Συνέδριο ΚΕΔΚΕ
Η συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης στο ΕΣΠΑ 2007–2013
6 Νοεμβρίου 2007
Μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις για την Τοπική Αυτοδιοίκηση τα επόμενα χρόνια είναι να μπορέσει να αξιοποιήσει την εμπειρία που έχει αποκτήσει από το Α’, το Β’ και το Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (Κ.Π.Σ.) ώστε να την εφαρμόσει με τον καλύτερο και τον πιο αποτελεσματικό τρόπο στα Προγράμματα της νέας προγραμματικής περιόδου 2007-2013.
Για το λόγο αυτό θεωρούμε ότι είναι σωστή η επιλογή του Διοικητικού Συμβουλίου της ΚΕΔΚΕ που αποφάσισε να εισάγει ως κεντρικό θέμα στο Ετήσιο Τακτικό Συνέδριό μας για συζήτηση, διάλογο και λήψη απόφασης το ζήτημα της συμμετοχής της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στο Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (Ε.Σ.Π.Α.) 2007–2013.
Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ Ο.Τ.Α. ΣΤΟ Γ’ Κ.Π.Σ.
Με στοιχεία 30.4.2007, η συγκεντρωτική εικόνα για τις επιδόσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην υλοποίηση των Ε.Π. του Γ΄ ΚΠΣ είναι η ακόλουθη :
Οι αντίστοιχοι δείκτες για την ίδια περίοδο για το Σύνολο των έργων σε όλα τα Επιχειρησιακά Προγράμματα είναι:
47,95 % για την απορροφητικότητα,
73,97 % για τις νομικές δεσμεύσεις και
64,82 % για τον κανόνα «ν+2».
Οι επιδόσεις και οι ρυθμοί με τους οποίους εξελίσσονται τα έργα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στα Ε.Π. 2000 – 2006 (Γ΄ ΚΠΣ) υπολείπονται ελαφρώς από τις επιδόσεις και τους ρυθμούς του συνόλου της πορείας των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων.
Τα μερίδια των έργων Ο.Τ.Α. στα Ε.Π. 2000 – 2006 κινούνται κοντά στο 12% του συνολικού προϋπολογισμού των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων. Αυτό είναι δυνατό να αποτελέσει ένα μέτρο για τα μερίδια που πρέπει να διεκδικήσει η Τοπική Αυτοδιοίκηση στα Ε.Π. της 4ης Προγραμματικής Περιόδου.
Οι καλύτερες επιδόσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης καταγράφονται στα Περιφερειακά Ε.Π. και το Ταμείο Συνοχής και οι χαμηλότερες στις Κοινοτικές Πρωτοβουλίες και στα Τομεακά Ε.Π.
Τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά των φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ως τελικών Δικαιούχων στα Ε.Π. 2000 – 2006, αντανακλούν τις μεγάλες δυσκολίες των περισσοτέρων Ο.Τ.Α. της χώρας να υλοποιήσουν σημαντικά συγχρηματοδούμενα έργα. 230 Ο.Τ.Α. έχουν δεσμεύσει το 75% του συνολικού προϋπολογισμού των ενταγμένων έργων Ο.Τ.Α.
Ορατός είναι ο κίνδυνος, για τα έργα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κατ’ επέκταση για το σύνολο των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων 2000 – 2006, της απώλειας σημαντικών πόρων εξ αιτίας αδυναμιών στην υλοποίηση των έργων.
Πρόκειται για ιδιαίτερα σοβαρό θέμα, αν λάβουμε ιδιαίτερα υπόψη το γεγονός ότι οι διατιθέμενοι δημόσιοι πόροι για τα αναπτυξιακά και κοινωνικά προγράμματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι σχετικά περιορισμένοι.
Τα «Υπόλοιπα προς υλοποίηση» για την Τοπική Αυτοδιοίκηση στα Ε.Π. 2000 – 2006 έχουν τα εξής χαρακτηριστικά :
Υπολείπεται προς συμβασιοποίηση το 27,5% του συνόλου των ενταγμένων έργων Ο.Τ.Α., προϋπολογισμού 1,462 δις € .
Υπολείπεται προς απορρόφηση το 38,21% των συμβασιοποιημένων έργων Ο.Τ.Α., προϋπολογισμού 1,474 δις €.
