλήρωση των αγορών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, 2) την επάρκεια εγχώριων πόρων που μπορούν να είναι εκμεταλλεύσιμοι σε συνθήκες οικονομικά παραδεκτές, καθώς και 3) την προσφυγή σε εξωτερικές πηγές, διαφοροποιημένες και σταθερές. Ένα χρόνο μετά, η Ένωση έθεσε για πρώτη φορά συγκεκριμένους στόχους για την ασφάλεια του ενεργειακού της εφοδιασμού: 1) την διαφοροποίηση των πηγών, των προμηθευτών και των οδεύσεων ενέργειας, μέσα από μια πλήρως ενοποιημένη εσωτερική αγορά, όπου η ενέργεια θα ρέει ελεύθερα δια των κατάλληλων υποδομών και χωρίς τεχνικούς ή κανονιστικούς φραγμούς και 2) την προώθηση της ΕΤΑΚ σε τομείς όπως η Ορθολογική Χρήση και η Εξοικονόμηση της Ενέργειας, παράλληλα με προσπάθειες καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής με την προώθηση των ΑΠΕ και τον περιορισμό της εκπομπής των αερίων του θερμοκηπίου.
Στην περίπτωση των αγορών φυσικού αερίου που σήμερα μας απασχολούν ιδιαίτερα, η κατασκευή σταθμών LNG στην Ευρώπη και η ανάπτυξη της spot αγοράς έδωσαν μεγάλη ώθηση στην απελευθέρωση. Αμέσως αναπτύχθηκαν διάφοροι κόμβοι διαπραγμάτευσης των τιμών της αγοράς αυτής, όπως ο γνωστός Ολλανδικός (Title Transfer Facility, TTF), όπου εντάχθηκε προς διαπραγμάτευση και το αέριο που μεταφέρεται με αγωγούς. Έτσι το αέριο έγινε χρηματιστηριακό είδος, όπως το πετρέλαιο, με την τιμή του να την διαμορφώνουν πλέον οι παραγωγοί και οι αγοραστές και η ψυχολογία και, ενίοτε, να την χειραγωγούν οι πωλητές. Ωστόσο, η σημερινή αύξηση των τιμών της ενέργειας ελάχιστα οφείλεται στον παραπάνω μετασχηματισμό της αγοράς αερίου. Οφείλεται κυρίως στην «επανεκκίνηση» της διεθνούς οικονομίας μετά την πανδημία, στην αδυναμία της παραγωγής ΑΠΕ, αλλά και πυρηνικής και υδροηλεκτρικής ενέργειας λόγω της ανομβρίας των τελευταίων μηνών, στον πόλεμο στην Ουκρανία και στις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Η ενεργειακή εξάρτηση της Ένωσης από τη Ρωσία την άφησε στρατηγικά εκτεθειμένη σε όλα αυτά. Συνεπώς, η Ένωση, βλέποντας και τις πολιτικές και γεωπολιτικές διαστάσεις που προσέδωσε ο πόλεμος στην Ουκρανία στον ενεργειακό τομέα, πήρε τον μονόδρομο της στρατηγικής ενεργειακής της αυτονομίας από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες, γνωρίζοντας ότι βραχυπρόθεσμα τα απαραίτητα φορτία βάσης θα τα εξασφαλίσουν οι θερμικές μονάδες συμβατικών καυσίμων, εγχώριων και εισαγόμενων.
