«Εφαρμογή νόμου για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης στα κτίρια»
Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Η ενέργεια, έχει τα τελευταία χρόνια αποκτήσει μια πρωτόγνωρη πολιτική διάσταση. Η απότομη αύξηση των τιμών από το 2000 σε συνδυασμό με τις διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις και τις πρωτοβουλίες για την προστασία του περιβάλλοντος, ανέδειξαν στην επικαιρότητα δυο θέματα : (α) το θέμα των πηγών, των προμηθευτών και των οδεύσεων και (β) το θέμα της τιμής των ενεργειακών υπηρεσιών και προϊόντων. Όλα αυτά σε συνδυασμό με τις επαναλαμβανόμενες κρίσεις μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, μας υποχρεώνουν να σκεφτόμαστε διαφορετικά στο θέμα της ασφάλειας εφοδιασμού, ιδίως εμείς στην Ελλάδα. Και αυτό γιατί ο ενεργειακός μας τομέας χαρακτηρίζεται από ανεπάρκεια της εγχώριας παραγωγής για την ικανοποίηση των ενεργειακών μας αναγκών και, άρα, από αυξημένη και δαπανηρή εξωτερική εξάρτηση αλλά και από όλο και πιο ενεργοβόρα κατανάλωση κυρίως στις μεταφορές και στον τριτογενή – οικιακό τομέα.
Ο τομέας των κτιρίων αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό κλάδο για την ελληνική οικονομία. Τα κτίρια μας αντιπροσωπεύουν περίπου το 36% της συνολικής τελικής ζήτησης ενέργειας. Η βελτίωση της ενεργειακής τους συμπεριφοράς είναι ο πρωταρχικός στόχος της Οδηγίας 2002/91/ΕΚ και της μεταφοράς της στην εθνική νομοθεσία με τον νόμο 3661/2008. Με τον νόμο αυτό αντιμετωπίζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, συνολικά, το θέμα της ενεργειακής απόδοσης των νέων και των υφιστάμενων κτιρίων, τα οποία καλούνται κατά την κατασκευή ή/και την ανακαίνιση τους να αξιοποιήσουν το μεγάλο ανεκμετάλλευτο δυναμικό ΕΞΕ, έτσι ώστε η κατανάλωση ενέργειας να είναι η χαμηλότερη δυνατή σε συνάρτηση με τα κλιματικά δεδομένα της Ελλάδας. Ο Νόμος, λαμβάνοντας υπόψη την δομή και τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς, εξειδικεύει περαιτέρω τις επιταγές της Οδηγίας:
Προβλέπει την κατάρτιση Κανονισμού (Κ.ΕΝ.Α.Κ.), που θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης και τη μέθοδο υπολογισμού της απόδοσης αυτής, τον τύπο και το περιεχόμενο της μελέτης ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, τα αρμόδια για την εκπόνησή της πρόσωπα, τη διαδικασία και τη συχνότητα διενέργειας ενεργειακών επιθεωρήσεων των κτιρίων, των λεβήτων, των εγκαταστάσεων θέρμανσης και των συστημάτων κλιματισμού, τον τύπο και το περιεχόμενο του πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης, το ύψος της δαπάνης έκδοσής του και τον τρόπο υπολογισμού του. Βασική παράμετρος του ΚΕΝΑΚ και εν γένει του νέου τρόπου που θα πρέπει να κατασκευάζουμε κτίρια είναι ο λεγόμενος βιοκλιματικός σχεδιασμός. Πρόκειται για το σχεδιασμό κτιρίων και χώρων με βάση το τοπικό κλίμα ώστε να βελτιώνεται η ενεργειακή τους συμπεριφορά με την εκμετάλλευση των ΑΠΕ, με τον προσανατολισμό κ.α.
Προβλέπει ότι με ολοκλήρωση της κατασκευής του νέου ή υπό ριζική ανακαίνιση υφιστάμενου κτιρίου, ο ιδιοκτήτης του υποχρεούται να ζητήσει την έκδοση πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης. Το πιστοποιητικό συνοδεύει την πώληση ή την εκμίσθωση των κτιρίων και διατίθεται από τον εκάστοτε ιδιοκτήτη στον υποψήφιο αγοραστή ή μισθωτή. Για την πραγματική εφαρμογή του μέτρου προβλέπονται διοικητικές κυρώσεις σε βάρος του υπόχρεου, σε περίπτωση μη τήρησης των διατάξεων αυτών.