Εκτιμούμε ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση στα Ε.Π. 2000 – 2006 θα πρέπει να διεκδικήσει
τη συμμετοχή των Ο.Τ.Α. εφόσον ανακατανεμηθούν αναπορρόφητα κονδύλια,
τη συμμετοχή της ΚΕΔΚΕ και των ΤΕΔΚ στην επιλογή των έργων του Γ’ Κ.Π.Σ. που θα προταθούν ως «έργα – γέφυρες» στα Ε.Π. του Ε.Σ.Π.Α. 2007 – 2013,
την υποστήριξη των Ο.Τ.Α. ώστε να υλοποιήσουν τα ενταγμένα έργα τους και
να διασφαλίσει την παρακολούθηση / αξιολόγηση της πορείας εφαρμογής των Ε.Π. 2000 – 2006 από τα όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
ΟΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
Τα κείμενα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Επιτροπής Περιφερειών τονίζουν την αναγκαιότητα συμμετοχής και τον σημαντικό ρόλο της Περιφερειακής Διοίκησης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην επόμενη προγραμματική περίοδο 2007-2013 και πιο συγκεκριμένα:
Η «3η Έκθεση για την Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή» της Ε.Ε. εκτιμά ότι «για την επιτυχία των αστικών δράσεων είναι κρίσιμη η εμπλοκή των αρχών της πόλης τόσο στο σχεδιασμό των προγραμμάτων, όσο και στη διαχείρισή τους και γι’ αυτό είναι αναγκαία η εκχώρηση αρμοδιοτήτων σ’ αυτές τις αρχές (των πόλεων)».
Το κείμενο της Ε.Ε. «Κοινοτικές στρατηγικές κατευθύνσεις για την υποστήριξη της πολιτικής συνοχής στην ανάπτυξη και την απασχόληση 2007-2013» και το κείμενο εργασίας της Ε.Ε. «Η πολιτική συνοχής και οι πόλεις: η αστική συμβολή στην οικονομική μεγέθυνση και την απασχόληση στις περιφέρειες» (23.11.2005), τονίζουν το ρόλο που μπορούν να αναλάβουν οι πόλεις, όχι μόνο στην αστική ανάπτυξη, αλλά και στην ανάπτυξη της αγροτικής ενδοχώρας και προσανατολίζουν τις εθνικές αρχές στην ενδυνάμωση της διοικητικής ικανότητας της Περιφερειακής Διοίκησης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Το κείμενο της Ε.Ε.«European Social Fund policy coordination employment local development» (Σεπτέμβριος 2005) αναφέρεται στο ρόλο των περιφερειακών και τοπικών αρχών στη Διακυβέρνηση και υπογραμμίζει τη δυνατότητα αξιοποίησης του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου για την ενδυνάμωση όχι μόνο των εθνικών αλλά και των περιφερειακών και τοπικών διοικήσεων.
Η Γνωμοδότηση της Επιτροπής Περιφερειών (24.02.2006) για το ανωτέρω κείμενο εργασίας που αφορά στις πόλεις, διατυπώνει τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής για το σημαντικό ρόλο τους, επισημαίνοντας ότι «οι πόλεις θα μπορούν να ανταποκριθούν σ’ αυτόν, μόνον εάν διαθέτουν ικανοποιητικούς οικονομικούς πόρους».
Οι νέοι Κανονισμοί για το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ και το Ταμείο Συνοχής προβλέπουν ότι τα Ε.Π. πρέπει να περιλαμβάνουν «πληροφορίες σχετικά με την προσέγγιση όσον αφορά τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη» και μπορούν (με πρωτοβουλία του Κράτους – μέλους) να περιέχουν επιπλέον «τον κατάλογο των πόλεων που επιλέγονται για την αντιμετώπιση θεμάτων σχετικά με τις αστικές περιοχές και τις διαδικασίες για μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε αρχές αστικών περιοχών, ενδεχομένως μέσω συνολικής επιχορήγησης». Επίσης, στον Κανονισμό για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ), προβλέπεται διακριτός άξονας για την «ποιότητα ζωής στις αγροτικές περιοχές και διαφοροποίηση της αγροτικής οικονομίας» με μέτρα για παρεμβάσεις στους οικισμούς, καθώς και η συγκρότηση ομάδων τοπικής δράσης που θα εφαρμόσουν στρατηγικές τοπικής ανάπτυξης, διαμορφώνοντας τοπικές εταιρικές σχέσεις δημόσιου – ιδιωτικού τομέα.