Η πρόσφατη συμφωνία για την υιοθέτηση ενός μηχανισμού ελέγχου των τιμών ήρθε με μεγάλη καθυστέρηση. Δεν ήταν όμως αυτή η συμφωνία που οδήγησε στην πρόσφατη αποκλιμάκωσή τους. Αυτή οφείλεται στις προσπάθειες εναλλακτικών εισαγωγών ενεργειακών πόρων, στις ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες και στην συνεπακόλουθη μείωση της ζήτησης, στην προσωρινή επάρκεια αποθεμάτων σε LNG και στην οριζόντια εξοικονόμηση ενέργειας η οποία προέκυψε λόγω διακοπής της παραγωγής πολλών ευρωπαϊκών βιομηχανιών και βιοτεχνιών. Πρόσφατα, το είδα με τα μάτια μου στο Murano. Η αναστάτωση αυτή έχει ένα βαρύ τίμημα: τον κίνδυνο αποβιομηχάνισης, αφού οι βιομηχανίες μεταναστεύουν συχνά στις ΗΠΑ, όπου υπάρχει άφθονη φθηνή των σχιστολιθικών υδρογονανθράκων, ή στην Κίνα ή σε άλλες ασιατικές οικονομίες, όπου και πάλι είναι πολύ χαμηλότερο το κόστος της παραγωγής.
Πάντως η μεγαλύτερη πρόκληση σήμερα, πιο μεγάλη ίσως και από τις διακυμάνσεις των τιμών, είναι η εξασφάλιση σταθερότητας στη ροή ενέργειας και η επάρκεια των ενεργειακών πόρων.
Είναι γεγονός ότι οι ΑΠΕ εξασφαλίζουν επάρκεια προσφοράς ενέργειας, αντιμετωπίζουν την αστάθεια των τιμών ορυκτών καυσίμων, συμβάλλουν στη βιώσιμη ανάπτυξη και την τεχνολογική πρόοδο. Ωστόσο, αναπτύσσονται αργά σε σχέση με τους ρυθμούς που απαιτούνται προκειμένου να περιορισθούν οι ανάγκες σε φυσικό αέριο, ενώ απαιτούν ένα βέλτιστο μίγμα συμβατικών σταθμών, ευέλικτων με καθημερινή σβέση-εκκίνηση. Γι’ αυτό και εκτός από την αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ, το υφιστάμενο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) περιλαμβάνει και 2,1 GW νέων μονάδων ορυκτού αερίου. Να σημειώσω ότι ο ΑΔΜΗΕ στη μελέτη επάρκειας ισχύος που εκπόνησε σε συνέχεια του ΕΣΕΚ, προτείνει την κατασκευή τριών νέων μονάδων ορυκτού αερίου ισχύος 2,3 GW ως το 2030.
Είναι επίσης γεγονός ότι η μετάβαση στις ΑΠΕ απαιτεί τεράστιες επενδύσεις οι οποίες δεν πραγματοποιούνται. Σύμφωνα με το IRENA/ International Renewable Energies Association, οι επενδύσεις για την πράσινη ενεργειακή μετάβαση -από τα ορυκτά καύσιμα στις ΑΠΕ- πρέπει να αυξηθούν κατά 30% και να φτάσουν στο δυσθεώρητο ποσό των 131 τρις δολαρίων μέχρι το 2050. Οι επενδύσεις σε δίκτυα παίζουν κύριο ρόλο. Αύξηση των επενδύσεων σε δίκτυα σημαίνει αύξηση ηλεκτρικού χώρου και ένταξη τόσο των νέων επενδύσεων σε ΑΠΕ, όσο και των Συστημάτων Αποθήκευσης Ενέργειας. Να σημειώσω εδώ ότι τα επενδυτικά σχέδια του ΑΔΜΗΕ και του ΔΕΔΔΗΕ για την επόμενη πενταετία για τα δίκτυα υψηλής, μέσης και χαμηλής τάσης είναι της τάξης των 5 δισ. ευρώ.
Επειδή η παραγωγή ΑΠΕ δεν είναι σταθερή λόγω της μεταβλητότητας και της εποχικότητας των καιρικών συνθηκών, απαιτούνται συστήματα αποθήκευσης ενέργειας. Η αποθήκευση εξασφαλίζει την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ, τη διαχείριση της πλεονασματικής παραγωγής τους και ρυθμίζει τον ετεροχρονισμό της ως προς τη ζήτηση, την ευστάθεια του συστήματος και την αποσυμφόρηση των κορεσμένων δικτύων. Ωστόσο, οι τεχνολογίες αποθήκευσης δεν είναι ακόμα ώριμες, πλην των συσσωρευτών, οι οποίοι αποθηκεύουν ενέργεια σε χημική μορφή και τη μετατρέπουν σε ηλεκτρισμό.