Επιπροσθέτως, για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και τον περιορισμό των εκπομπών CO2, προβλέπει τακτικές επιθεωρήσεις στους λέβητες και στις εγκαταστάσεις κλιματισμού, τις οποίες θα διενεργούν ενεργειακοί επιθεωρητές, συντάσσοντας έκθεση όπου θα διατυπώνονται οδηγίες και συστάσεις για τυχόν επιβαλλόμενη αντικατάσταση ή άλλες εναλλακτικές λύσεις με βάση την σχέση κόστους/οφέλους. Για το σκοπό αυτό θα τηρείται από το ΥΠΑΝ, Αρχείο Επιθεωρήσεως Κτιρίων.
Τέλος, προβλέπει ότι για την ενεργειακή απόδοση των νέων ή των υπό ριζική ανακαίνιση κτιρίων θα συντάσσεται σχετική μελέτη, η οποία θα συνυποβάλλεται μαζί με τα απαιτούμενα κατά νόμο δικαιολογητικά, για την έκδοση οικοδομικής άδειας. Η μελέτη αυτή θα περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού.
Με την παρέμβαση αυτή δίνουμε ώθηση στην κατασκευαστική αγορά, στην αγορά ακινήτων και στη βιομηχανία δομικών προϊόντων, αφού η ενεργειακή απόδοση θα καταστήσει ελκυστικότερα τα κτίρια που είναι αποδοτικότερα ενεργειακά. Επίσης, ενισχύουμε την ανταγωνιστικότητα και εξαγωγική δυνατότητα των εμπλεκομένων ΜμΕ, δημιουργούμε νέες θέσεις εργασίας στον τομέα της επιθεώρησης και πιστοποίησης κτιρίων. Παράλληλα, βελτιώνουμε και τονώνουμε την οικοδομική δραστηριότητα στο σύνολό της και συμβάλλουμε στην αύξηση της παραγωγής και εμπορίας ποιοτικών και ανταγωνιστικών δομικών προϊόντων και εξοπλισμού καθώς και στον εξορθολογισμό της εμπορικής αξίας των κτιρίων.
Το πλαίσιο έχει βεβαίως περαιτέρω περιθώρια ωρίμανσης. Άλλωστε πρόκειται για σχετικά νέα αντικείμενα στη χώρα μας που ακόμα εξελίσσονται, νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται, τόσο για το δημόσιο τομέα, όσο και για τις επιχειρήσεις και τους πολίτες / καταναλωτές ενέργειας.
Παράλληλα, με Νόμο που θα κατατεθεί προσεχώς στη Βουλή για την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2006/32 («Μέτρα για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση και τις ενεργειακές υπηρεσίες»), προωθούμε μια ιδιαίτερα καινοτόμο πρωτοβουλία για την ελληνική οικονομία: τη δημιουργία μιας εντελώς νέας αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών μέσω «Χρηματοδότησης από Τρίτους (ΧΑΤ) σε ενεργειακά έργα». Με το Νόμο αυτό, Εταιρείες Ενεργειακών Υπηρεσιών θα μπορούν, αναλαμβάνοντας τον τεχνολογικό και επενδυτικό κίνδυνο, να προσφέρουν μια ενεργειακά αποδοτικότερη λύση στο χρήστη η οποία θα επιφέρει όχι μόνο εξοικονόμηση ενέργειας αλλά και οικονομικό όφελος. Έτσι, ενθαρρύνουμε την επιχειρηματικότητα και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, ενώ παράλληλα δίνουμε νέα ώθηση στον κτιριακό τομέα, με ταυτόχρονα θετικά οφέλη για το ενεργειακό ισοζύγιο της Ελλάδας.
Η τελική κατανάλωση ενέργειας στον οικιακό τομέα μεταξύ 1990 και 2006 αυξήθηκε κατά 83% περίπου, το διπλό δηλαδή της αντίστοιχης αύξησης της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης ενέργειας. Η αύξηση κατά την περίοδο 2000–2005 ήταν 24%, μια από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει, αφενός, τη σπουδαιότητα του κτιριακού τομέα στο όλο ενεργειακό ισοζύγιο και αφετέρου, το τεράστιο περιθώριο μείωσης της ενεργειακής κατανάλωσης και της βελτίωσης των ενεργειακών τους επιδόσεων.