ΣΤΟΧΟΙ, ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ Ε.Σ.Π.Α. 2007–2013
Το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς (Ε.Σ.Π.Α.) της προγραμματικής περιόδου 2007–2013, έχει ως Στρατηγικούς Στόχους
την προώθηση της καινοτομίας, της έρευνας και της επιχειρηματικότητας καθώς και τη διασύνδεσή τους
την επένδυση σε βιώσιμες υποδομές,
την επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο
την αναβάθμιση του θεσμικού περιβάλλοντος
και τις ακόλουθες Θεματικές Προτεραιότητες οι οποίες εξειδικεύουν τη στρατηγική στόχευση της χώρας για τη νέα προγραμματική περίοδο και προωθούν την επίτευξη του αναπτυξιακού οράματος:
Επένδυση στον παραγωγικό τομέα της οικονομίας
Κοινωνία της γνώσης και καινοτομία
Απασχόληση και Κοινωνική Συνοχή
Θεσμικό περιβάλλον
Ελκυστικότητα της Ελλάδας και κάθε Περιφέρειας, ως τόπου επενδύσεων, εργασίας και διαβίωσης.
Κεντρικό στοιχείο της αναπτυξιακής στρατηγικής του ΕΣΠΑ αποτελεί η περιφερειακή διάσταση και εξειδίκευση των αναπτυξιακών παρεμβάσεων. Η ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών Περιφερειών είναι εξέχουσας σημασίας για τη χώρα, για την επίτευξη της οποίας απαιτούνται σημαντικές διαρθρωτικές παρεμβάσεις στην οικονομία κάθε Περιφέρειας. Το μέλλον κάθε ελληνικής Περιφέρειας εξαρτάται από την ανταγωνιστικότητα του παραγωγικού ιστού της, η οποία συνδέεται άμεσα με τις επενδύσεις σε κλάδους παραγωγής, που είναι εκτεθειμένοι στον εθνικό και διεθνή ανταγωνισμό.
Η στρατηγική περιφερειακής ανάπτυξης εστιάζει στη διαμόρφωση ευρύτερων και ανταγωνιστικότερων χωρικών ενοτήτων, με την εφαρμογή προσαρμοσμένης αναπτυξιακής στρατηγικής για κάθε μία από αυτές.
Η στρατηγική ανάπτυξης της χώρας ολοκληρώνεται με τη χωρική της διάσταση. Επισημαίνονται τρεις στόχοι άμεσα συνδεδεμένοι με το χώρο, οι οποίοι και προσδιορίζουν το περιεχόμενο της χωρικής ανάπτυξης: η ανάπτυξη ενός ισόρροπου και πολυκεντρικού αστικού συστήματος και μιας νέας σχέσης πόλης – υπαίθρου, η εξασφάλιση της ισότητας πρόσβασης στις υποδομές και στη γνώση, καθώς και η αειφόρος ανάπτυξη, ορθολογική διαχείριση και η προστασία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.
Έτσι αναδείχθηκαν τρεις χωρικές προτεραιότητες:
η βιώσιμη αστική ανάπτυξη
η ανάπτυξη της υπαίθρου
η διασυνοριακή, διακρατική και διαπεριφερειακή συνεργασία
Η βιώσιμη αστική ανάπτυξη επικεντρώνεται στο σύνολο των αστικών κέντρων της χώρας και στους οικισμούς με αστικές λειτουργίες, όπως οι πρωτεύουσες των νομών και τα αστικά κέντρα της υπαίθρου. Η συνοχή του χώρου και η βιώσιμη κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη, που δε στερεί από τις μελλοντικές γενιές το δικαίωμα της επιλογής, ορίζεται ως ο μακροπρόθεσμος αναπτυξιακός στόχος των ελληνικών πόλεων: Η πόλη που αποτελεί ταυτόχρονα τόπο εγκατάστασης οικονομικών δραστηριοτήτων και φιλοξενεί την κοινωνία των πολιτών της.