Έτσι, το φυσικό αέριο, θα συνεχίσει για 30 χρόνια να είναι βασικό μεταβατικό καύσιμο.
Αυτές είναι οι αιτίες που τροφοδοτούν τις εκτιμήσεις για αυξημένο κόστος ενέργειας τα επόμενα χρόνια. Πάντως, εάν το κόστος της ενέργειας παραμείνει υψηλό, η Ευρώπη κινδυνεύει με αποβιομηχάνιση. Το πρόβλημα είναι οξύτερο για τις βιομηχανίες εντάσεως ενέργειας όπως οι μονάδες παραγωγής χημικών -φέτος για πρώτη φορά η Ευρώπη εισήγαγε περισσότερα χημικά από όσα εξήγαγε, ή οι μονάδες αλουμινίου -ήδη η παραγωγή πρωτογενούς αλουμινίου έχει μειωθεί στο ήμισυ. Αυτό σημαίνει πως η Ευρώπη κινδυνεύει από ελλείψεις βιομηχανικών μετάλλων και πρώτων υλών που είναι αναγκαίες για την υλοποίηση άλλων πολιτικών της όπως η παραγωγή ηλεκτροκίνητων οχημάτων, υποδομών για ΑΠΕ και προϊόντων υψηλής τεχνολογίας.
Ας δούμε που μπαίνει η βιωσιμότητα σε όλα αυτά.
Το 2001, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υιοθέτησε τη στρατηγική βιώσιμης ανάπτυξης με έμφαση στον περιορισμό της κλιματικής αλλαγής και την αύξηση της χρήσης καθαρών πηγών ενέργειας.
Το 2012, η Ένωση ενέταξε στις Συνθήκες τη λήψη μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος κατά την εκτέλεση κάθε οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας.
Το 2015, ο ΟΗΕ υιοθέτησε την «Ατζέντα 2030» μαζί με 17 Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης (SDGs), ενώ με τη Συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή, συμφωνήθηκε να συγκρατηθεί η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη αρκετά κάτω από τους 2°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα και να συνεχιστούν οι προσπάθειες περιορισμού στον 1,5°C.
Το 2019, στο πλαίσιο της Συμφωνίας των Παρισίων, η ΕΕ, έχοντας συνυπογράψει πλήθος διεθνών συμφωνιών για την καταπολέμηση της κλιματικής κρίσης, αποφάσισε να ευθυγραμμίσει την οικονομική ανάπτυξη με την κλιματική ουδετερότητα και δεσμεύτηκε να περιορίσει τις εκπομπές άνθρακα κατά 40% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990 έως το 2030, και να τις μηδενίσει έως το 2050, με την υιοθέτηση μιας ισχυρής δέσμης πολιτικών και μέτρων απεγκλωβισμού από τον άνθρακα, διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος και παραγωγικής αναδιάρθρωσης των επηρεαζόμενων περιοχών.
Οι διεθνείς εμπειρογνώμονες αναφέρουν ότι η επίτευξη του στόχου για μηδενικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050, σημαίνει τουλάχιστον 1 τρις δολάρια σε δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις κατ’ έτος.
Ακολούθως, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάρτισε μια στρατηγική για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής με στόχο τον ισοσκελισμό των ανθρωπογενών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και των απορροφήσεών τους από φυσικά οικοσυστήματα.
Η στρατηγική αυτή αποτυπώθηκε στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία για τον βαθύ μετασχηματισμό της οικονομίας, με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Η Συμφωνία 1) αναγνωρίζει την ανάγκη για οικονομική αποδοτικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη της μετάβασης, 2) παρουσιάζει έναν αρχικό χάρτη πορείας πολιτικών και μέτρων για την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης υπό συνθήκες κλιματικής ουδετερότητας και 3) προωθεί την ενοποίηση του ενεργειακού της συστήματος με προμετωπίδα την ενεργειακή αποδοτικότητα, τον ευρύτερο εξηλεκτρισμό τομέων της τελικής κατανάλωσης και την προώθηση του υδρογόνου ως καυσίμου της νέας εποχής, υπό την προϋπόθεση ότι θα ενισχυθεί η έρευνα και θα στηριχθούν οι αναγκαίες υποδομές για την ένταξή του στην παραγωγή, την μεταφορά και τη διανομή ενέργειας.