Τα βασικά ζητήματα είναι :
η ελλιπής προστασία των υπαρχόντων κτιρίων από το εξωτερικό περιβάλλον,
ο συνήθως ανορθόδοξος σχεδιασμός των νέων κτιρίων σαν συνέπεια μιας περιβαλλοντικά αποκομμένης αρχιτεκτονικής αντίληψης που αγνοεί τις τοπικές κλιματολογικές συνθήκες,
η μέχρι σήμερα έλλειψη σύγχρονης νομοθεσίας για την ενεργειακή και περιβαλλοντική προστασία των κτιρίων και
ο πολύ χαμηλός βαθμός διείσδυσης των ΑΠΕ στα κτίρια.
Στα ζητήματα αυτά πρέπει να προσθέσουμε τη μεγάλη ηλικία των κτιρίων. Το έτος της κατασκευής των κτιρίων καθορίζει την ύπαρξη θερμομόνωσης και άρα και το επίπεδο της ενεργειακής τους κατανάλωσης. Από τα αντίστοιχα στοιχεία προκύπτει ότι θεωρητικά, κι εφόσον οι μελέτες των κτιρίων είχαν όντως εφαρμοστεί στην πράξη, μόνο το 30% των κτιρίων διαθέτει θερμομόνωση. Σημαντικό επίσης θέμα αποτελεί ο χαμηλός βαθμός απόδοσης των ενεργειακών συσκευών και η μη ορθολογική ενεργειακή μας συμπεριφορά.
Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα τη διόγκωση του ενεργειακού μας ισοζυγίου, τη συμπίεση των χαμηλών εισοδηματικά τάξεων, την αύξηση του ενεργειακού μας ελλείμματος, ενώ θέτουν σε κίνδυνο τις διεθνείς δεσμεύσεις μας για το περιβάλλον, όπως η συμφωνία του Κυότο και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την εφαρμογή της Οδηγίας 2002/91.
H ενεργειακή κατανάλωση των κτιρίων σχετίζεται άμεσα με κοινωνικό-οικονομικούς παράγοντες. Σε πρόσφατη ερεύνα σχετικά την κοινωνική διάσταση της ενεργείας στα κτίρια και το δομημένο περιβάλλον διαπιστώθηκε ότι η μέση επιφάνεια κατοικίας στην υψηλότερη εισοδηματική τάξη είναι κατά 115% μεγαλύτερη από ότι στα χαμηλά εισοδήματα. Διαπιστώθηκε επίσης ότι υπάρχει σημαντική διαφοροποίηση του ποσοστού των οικογενειών που ζουν σε μονωμένα κτίρια με διπλά τζαμιά. Το ποσοστό στην υψηλή εισοδηματική τάξη είναι κατά 800% μεγαλύτερο από ότι στην φτωχότερη τάξη. Συγκεκριμένα, μόνο το 8% των πολιτών χαμηλού εισοδήματος κατοικεί σε πλήρως προστατευμένα κτίρια με διπλά υαλοστάσια και μόνωση, ενώ στα υψηλά εισοδήματα το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει το 64%. Ταυτόχρονα διαπιστώθηκε σημαντική διαφοροποίηση του διαφυγών αέρα από το κτίριο ανά εισοδηματική τάξη. Αυτό έχει σημαντικές συνέπειες τόσο στην κατανάλωση ενέργειας όσο και στην θερμική άνεση εντός των κτιρίων
Mε στόχο την σημαντική μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης των κτιρίων αλλά και την αναβάθμιση της περιβαλλοντικής τους κατάστασης, εκπονήσαμε σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Αθήνας ειδικό σχέδιο δράσης για την εξοικονόμηση ενέργειας στα κτίρια.
Οι παρεμβάσεις που εξετάστηκαν και θεωρούνται ως τεχνικά, λειτουργικά, νομικά και οικονομικά εφικτές, κατηγοριοποιούνται ανάλογα με τη χρήση των κτιρίων, αλλά και με το χρονικό χαρακτήρα της δράσης. Ακόμη, ομαδοποιούνται με βάση το πεδίο εφαρμογής τους στο κτίριο, κάνοντας διάκριση ανάμεσα στο κτιριακό κέλυφος, τη θέρμανση, το δροσισμό-αερισμό και την ποιότητα αέρα, το φωτισμό και την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η κατάταξη των δράσεων παρέμβασης σε βραχυπρόθεσμες και μέσο-μακροπρόθεσμες υπακούει σε μία διπλή λογική: Α) Προέχει η υλοποίηση των παρεμβάσεων που έχουν τη μεγαλύτερη δυνατή ενεργειακή απόδοση και Β) Προέχει η αναβάθμιση εκείνων των κτιρίων που έχουν τη χειρότερη ενεργειακή συμπεριφορά.