Χαρακτηριστικά στοιχεία της αστικής πολιτικής στη νέα περίοδο είναι η πρόσβαση των πολιτών στην εργασία, στην εκπαίδευση, στις υπηρεσίες και στην ψυχαγωγία, το αναβαθμισμένο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον, η δυναμική και ανταγωνιστική οικονομική ανάπτυξη, οι καινοτόμες επιχειρηματικές δραστηριότητες και η παροχή κοινωνικών υπηρεσιών μέσω μιας εκσυγχρονισμένης δημόσιας διοίκησης. Η στρατηγική ανάπτυξης των αστικών κέντρων αναπτύσσεται ως συνδυασμός των παρακάτω στοιχείων:
Πολυκεντρικότητα
Ενίσχυση των τάσεων δικτύωσης μεταξύ αστικών κέντρων
Βελτίωση και ανάπτυξη των υποδομών και περιορισμός της αστικής διάχυσης
Αειφόρος ανάπτυξη των πόλεων (αύξηση πρασίνου και κοινοχρήστων χώρων, ολοκληρωμένες υποδομές αστικών εξυπηρετήσεων, αστικές αναπλάσεις, δίκτυα πεζοδρόμων και ποδηλατοδρόμων, μείωση των οικιακών αποβλήτων)
Αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων στα αστικά κέντρα
Βελτίωση των πληροφοριών σχετικά με τις εξελίξεις στα αστικά κέντρα (παρατηρητήριο)
Η αρχιτεκτονική των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του ΕΣΠΑ 2007–2013 διαμορφώθηκε έτσι ώστε να υλοποιηθούν με το βέλτιστο τρόπο οι στρατηγικές επιλογές της χώρας, ενώ λήφθηκαν υπόψη και τα νέα δεδομένα της προγραμματικής περιόδου 2007-2013 (63% του πληθυσμού της χώρας σε καθεστώς μεταβατικής στήριξης). Το Ε.Σ.Π.Α. περιλαμβάνει τα ακόλουθα Επιχειρησιακά Προγράμματα:
Τομεακά Επιχειρησιακά Προγράμματα
Περιβάλλον – Αειφόρος ανάπτυξη
Ενίσχυση προσπελασιμότητας
Ανταγωνιστικότητα και Επιχειρηματικότητα
Ψηφιακή σύγκλιση
Ανάπτυξη ανθρώπινου δυναμικού
Εκπαίδευση και δια βίου μάθηση
Διοικητική μεταρρύθμιση
Τεχνική Υποστήριξη Eφαρμογής
Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα
Μακεδονίας – Θράκης
Δυτικής Ελλάδας – Πελοποννήσου – Ιονίων Νήσων
Κρήτης και Νήσων Αιγαίου
Θεσσαλίας -Στερεάς Ελλάδας – Ηπείρου
Αττικής
Επίσης στο πλαίσιο του Στόχου «Ευρωπαϊκή Εδαφική Συνεργασία», η Ελλάδα συμμετέχει στην διαχείριση 13 Επιχειρησιακών Προγραμμάτων.
Εκτός από τα Ε.Π. του Ε.Σ.Π.Α., στην προγραμματική περίοδο 2007–2013 υπάρχουν και τα ακόλουθα δύο Προγράμματα που τα διαχειρίζεται το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων:
Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης
Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αλιείας
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ Ο.Τ.Α. ΣΤΗ ΝΕΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ
Οι Ευρωπαϊκές Στρατηγικές Κατευθύνσεις για την Πολιτική της Συνοχής για την επόμενη προγραμματική περίοδο, αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στη συμβολή των πόλεων στην ανάπτυξη και στην απασχόληση.
Η μεγάλη σημασία που αποδίδεται στις πόλεις συνδέεται με την αναγνώριση του ρόλου τους ως κινητήρων της ανάπτυξης των περιοχών που βρίσκονται στην άμεση επιρροή τους, της υπαίθρου που τα περιβάλλει, αλλά και των μικρότερων αστικών κέντρων που βρίσκονται στην ακτίνα επιρροής τους. Συνακόλουθα, η ανάπτυξη των αστικών κέντρων μπορεί να λειτουργήσει και ως προωθητικός μηχανισμός της πραγματικής σύγκλισης.
Το ΕΣΠΑ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην αστική ανάπτυξη στοχεύοντας στη συγκρότηση μιας συνολικής αλλά και εξειδικευμένης αναπτυξιακής πολιτικής με ιδιαίτερη έμφαση στην αναβάθμιση των πόλεων και τη συμβολή τους στην προώθηση της Στρατηγικής της Λισσαβόνας.