Στις αρχές του 2020, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το σχέδιο «Βιώσιμη Ευρώπη» -ένα επενδυτικό πλαίσιο που ευθυγραμμίζει τον στόχο της λεγόμενης κλιματικής ουδετερότητας με την οικονομική ανάπτυξη, υπό την προϋπόθεση προώθησης της κυκλικής οικονομίας, της εξοικονόμησης ενέργειας, των ΑΠΕ και των καθαρών καυσίμων, δηλαδή των «πράσινων» επενδύσεων.
Πρακτικά, η Ένωση, θα επενδύσει ισχυρούς πόρους τόσο στην πλευρά της άμβλυνσης των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης, του λεγόμενου mitigation, όσο και στην πλευρά της προσαρμογής, του λεγόμενου adaptation, στηρίζοντας ιδιαίτερα τις περιοχές εκείνες οι οποίες εξαρτώνται, άμεσα ή έμμεσα, από την αλυσίδα αξίας του άνθρακα, και, συνεπώς, επηρεάζονται περισσότερο.
Ταυτόχρονα παρουσίασε και τον Μηχανισμό Δίκαιης Μετάβασης, προκειμένου η μετάβαση να πραγματοποιηθεί με τρόπο δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό δέσμευσε τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους και δημιούργησε τα κατάλληλα εργαλεία για την παραγωγική διαφοροποίηση όλων των περιοχών που, κατά το παρελθόν, αναπτύχθηκαν κυρίως λόγω της βιομηχανίας άνθρακα. Στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι η Δυτική Μακεδονία και η Μεγαλόπολη.
Η Δίκαιη Αναπτυξιακή Μετάβαση είναι μια πολιτική επιλογή με δυο αλληλένδετες διαστάσεις: την «αναπτυξιακή» και τη «δίκαιη». Υπό την σκέπη της δίκαιης μετάβασης εντάχθηκαν δυο κύριες προτεραιότητες: η «αντιστάθμιση» των συνεπειών και η «αναγέννηση» των περιοχών (άμβλυνση-προσαρμογή).
Παράλληλα, η Επιτροπή, υπό τον γενικό τίτλο «Fit for 55», παρουσίασε νέες προτάσεις πολιτικής για τον περιορισμό των εκπομπών κατά 55%, μέχρι το 2030. Αυτό σημαίνει για τη χώρα μας αύξηση του στόχου του ΕΣΕΚ περί εγκατάστασης 8,8 νέων GW από ΑΠΕ μέχρι το 2030.
Επιπρόσθετα, και δεδομένου ότι ο νέος ευρωπαϊκός στόχος του 2030 μεταφράζεται σε 67% ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ (ο στόχος του ισχύοντος ΕΣΕΚ είναι 61%), θα απαιτηθούν τουλάχιστον 1,2-1,6 GW σε μονάδες αποθήκευσης. Ήδη στο Ταμείο Ανάκαμψης έχει προβλεφθεί ειδικό πακέτο 450 εκατ. ευρώ για τη στήριξη κατασκευής μονάδων ισχύος έως 1.380 MW.
Ταυτόχρονα, η Επιτροπή αναθεώρησε και τη βιομηχανική της πολιτική επισπεύδοντας τη διπλή μετάβαση σε μια πράσινη και ψηφιακή οικονομία, ώστε να ενισχυθεί η παγκόσμια ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της.
Τον Ιούνιο του 2021, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε τον νέο νόμο για το κλίμα, που επιταχύνει τον στόχο μείωσης των εκπομπών για το 2030 από 40% σε τουλάχιστον 55% και μετατρέπει τη δέσμευση για μια κλιματικά ουδέτερη Ένωση έως το 2050 σε νομική υποχρέωση.
