Ημερίδα Ομίλου Ενεργών Νέων Φλώρινας
«Βιώσιμη ανάπτυξη και την πράσινη επιχειρηματικότητα στη Δυτική Μακεδονία»
3 Μαρτίου 2021
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Με μεγάλη χαρά δέχτηκα την πρόσκληση του Ομίλου. Συγχαίρω τα μέλη για τις καλές σας πρωτοβουλίες. Ορμώμενος από τον τίτλο της ημερίδας, θα ήθελα να πω ότι ουδέποτε πίστεψα στο διαχωρισμό του ανθρώπου και της φύσης. Ή καλύτερα στο διαχωρισμό της ανθρώπινης δραστηριότητας και του φυσικού περιβάλλοντος. Ο άνθρωπος είναι μέρος του φυσικού περιβάλλοντος και εάν οι δραστηριότητές του το βλάπτουν, βλάπτουν τον ίδιο. Συνεπώς συμφωνώ με την αναγκαιότητα κατάργησης της καύσης του λιγνίτη για την παραγωγή ενέργειας. Δεν είναι βιώσιμη η δραστηριότητα αυτή ούτε περιβαλλοντικά, ούτε οικονομικά.
Συμπέρασμα. Αλλάζουν όλα τα παραγωγικά μας πρότυπά. Και δεν είναι μόνον η κλιματική αλλαγή που το επιβάλει. Τα πρότυπα αυτά τα σαρώνει κυριολεκτικά η ιλιγγιώδης ταχύτητα με την οποία τρέχει η τεχνολογία και η ανάπτυξη λογισμικού. Προϊόντα παράγονται ήδη σε εκτυπωτές 3D. Αγρότες-ρομπότ άρχισαν να μπαίνουν στην παραγωγή. Πλοία κινούνται ήδη χωρίς πλήρωμα. Μαζί με αυτά η τεχνολογία και η ανάπτυξη λογισμικού σαρώνει και τα παλαιά επιχειρηματικά μοντέλα και μαζί τους τις απαιτήσεις για δεξιότητες που είναι αναγκαίες για να αναπτυχθούν όλες οι νέες δραστηριότητες.
Το θέμα είναι εάν και πως οι αλλαγές θα εξασφαλίσουν ευημερία για όλους. Μια πρώτη παρατήρηση. Οι αλλαγές αυτές δεν μας επηρεάζουν όλους με τον ίδιο τρόπο. Ειδικά εμείς θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι όσο πιο νωρίς τις προωθήσουμε τόσο πιο καλά. Και αυτό γιατί δεν μπαίνουμε στη νέα εποχή από πλεονεκτική θέση από πλευράς παραγωγικότητας και άρα ανταγωνιστικότητας σε σχέση με άλλες χώρες. Για παράδειγμα στη χώρα μας το 50% των εργαζομένων απασχολείται στη μικρή επιχειρηματικότητα (έως 9 θέσεις εργασίας) έναντι ΜΟ ΕΕ 30%. Επίσης, στη χώρα μας, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις δεν έχουν ενσωματωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε τα επαγγέλματα που δημιουργούν οι νέες δραστηριότητες να αντικαθιστούν τα παλαιά με την ίδια ποσότητα και ταχύτητα προκειμένου να υπάρξει η οικονομική και κοινωνική ισορροπία που είναι αναγκαία σε κάθε μεταβατική περίοδο. Αυτό διευκολύνει όσους διεκτραγωδούν, άλλοι ήπια και άλλοι με οργή, τις επιπτώσεις που έχουν οι αλλαγές για να τις σταματήσουν προτείνοντας τις πιο εύκολες λύσεις .
Στις περιοχές ΔΑΜ τα πράγματα είναι ακόμα πιο πολύπλοκα. Βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη μιας περιοχής, εφόσον αυτή εξαρτάται σχεδόν καθολικά από έναν και μόνον οικονομικό κλάδο, δε νοείται. Ιδιαίτερα όταν η ανταγωνιστικότητα του κλάδου αυτού φθίνει σταθερά και ταχύτατα, η περιοχή οφείλει να οργανώσει επειγόντως τη μετάβασή της από την μονοκαλλιέργεια του λιγνίτη σε πολλαπλές μορφές απασχόλησης και επενδύσεων.