Παράλληλα, οι στόχοι της Πολιτικής της Συνοχής υλοποιούνται μέσω της διάχυσης της ανάπτυξης στις ευρύτερες περιοχές όπου αποτυπώνεται η δυναμική των αστικών κέντρων, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό και στη μείωση των ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων και την ισόρροπη ανάπτυξη γενικότερα.
Οι ΟΤΑ αποτελούν τη θεσμική έκφραση των πόλεων και γενικότερα των αστικών κέντρων, στο πλαίσιο του πολιτικού και διοικητικού συστήματος της χώρας. Με την έννοια αυτή, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, ως μια οργανική βαθμίδα του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος, αναλαμβάνει, στο πλαίσιο των πολιτικών και διοικητικών δομών του κράτους, καθοριστικό ρόλο στην αναπτυξιακή διαδικασία της επόμενης προγραμματικής περιόδου (2007-2013).
Οι ΟΤΑ, και τα αστικά κέντρα ειδικότερα, μπορούν να αποτελέσουν σημεία ανάπτυξης σε μια διαδικασία «από τα κάτω προς τα πάνω / bottom – up», εντασσόμενα με σχέση επικουρικότητας και συμπληρωματικότητας στην ευρύτερη λογική του Ε.Σ.Π.Α.
Οι ΟΤΑ, ως θεσμικοί εκφραστές των τόπων συμπύκνωσης της αναπτυξιακής δυναμικής, μπορούν, ανάλογα με το δυναμισμό τους και τις λειτουργίες τους, τόσο τις γενικές όσο και τις εξειδικευμένες, να αποτελέσουν:
κινητήριους μηχανισμούς ανάπτυξης της παραγωγής και δημιουργίας θέσεων εργασίας,
μηχανισμούς διασφάλισης της αειφόρου ανάπτυξης, προωθώντας την κοινωνική συνοχή και την ποιότητα του περιβάλλοντος και με την έννοια αυτή και την αναπαραγωγιμότητα της αναπτυξιακής διαδικασίας και τη συνοχή της κοινωνίας,
μηχανισμούς που συμβάλλουν καθοριστικά στην διαμόρφωση μιας βελτιωμένης χωρικής ισορροπίας και σε επίπεδο Ε.Ε. συνολικά, αλλά και του κράτους μέλους.
Μέσο προς την κατεύθυνση αυτή αποτελούν ασφαλώς εκείνοι οι ΟΤΑ που είναι ελκυστικοί ως τόποι εγκατάστασης επιχειρήσεων και κατοίκων. Προϋπόθεση όμως γι’ αυτή την ιδιότητα αποτελεί η προσπελασιμότητά τους και η ομαλή και απρόσκοπτη κίνηση και μετακίνηση σ’ αυτούς, η παροχή των αναγκαίων υπηρεσιών, το καλό και υγιεινό φυσικό περιβάλλον και η ανάπτυξη της διοικητικής ικανότητάς τους.
Επιπρόσθετα, είναι αναγκαία η προώθηση της καινοτομίας, της επιχειρηματικότητας και της κοινωνίας της γνώσης, ώστε να ενδυναμωθεί η παραγωγική βάση των συγκεκριμένων ενοτήτων, λαμβάνοντας ιδιαίτερη πρόνοια για τις μικρομεσαίες αλλά και για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, καθώς και για την ανάπτυξη και διάχυση της καινοτομίας και της οικονομίας της γνώσης.
Καθοριστική θα είναι η ανάπτυξη νέων θέσεων εργασίας και απασχόλησης στους ΟΤΑ. Αυτό προϋποθέτει ότι οι ΟΤΑ ανταποκρίνονται στις αλλαγές που παρατηρούνται στα σύγχρονα πρότυπα κατοίκησης, τόπου εργασίας και στις δυνατότητες μετακινήσεων που, τελικά, περιορίζουν σημαντικά τις διαφορές πόλης / υπαίθρου. Η βελτιωμένη εκπαίδευση και κατάρτιση αποτελούν επίσης προϋποθέσεις βελτίωσης των δυνατοτήτων απασχόλησης.