Όλοι οι παραπάνω σχεδιασμοί της πράσινης μετάβασης έγιναν όμως με χαμηλές τιμές πετρελαίου και ακόμα χαμηλότερες φυσικού αερίου. Σήμερα η ενεργειακή κρίση κατέστησε δυσεπίλυτη την άσκηση μηδενικές εκπομπές, ενεργειακή ασφάλεια και χαμηλές τιμές.
Ως απάντηση στην κρίση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε φέτος το σχέδιο «REPowerEU: Κοινή ευρωπαϊκή δράση για πιο προσιτή, ασφαλή και βιώσιμη ενέργεια». Το σχέδιο ορίζει νέες δράσεις για την ενίσχυση της παραγωγής πράσινης ενέργειας, τη διαφοροποίηση των προμηθειών και τη μείωση της ζήτησης, εστιάζοντας κυρίως στο ρωσικό φυσικό αέριο.
Η χώρα μας βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της προσπάθειας “πράσινης μετάβασης” και καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής.
Στο ΕΣΕΚ παρουσιάζεται ένας αναλυτικός οδικός χάρτης για την επίτευξη συγκριμένων Ενεργειακών και Κλιματικών Στόχων έως το έτος 2030. Δεδομένου ότι το 80% των καθαρών εκπομπών αερίων ρύπων της χώρας αφορά στην παραγωγή ενέργειας και στις μεταφορές, το ΕΣΕΚ περιλαμβάνει τη σταδιακή απόσυρση του λιγνίτη από το ενεργειακό μίγμα, έως το 2028, τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις των νησιών και την απεξάρτησή τους από το πετρέλαιο έως το 2029, την ταχύτερη διείσδυση των ΑΠΕ, την εξοικονόμηση και την αποθήκευση ενέργειας, την προώθηση της αυτό-παραγωγής, της ηλεκτροκίνησης, κ.ά.
Ο Εθνικός Κλιματικός Νόμος 4936/2022 προβλέπει τη μετάβαση στην κλιματική ουδετερότητα και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, με την υιοθέτηση ενδιάμεσων στόχων για το 2030 και το 2040 και τη μείωση των καθαρών εκπομπών των αερίων θερμοκηπίου μέχρι και 80%.
Το ΕΣΕΚ και ο Κλιματικός Νόμος θα αποτελέσουν τον Οδικό Χάρτη για τη δραστική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και τον ενεργειακό μετασχηματισμό. Στο πνεύμα αυτό, η καύση απορριμμάτων και η πυρηνική ενέργεια θα πρέπει να μπουν στο τραπέζι μαζί με ΑΠΕ.
Οι εξαρτημένες από τον λιγνίτη περιοχές αντιμετωπίζουν ευρύτερες προκλήσεις ένεκα του ευάλωτου χαρακτήρα της τοπικής οικονομίας αποδιδόμενου κυρίως στη λεγόμενη “μονοκαλλιέργεια” και γι αυτό πρέπει να εντείνουν το επείγον της μετάβασής τους. Αντίστοιχα, τα ΜΔΝ είναι επίσης αντιμέτωπα με ανάλογες προκλήσεις, ενώ, επιπλέον, η απεξάρτησή τους από το πετρέλαιο, τα επηρεάζει με ανόμοιο τρόπο λόγω της διαφορετικής βαρύτητας του καυσίμου στο κάθε παραγωγικό σύστημα, αλλά και των εγγενών προκλήσεων της νησιωτικότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, με το Σχέδιο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης (ΣΔΑΜ), θέσαμε ως ύψιστη πολιτική προτεραιότητα την αντιστάθμιση των κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων στην επιχειρηματικότητα, την απασχόληση και τον ενεργειακό εφοδιασμό, μέσα από την διαφοροποίηση του παραγωγικού προτύπου των επηρεαζόμενων περιοχών.