Το εγχείρημα είναι δύσκολο και γίνεται ακόμα δυσκολότερο λόγω του φόβου και της ανασφάλειας που έχει δημιουργήσει η μείωση της παραγωγής λιγνίτη εδώ και 10 χρόνια. Πολλοί έβλεπαν τη Δυτική Μακεδονία ως ένα νέο Μάντσεστερ, όπου το κλείσιμο των ορυχείων πριν 35 χρόνια είχε τεράστιο κοινωνικό κόστος και μετανάστευση. Ακριβώς γιατί δεν υπήρχε σχέδιο και οικονομική στήριξη. Με τα μέλη του Ομίλου είχα τη χαρά να τα συζητήσω αυτά πέρσι τον Ιούλιο σε μια τηλεδιάσκεψη. Τότε ακόμη βρισκόμασταν στο στάδιο εκπόνησης του ΣΔΑΜ. Σήμερα όμως το Σχέδιο αυτό υπάρχει και η χρηματοδότησή του είναι εξασφαλισμένη. Πλέον είμαστε στη φάση που έχουμε θέσει σε διαβούλευση το Πρόγραμμα που αποτελεί το συγχρηματοδοτούμενο από την ΕΕ σκέλος του σχεδίου.
Από μόνα τους αυτά δεν επαρκούν για μια ομαλή μετάβαση στη νέα εποχή. Γι’ αυτό και διαμορφώνουμε τις οργανωτικές και θεσμικές προϋποθέσεις με πολιτικές αποφάσεις προσανατολισμένες στο αποτέλεσμα. Μια από τις προϋποθέσεις αυτές είναι και το Παρατηρητήριο. Ένα εργαλείο αναγκαίο για τον αποτελεσματικό πολιτικό και κοινωνικό έλεγχο της επίτευξης των στόχων της μετάβασης. Αλλά και για να εκπέμπει σήματα κινδύνου ώστε να διορθώνεται η πορεία.
Παρά τα όσα έχουμε γίνει μέχρι σήμερα πολλοί εξακολουθούν να είναι καχύποπτοι. Πιστεύουν ότι θα είναι «οι μεγάλοι χαμένοι» της μετάβασης. Φοβούνται ότι θα χάσουν τις δουλειές τους και ότι μένοντας άνεργοι, δεν θα έχουν εισόδημα, άρα δεν θα μπορούν να συντηρήσουν τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους. Αντίστοιχα οι επιχειρηματίες φοβούνται ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν θα είναι σε θέση να «κινούν» την τοπική οικονομία. Έτσι δεν μπορούν να δουν τη μετάβαση ως «μεγάλη ευκαιρία» για ένα καλύτερο επίπεδο ζωής με περισσότερες ευκαιρίες και πολλαπλές επιλογές απασχόλησης.
Από την άλλη, η μετάβαση δεν είναι αυτόματη. Δεν υπάρχει «κουμπί» να το πατήσουμε για να αλλάξουν όλα ξαφνικά. Να απελευθερωθούν οι εκτάσεις, να απορρυπανθούν, να αποκατασταθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν για άλλες χρήσεις και έτσι να δημιουργηθούν νέες πηγές πλούτου.
Το μυαλό αρκετών πολιτικών πάει αντανακλαστικά στο πως θα μοιράσουμε τα λεφτά και όχι στο που θα τα επενδύσουμε, Σε ποιους τομείς βιώσιμης ανάπτυξης, για να παραχθεί εισόδημα προς διανομή που, όμως, να εξασφαλίζει μακροπρόθεσμη ευημερία. Η επιχειρηµατική δραστηριότητα παίζει κυρίαρχο ρόλο στην προώθηση της βιώσιµης ανάπτυξης. Ειδικά η πράσινη επιχειρηµατικότητα και η κλιματική πολιτική ενισχύουν η μια την άλλη. Πράσινη επιχειρηματικότητα δεν σημαίνει στροφή αποκλειστικά στις ΑΠΕ, αλλά επένδυση σε πολιτικές και τεχνολογίες μετάβασης προς τη βιώσιμη ανάπτυξη. Σημαίνει «ανακύκλωση» και «εξοικονόμηση». Σημαίνει «βιώσιμη κατανάλωση» αγαθών. Σημαίνει πάνω απ’ όλα παιδεία, ωριμότητα και ήθος.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.