Ιδιαίτερη πρόνοια πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται για την εξάλειψη, στα συγκεκριμένα χωρικά σύνολα, των ανισοτήτων και του κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς και για την κοινωνική ενσωμάτωση όλων των ομάδων που ζουν και αναπτύσσουν δραστηριότητες σε αυτά, όπως επίσης και για την προώθηση της ισότητας κάθε είδους.
Η ασφάλεια των πολιτών αποτελεί ένα πρόσθετο σημαντικό στοιχείο ανάπτυξης και συνοχής.
Η αναπτυξιακή διαδικασία πρέπει να προσεγγίζεται με τρόπο που να αντιμετωπίζει τους προβληματισμούς που συνδέονται άμεσα με την παραγωγική διαδικασία και την επιχειρηματικότητα, αλλά και με τους προβληματισμούς που συνδέονται με την ποιότητα ζωής και την αλληλεγγύη. Η διασφάλιση των προϋποθέσεων ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας στα συγκεκριμένα χωρικά σύνολα (πόλεις, οικισμοί), προφανώς πρέπει να υλοποιείται παράλληλα με τη διασφάλιση όλων εκείνων των στοιχείων που συμβάλλουν σε ένα γενικά αποδεκτό επίπεδο ποιότητας ζωής. Ο συνδυασμός των δύο αυτών στόχων, τελικά, οδηγεί και στη βιωσιμότητα της ανάπτυξης.
Επομένως, και στο πλαίσιο του Ε.Σ.Π.Α., είναι απαραίτητο να προωθήσουν οι πόλεις την ανταγωνιστικότητα και όχι να προωθήσουμε την ανταγωνιστικότητα μεταξύ των πόλεων.
Στο πλαίσιο που περιγράφουν οι στόχοι που αναφέρονται παραπάνω, έχει ιδιαίτερη σημασία η διατύπωση ολοκληρωμένων προσεγγίσεων αειφόρου ανάπτυξης και ο προσδιορισμός της σχέσης των πόλεων με την ανάπτυξη μικροπεριφερειών, των οποίων αυτές αποτελούν κέντρα. Η συμμετοχή των πολιτών στη συγκεκριμένη διαδικασία και η επιδίωξη της ευρύτερης δυνατής συναίνεσης, στηρίζουν και προωθούν τις συγκεκριμένες αναπτυξιακές επιλογές.
Η διακυβέρνηση, άρα, που ασκούν οι ΟΤΑ κατά πρόσφορο και αποτελεσματικό τρόπο, αποτελεί στοιχείο προώθησης των αναπτυξιακών στόχων.
Αυτό που επίσης απαιτείται είναι να χρησιμοποιηθούν οι ΟΤΑ (τα αστικά κέντρα και οι οικισμοί τους), ως βάση για τον φυσικό σχεδιασμό, τον προσδιορισμό των αναγκαίων δεικτών και τη δημιουργία σχετικής βάσης δεδομένων (όπως προβλέπεται και στο Πρόγραμμα «ΧΩΡΟΣ» της ΚΕΔΚΕ ).
Το γεγονός ότι για πρώτη φορά 5 από τις 13 περιφέρειες της Ελλάδας είναι εκτός αμιγούς στόχου σύγκλισης (3 περιφέρειες σταδιακής εξόδου από το στόχο σύγκλιση: Αττική, Κεντρική και Δυτική. Μακεδονία και 2 περιφέρειες σταδιακής εισόδου στο στόχο περιφερειακή ανταγωνιστικότητα και απασχόληση: Στερεά Ελλάδα, Νότιο Αιγαίο) δε θα πρέπει να αποτελέσει λόγο για εισροή λιγότερων δημόσιων πόρων στις περιφέρεις αυτές, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των Περιφερειακών ανισοτήτων. Κατά συνέπεια η μειωμένη κοινοτική συνδρομή στις περιφέρεις αυτές θα πρέπει να αντισταθμιστεί με πρόσθετους εθνικούς πόρους.
Επομένως απαιτείται μια αποτελεσματική πολιτική η οποία θα οδηγεί σε σύγκλιση των Περιφερειών, σε ότι αφορά και την αναπτυξιακή τους δυναμική και την ποιότητα ζωής. Στη διαδικασία αυτή οι ΟΤΑ, αναπτύσσοντας την μεταξύ τους αλληλεγγύη μέσα από τα συλλογικά τους όργανα, μπορούν να αναλάβουν ιδιαίτερα δυναμικό, χρήσιμο και αποτελεσματικό ρόλο.