Η διαφοροποίηση θα δημιουργήσει σε τομείς υψηλής ανάπτυξης, όπως αυτοί της καθαρής ενέργειας, της βιοτεχνολογίας, της νανοτεχνολογίας, της ρομποτικής, των προηγμένων κατασκευών, αλλά και σε πιο συμβατικούς, όπως η αποθήκευση ενέργειας, η κυκλική οικονομία, η ευφυής γεωργία, ο ιώσιμος τουρισμός κ.ά., νέες πηγές πλούτου που θα υπερ-αντισταθμίζουν τις επιπτώσεις της μετάβασης.
Το συγχρηματοδοτούμενο σκέλος του ΣΔΑΜ είναι το Πρόγραμμα Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, το οποίο θα στηρίξει κατά προτεραιότητα και ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες της κάθε περιοχής: την επιχειρηματικότητα υψηλής ανάπτυξης βασισμένης στην τεχνολογία και την καινοτομία, την ενεργειακή μετάβαση, την αναπροσαρμογή χρήσεων γης και την ενίσχυση της κυκλικής οικονομίας, την αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού και την επαν-ειδίκευση σε νέες ειδικότητες και επαγγέλματα, και, τέλος, τις παρεμβάσεις μικρής κλίμακας ολοκληρωμένου χαρακτήρα, εστιάζοντας στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και τη διαφοροποίηση των τοπικών οικονομιών.
Κυρίες και κύριοι,
Κάθε μεταβατική περίοδος κρύβει κινδύνους. Το παράδειγμα της κλασικής Ελλάδας δείχνει καθαρά ότι, στην Ιστορία, η οπισθοδρόμηση είναι πιθανή, ενώ ο φόβος της οπισθοδρόμησης μπορεί να οδηγήσει σε χειρότερες επιλογές. Κάθε τέτοια περίοδος κρύβει όμως και πολλές ευκαιρίες. Θα αναφερθώ σε ορισμένες από αυτές.
Καταρχάς, ευκαιρίες κρύβει η σχετιζόμενη με την πράσινη επιχειρηματικότητα αλυσίδα αξίας, πτυχές της οποίας είναι η παραγωγή και αποθήκευση ανανεώσιμης ενέργειας, το πράσινο υδρογόνο, η ενεργειακή αποδοτικότητα κ.λπ. Η πράσινη επιχειρηματικότητα θα αναζωογονήσει τη βιομηχανία, ενώ η τεχνολογική πρόοδος θα προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες τόσο στους παραγωγούς, όσο και στους καταναλωτές τεχνολογίας.
Πράσινη επιχειρηματικότητα δεν σημαίνει όμως στροφή αποκλειστικά στις ΑΠΕ, αλλά και επένδυση σε πολιτικές και τεχνολογίες μετάβασης προς τη βιώσιμη ανάπτυξη. Σημαίνει «ανακύκλωση» και «εξοικονόμηση». Σημαίνει «βιώσιμη κατανάλωση» αγαθών. Η ανάπτυξη της πράσινης επιχειρηματικότητας συναρτάται βεβαίως με την ποιότητα των αναπτυξιακών οικοσυστημάτων που δημιουργεί η πολιτεία με τις τομεακές και οριζόντιες πολιτικές της, αλλά και με τα μέσα που κινητοποιεί για την εφαρμογή τους, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας των εμπλεκόμενων φορέων και υπηρεσιών.
Πάντως την ελκυστικότητα των πράσινων επενδύσεων, βεβαιώνει η επιτυχία των πράσινων ομολόγων και των ομολόγων με ρήτρα βιωσιμότητας, ενός καινοτόμου οικοσυστήματος χρηματοοικονομικής, οργανωμένου με κοινά πρότυπα διαχείρισης και διακυβέρνησης που διευκολύνουν την αξιολόγηση των επενδύσεων, το οποίο επεκτείνεται ταχύτατα σε χώρες και σε τομείς που σχετίζονται με το κλίμα. Οι εταιρείες τεχνολογίας που επιχειρούν και παράγουν με κριτήρια βιωσιμότητας είναι ελκυστικές για τους καταναλωτές και, συνεπώς, για τους επενδυτές.