Η στρατηγική αυτή εξυπηρετεί δύο σκοπιμότητες: Πρώτον, να μειώσει στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, και στον ελάχιστο δυνατό χρόνο, την ενεργειακή σπατάλη (και άρα και την εκπομπή ρύπων) σε εθνικό επίπεδο και δεύτερον να βελτιώσει άμεσα την ποιότητα διαβίωσης των πολιτών.
Χρησιμοποιώντας προηγμένες τεχνικές ενεργειακής προσομοίωσης υπολογίστηκε το ενεργειακό δυναμικό ΕΞΕ κάθε προτεινομένου μέτρου για τις κατοικίες και τον τριτογενή τομέα. Ο υπολογισμός πραγματοποιήθηκε τόσο σε επίπεδο μεμονωμένου κτιρίου όσο και στο επίπεδο του συνόλου του κτιριακού αποθέματος. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η μέση κατανάλωση ενέργειας για τις κατοικίες πριν το 1980 είναι της τάξης των 200 kWh/m2 και θεωρώντας ότι η μέση κατοικία αυτής της περιόδου έχει επιφάνεια περίπου 90-100m2 με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα θα έχουμε εξοικονόμηση ενέργειας 50%.
Με βάση τα ανωτέρω και αναμένοντας την τροποποίηση του Κανονισμού 1080/20006 του ΕΤΠΑ μέσω της οποίας θα παρέχεται επιλεξιμότητα στη συγχρηματοδότηση παρεμβάσεων στον οικιακό κτιριακό τομέα για ΕΞΕ, το ΥΠΑΝ προετοιμάζει, όπως έχει ήδη αναγγείλει ο Υπουργός Ανάπτυξης, ένα νέο πρόγραμμα επιδοτήσεων για τους ιδιοκτήτες ακινήτων που κατασκευάστηκαν πριν τεθεί σε εφαρμογή ο Κανονισμός θερμομόνωσης.
Το πρόγραμμα προβλέπει την ενίσχυση ενός αριθμού παρεμβάσεων στον ιδιωτικό οικιακό τομέα που βελτιστοποιούν την αναλογία κόστους/ωφέλειας όπως: Θερμομόνωση κελύφους, αντικατάσταση υαλοπινάκων με νέα αεροστεγή πλαίσια με διπλούς υαλοπίνακες, αντικατάσταση παλαιού συστήματος καυστήρα / λέβητα με νέο υψηλής απόδοσης.
Το ΥΠΑΝ προκειμένου να συμβάλει περαιτέρω στη μείωση των ενεργειακών δαπανών των Ελληνικών νοικοκυριών αλλά και στον εθνικό στόχο της ΕΞΕ, προετοιμάζει επίσης πρόγραμμα επιδότησης της αντικατάστασης παλαιών και ενεργοβόρων συσκευών. Το πρόγραμμα αυτό θα ακολουθήσει το πρόγραμμα επεμβάσεων για εξοικονόμηση ενέργειας στον κτιριακό τομέα, και θα αποσκοπεί στην αντικατάσταση παλαιών ενεργοβόρων και ενδεχομένως αντιπεριβαλλοντικών συσκευών (όπως π.χ. τα παλιά κλιματιστικά), με ταυτόχρονη ανακύκλωση των παλαιών συσκευών, και πάντα με εύκολη και γρήγορη διαδικασία για τον πολίτη.
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΕΦΑΡΜΟΓΩΝ
Σύμφωνα με στοιχεία δημοσιευμένων μελετών, σε μια 6οροφη πολυκατοικία 1.200m2, δηλαδή 200m2 ανά όροφο, για πλήρη αλλαγή των κουφωμάτων με νέα διπλού ενεργειακού υαλοπίνακα, πλήρη εξωτερική θερμομόνωση, και αντικατάσταση του παλιού κεντρικού λέβητα το κόστος μπορεί να ανέλθει σε 120-130.000€ (δηλαδή ~6.700€ ανά ιδιοκτησία). Σε μια μονοκατοικία 200m2, για πλήρη αλλαγή των κουφωμάτων, πλήρη θερμομόνωση και αλλαγή λέβητα το κόστος μπορεί να ανέλθει σε 25.000€. Και στις δυο περιπτώσεις, με την ΕΞΕ από τους λογαριασμούς της ΔΕΗ και ανάλογα με το ύψος της επιδότησης, υπολογίζεται ο χρόνος απόσβεσης της επένδυσης.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.