Σύμφωνα με τα προηγούμενα, τα αστικά κέντρα της χώρας και κατ’ επέκταση το σύνολο των ΟΤΑ μπορούν, ομαδοποιημένα σε ενότητες, αλλά σε πολλές περιπτώσεις και εξειδικευμένα, να αποτελέσουν, κατά την επόμενη περίοδο προγραμματισμού, αναπτυξιακούς πόλους της χώρας.
Το σύνολο των ΟΤΑ της χώρας προσφέρεται να αντιμετωπιστεί, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου προβληματισμού, σε πέντε διαφορετικά υποσύνολα:
(α) Τα μητροπολιτικά κέντρα της χώρας, που αποτελούν και συγκροτήματα τα οποία ασκούν έλξη στο σύνολο της χώρας, αλλά και πέραν των συνόρων, την Αθήνα – Αττική και τη Θεσσαλονίκη.
(β) Τα περιφερειακά κέντρα της, στα οποία θα πρέπει να κατατάσσονται τα αστικά κέντρα που, στη χώρα μας, είτε είναι μεσαίου μεγέθους αστικά κέντρα, είτε αποτελούν πρωτεύουσες των 13 Περιφερειών της χώρας, είτε αποτελούν αστικά κέντρα με ειδικές λειτουργίες.
(γ) Τα αστικά κέντρα νομαρχιακού επιπέδου, άλλα από τα οποία αποτελούν πρωτεύουσες των νομών και άλλα αποτελούν αστικά κέντρα νομών με περισσότερα του ενός αστικά κέντρα.
Οι τρεις κατηγορίες ΟΤΑ συνιστούν και το αστικό δίκτυο της χώρας, εφόσον στα αστικά κέντρα, σύμφωνα με τον ορισμό της ΕΣΥΕ, προστεθούν και οι πρωτεύουσες των νομών που τυπικά δεν έχουν πρωτεύουσα αστικού τύπου.
Τα κέντρα αυτά συνιστούν ως προς την αστική επιρροή τους, μια ιεραρχία τριών βαθμίδων, για κάθε ένα δε από αυτά είναι κατ’ αρχή δυνατό να προσδιοριστεί εντός της ακτίνας επιρροής τους – εθνική και υπερεθνική, περιφερειακή και τοπική – ένα ημερήσιο σύστημα μετακινήσεων, καθώς και η λειτουργική τους περιοχή.
Κατά τα τελευταία χρόνια σε άμεση συνάρτηση με την αύξηση των προϋποθέσεων μετακίνησης, με τις υποδομές και τα μέσα, καθώς και με τη μείωση των χρονοαποστάσεων, έχει αρχίσει η συγκρότηση ενός, τοπικού σε πρώτη φάση, πλέγματος δικτυακών σχέσεων μεταξύ γειτονικών αστικών κέντρων, το οποίο προχωρεί σε συμπληρωματικότητες και σε εξορθολογισμό των λειτουργιών των κέντρων αυτών.
Στη συνέχεια της συγκεκριμένης κλίμακας βρίσκονται τα λεγόμενα ημιαστικά κέντρα, τα περισσότερα από τα οποία αποτελούν τοπικά κέντρα.
Επομένως, η ιεραρχία αυτή συμπληρώνεται με δύο ακόμα βαθμίδες:
(δ) τα ημιαστικά κέντρα
(ε) τους Ο.Τ.Α. της υπαίθρου
Τα ημιαστικά κέντρα συνιστούν κέντρα ενοτήτων της υπαίθρου, καθώς σε αυτά συγκεντρώνονται υπηρεσίες και αστικές λειτουργίες τοπικού επιπέδου.
Στην άκρη της κλίμακας αυτής βρίσκονται οι ΟΤΑ της υπαίθρου, οι οποίοι την περίοδο αυτή, κατά την οποία διαμορφώνονται σταδιακά οι νέες λειτουργικές ενότητες στη βάση των Καποδιστριακών ΟΤΑ, διανύουν, στις περισσότερες περιπτώσεις, μια περίοδο σημαντικών μετασχηματισμών.
Επομένως, στο ιεραρχημένο σύστημα των αστικών κέντρων τριών βαθμίδων προστίθενται και οι δύο επόμενες βαθμίδες των ΟΤΑ, διαμορφώνοντας το συνολικό σύστημα οικισμών της χώρας και τις σταδιακά αναδυόμενες όλο και ισχυρότερες δικτυώσεις τους.