Τα συγκεντρωμένα κεφάλαια επενδύονται αποκλειστικά σε βιώσιμα έργα, ή συνδέονται με δείκτες βιωσιμότητας. Οι εκδότες, αντίθετα από τα κοινά εταιρικά ομόλογα, δεσμεύονται να τοποθετούν κεφάλαια σε βιώσιμες επενδύσεις, μέσω ενός προγράμματος δράσης πιστοποιημένου από εξειδικευμένο οργανισμό, ο οποίος διασφαλίζει τους επενδυτές εκδίδοντας τη λεγόμενη “second opinion”. Πρόκειται για μια καινούργια «θρησκεία» με ισχυρό ηθικό και περιβαλλοντικό κώδικα, η οποία θα αλλάξει ριζικά την αναπτυξιακή διαδικασία στον κόσμο.
Ένας άλλος τομέας ευκαιριών αφορά στην αξιοποίηση των ΣΔΙΤ από ομάδες καταναλωτών/χρηστών -όπως π.χ. οι βιομηχανίες σε Επιχειρηματικά Πάρκα, ΒΕΠΕ, ΒΙΠΕ ή μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες χωροταξικά συγκεντρωμένες, ή Κτίρια Γραφείων, ή ΟΤΑ για την κάλυψη των πρόσθετων αναγκών των Δημοτικών Επιχειρήσεων ή και μεγάλων καταναλωτών ενός Δήμου στο τρίπτυχο “καταναλώνω – επενδύω – ωφελούμαι”.
Το σχήμα σύμπραξης ΣΔΙΤ βοηθά για τη “λιτή” κατανάλωση αλλά και υποκινεί την επίτευξη τεχνολογικής ικανότητας, ενώ συνδράμει στην εξοικονόμηση/μείωση απωλειών και τελικά στην ορθολογική τιμολογιακή επιβάρυνση του χρήστη. Η επένδυση θα γίνει από ιδιώτες μέσω Εταιρείας Ειδικού Σκοπού, είτε με σύμβαση ΣΔΙΤ και με Αναθέτουσα Αρχή. Για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, μπορούν να αξιοποιηθούν πηγές φιλικές προς το περιβάλλον όπως: απορρίμματα, διάθεση στην αγορά και άλλων μη ενεργειακών προϊόντων, όπως π.χ. δομικών υλικών από λυματολάσπη, αυξάνοντας έτσι την αποδοτικότητα της επένδυσης ή χρήση βιομάζας και γεωθερμίας κ.λ.π.
Ένα άλλο παράδειγμα των ευκαιριών που προσφέρει η ενεργειακή μετάβαση είναι το πρόγραμμα “Φωτοβολταϊκά στις στέγες” το οποίο σχεδίασα και έθεσα σε εφαρμογή ως Γενικός Γραμματέας Ανάπτυξης το 2008. Το πρόγραμμα ενίσχυσε το ηλεκτρικό σύστημα ιδίως σε δύσκολες καλοκαιρινές μεσημβρινές ώρες υπό καύσωνα, αλλά και στήριξε τις τοπικές οικονομίες, αφού εργάστηκε πληθώρα επιτηδευματιών και καταστημάτων. Παράλληλα, η «πράσινη ενέργεια» έγινε ελκυστική στους πολίτες αφού «συμψηφίζουν» την ενέργεια που καταναλώνουν για τις ανάγκες τους με την ενέργεια που οι ίδιοι παράγουν.
Η πράσινη μετάβαση δημιουργεί ευκαιρίες ακόμα και στον κλάδο της εξόρυξης ακριβώς γιατί απαιτεί περισσότερα μέταλλα (χαλκό, νικέλιο, κοβάλτιο, αλουμίνιο, πυρίτιο, γραφίτη) π.χ. για την κατασκευή των ΑΠΕ. Γι’ αυτό και στην παραγωγική διαφοροποίηση των λιγνιτικών περιοχών περιλάβαμε και τον εξορυκτικό κλάδο ο οποίος εφοδιάζει με κρίσιμης και στρατηγικής σημασίας ορυκτές πρώτες ύλες τη βιομηχανία.