Ιδιαίτερο αναπτυξιακό ρόλο μπορούν να αναλάβουν τα κέντρα των δύο τελευταίων βαθμίδων [(δ) και (ε)] σε συνδυασμό με τα τοπικού και νομαρχιακού επιπέδου κέντρα της τρίτης βαθμίδας της πρώτης ενότητας (γ) στην ανάπτυξη των απομακρυσμένων ορεινών και νησιωτικών περιοχών της χώρας. Των περιοχών δηλαδή που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα της ανάπτυξης λειτουργώντας ως τοπικοί πόλοι συγκεκριμένων μικροπεριφερειών στις οποίες τα κέντρα αυτά συναρθρώνονται σε ενότητες της υπαίθρου με την αγροτική τους ενδοχώρα.
Στο τέλος της συνοπτικής αυτής παρουσίασης του ιεραρχημένου συστήματος των ΟΤΑ της χώρας σε πέντε βαθμίδες που εντάσσονται σε δύο ενότητες, θα πρέπει να τονιστεί η ανάγκη αποδέσμευσης της θεώρησής του από την στατιστική προσέγγιση, η οποία συνήθως γίνεται με αναφορές στον πληθυσμό και στα κυρίαρχα στοιχεία παραγωγικού προτύπου και υπηρεσιών.
Καθώς το πρότυπο κατοίκησης, παραγωγής και αναψυχής αλλάζει και η εποχικότητα σε περισσότερες δραστηριότητες προσλαμβάνει μια νέα μορφή που ανταποκρίνεται στις νέες δυνατότητες και επιλογές μετακινήσεων, το σύνολο των ΟΤΑ της χώρας θα πρέπει να τύχει ειδικής αντιμετώπισης, σε μια λογική «εκ των κάτω προς τα άνω / bottom-up», η οποία θα λειτουργεί συμπληρωματικά στην «εκ των άνω προς τα κάτω / top-down» λογική των παρεμβάσεων των ευρωπαϊκών πολιτικών, αλλά και των πολιτικών της κεντρικής διοίκησης της χώρας, στα διάφορα επίπεδα. Η κατεύθυνση αυτή άλλωστε υπηρετεί αποτελεσματικά και τις αρχές της αποκέντρωσης, της εταιρικότητας και της επικουρικότητας.
Παράλληλα, αυτή η προσέγγιση αποτελεί προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση των ΟΤΑ κάθε επιπέδου και για τη δυναμική ανάπτυξή τους που με τη σειρά της ευνοεί και στηρίζει την γενικότερη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, άρα και την περιφερειακή ανάπτυξη και τη συνοχή, λειτουργώντας ως αντιστάθμισμα των διαπιστωμένων τάσεων κίνησης του πληθυσμού και των δραστηριοτήτων από την ενδοχώρα προς τις παραθαλάσσιες περιοχές, από τα ορεινά στα πεδινά και από την ύπαιθρο στις πόλεις, αλλά και ως κίνητρο ενεργοποίησης των παραγωγικών δραστηριοτήτων σε πολλές ορεινές και ημιορεινές περιοχές της χώρας.
Συμπερασματικά, η Τοπική Αυτοδιοίκηση μπορεί να συμβάλλει αποτελεσματικά στην προώθηση των στόχων και των προτεραιοτήτων του Ε.Σ.Π.Α. 2007–2013 και ειδικότερα:
στην περιφερειακή ανάπτυξη και στην ανάπτυξη των πόλεων και της αγροτικής ενδοχώρας τους,
στην ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας, της καινοτομίας και της κοινωνίας της γνώσης,
στην προσέλκυση επενδύσεων, την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας,
στην προστασία του περιβάλλοντος και την αειφόρο ανάπτυξη,
στη βελτίωση της προσπελασιμότητας σε τοπικό επίπεδο και των υπηρεσιών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στους πολίτες,
στην ψηφιακή σύγκλιση και τη βελτίωση της διοικητικής ικανότητας των Ο.Τ.Α.
Για να μπορέσει όμως η Τοπική Αυτοδιοίκηση να ανταποκριθεί στο ρόλο της αυτό πρέπει να διασφαλιστούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.