Ο κλάδος αυτός έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία έχει αναγνωρίσει την ανάγκη να μειωθεί η πολύ υψηλή εξάρτησή της από εισαγωγές. Οι ορυκτές πρώτες ύλες μπορούν να αξιοποιηθούν μέσω της δευτερογενούς τους επεξεργασίας από νέες καθετοποιημένες μονάδες, η λειτουργία των οποίων θα συμβάλλει καθοριστικά στην τοπική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, θα αναπτυχθούν παράπλευρες οικονομικές δραστηριότητες, ενώ το έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό θα έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει νέες δυνατότητες εξέλιξης.
Για παράδειγμα, η ανάπτυξη της κυκλικής οικονομίας μπορεί να μειώσει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της εξορυκτικής διαδικασίας και να αποφέρει προστιθέμενη αξία ακόμα και στα απορρίμματα της βιομηχανικής επεξεργασίας. Είναι άλλωστε γνωστό ότι οι δραστηριότητες αυτής της μορφής λειτουργούν πολλαπλασιαστικά, δεδομένου ότι επηρεάζουν την κινητικότητα πολλών τομέων της οικονομίας.
Κυρίες και κύριοι,
Βρισκόμαστε σε συνθήκες τέλειας καταιγίδας, όπου πολλές νέες κρίσεις εμφανίζονται ταυτόχρονα και συνιστούν γεγονότα «τέλεια» για να δημιουργήσουν μια καταστροφική καταιγίδα.
Όμως καμία από αυτές τις κρίσεις δεν αντιμετωπίζεται με αναβλητικότητα. «Αυτός που περιμένει πολύ, δεν πρέπει να περιμένει πολλά», έλεγε ο Κολομβιανός συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές. Όπως και καμιά κρίση δεν αντιμετωπίζεται με στασιμότητα. «Σε μια εποχή γρήγορων αλλαγών, το να κάθεσαι ακίνητος είναι η πιο επικίνδυνη ενέργεια» έλεγε ο Καναδός συγγραφέας αυτοβοήθειας Bryan Tracy. Όπως επίσης και καμία νέα κρίση δεν αντιμετωπίζεται με παλαιές λύσεις. «Πρέπει να κάνεις κάτι καινούργιο αν θες να δεις κάτι καινούργιο» έλεγε ο Γερμανός γνωμικογράφος, Γκεόργκ Κριστόφ Λίχτενμπεργκ.
Παρόλα αυτά υπάρχουν κίνδυνοι που δεν μπορούν να αγνοηθούν:
Οι νέες γεω-στρατηγικές ισορροπίες, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, ο τεράστιος πληθωρισμός, έβγαλαν από το προσκήνιο την κλιματική κρίση, και έθεσαν την ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης. Για να μην παραμερισθούν οι κλιματικοί στόχοι και να μην χαθούν οι ευκαιρίες απαιτείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο μια ισχυρή ενεργειακή και κλιματική διακυβέρνηση.
Σε εθνικό επίπεδο πρέπει να πάψει η διγλωσσία. Δεν μπορεί να υπάρχουν κόμματα που από τη μια να μιλούν για κλιματική κρίση και από την άλλη να υπονομεύουν κάθε προσπάθεια αντιμετώπισής της. Δεν υπάρχει αριστερό ή δεξιό πρόσημο στο στόχο της κλιματικής ουδετερότητας, μόνο μικροπολιτικό.
Πάντως εφόσον με ρωτούσατε αν είμαι αισιόδοξος ή απαισιόδοξος για την αντιμετώπιση των κρίσεων και την αξιοποίηση των προκλήσεων, θα σας έδινα την ίδια απάντηση που έδωσε ο Jean Monnet: «Ούτε το ένα, ούτε το άλλο.
– Είμαι αποφασισμένος!».
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.