“ΕΣΠΑ 2007-2013. Νέα Χρηματοοικονομικά Εργαλεία για την Ενίσχυση της Βιώσιμης Ανάπτυξης”.
Τρίτη 29 Μαρτίου 2007, Αθήνα
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ : Πριν από την ένταξη της Ελλάδας στην Ε.Ε. και λόγω των περιορισμένων πόρων κυριαρχούσε η «πιστωσιοκεντρική» αντίληψη της ανάπτυξης. Όποιος ήθελε να κάνει ένα έργο έπρεπε κάθε χρόνο να διεκδικεί μια ετήσια πίστωση που το ύψος της συναρτάτο από την πολιτική συγκυρία ή τη βούληση του πιστωτή να διατηρεί ισορροπίες μέσω της εκ περιτροπής χρηματοδότησης διάφορων έργων κ.λπ. Αποτέλεσμα : η ολοκλήρωση ενός έργου ήταν συνάρτηση της διαθεσιμότητας πιστωτών και πιστώσεων και όχι των τεχνικών δεδομένων του έργου.
Ήταν συνεπώς αναμενόμενο το έργο να προχωρά με «αυτόματο πιλότο», δηλαδή «βλέποντας και κάνοντας, αφού κανένας δεν έδινε σημασία στις τεχνικές και οικονομικές του παραμέτρους του έργου αλλά ούτε και στο χρονικό προγραμματισμό της εκτέλεσής του. Και αφού ο πιστωτής δεν δεσμευόταν για συγκεκριμένη ροή πιστώσεων σε πολυετή βάση, ο φορέας εκτέλεσης, «δικαιωματικά», δε δεσμευόταν για καμία από αυτές τις παραμέτρους. Έτσι το φυσικό αντικείμενο ενός έργου και ο χρόνος ολοκλήρωσης του καθίσταντο γνωστά μόνο απολογιστικά, όταν δηλαδή τελείωναν οι πόροι και σταματούσε η εκτέλεση του έργου.
Παράλληλα, αυτή η ετήσια διαδικασία διεκδίκησης πιστώσεων μετατόπιζε το ενδιαφέρον του πιστωτή όχι στο εάν και πώς θα αξιοποιηθεί η χρηματοδότηση αλλά στο πώς θα κρατήσει τις ισορροπίες σε κάθε ετήσια διαδικασία διάθεσης πιστώσεων. Οι δε φορείς υλοποίησης οδηγούνταν στην εκούσια υποεκτίμηση του κόστους των έργων τους προκειμένου να έχουν περισσότερες ελπίδες χρηματοδότησης. Με αυτό τον φαύλο κύκλο, τα έργα άρχιζαν αλλά … δυστυχώς δεν τελείωναν.
Με την είσοδο της Ελλάδας στην Ε.Ε. και τη ραγδαία αύξηση των διατιθέμενων πόρων άλλαξε άρδην το τοπίο. Δεν υπήρχε πια λόγος να παρουσιάζουν οι φορείς των έργων υποεκτιμημένους προϋπολογισμούς ούτε χρειαζόταν να διεκδικούν κάθε χρόνο τη συνέχιση της χρηματοδότησης αφού την είχαν εξ’ ορισμού διαθέσιμη, αν όχι σε αρκετές περιπτώσεις δεδομένη. Την «πιστωσιοκεντρική» αντίληψη αντικατέστησε η «εργοκεντρική» αντίληψη και ο πολυετής προγραμματισμός. Δηλαδή οι φορείς των έργων έπρεπε να διεκδικούν άπαξ την πλήρη χρηματοδότηση για το σύνολο του έργου τους και οι φορείς χρηματοδότησης έπρεπε να ελέγχουν και να διασφαλίζουν ότι το έργο θα ολοκληρωνόταν σύμφωνα με τις προδιαγραφές του, ότι θα ήταν λειτουργικό αλλά και ότι θα απορροφούσε τα προβλεπόμενα ποσά σε ετήσια βάση.
Και ενώ δεν υπήρχε πλέον στενότητα πόρων, αποκαλύφθηκε στενότητα έργων. Έργων ώριμων και να κατασκευαστούν σύμφωνα με το κοστολογικό, ποιοτικό και χρονικό τους προγραμματισμό αλλά και να υπακούουν στους αυστηρούς όρους καταβολής των Κοινοτικών πόρων. Πέραν αυτών ο δεσμευτικός χαρακτήρας των παράλληλων πολιτικών της Ε.Ε.(ανταγωνισμός, περιβάλλον, απασχόληση, κ.λπ.) και η υιοθέτηση των αρχών της επικουρικότητας και της προσθετικότητας έκανε την κατάσταση πιο δύσκολη.
Εμπρός στο άγχος των απωλειών πόρων, η πρόταξη της απορρόφησης σε αντιδιαστολή με την ανάγκη μεγιστοποίησης της αναπτυξιακής απόδοσης των έργων ήταν μεν αναπόφευκτη αλλά ήταν και επιβλαβής γιατί περιόρισε την αναπτυξιακή πολιτική της χώρας στην εξειδίκευση των εθνικών ιδιαιτεροτήτων χωρίς συγκροτημένη από πάνω προς τα κάτω στρατηγική και, για εκτόνωση, διατήρησε την υπό ελλιπείς όρους εκτέλεση έργων με αποκλειστικά εθνικούς πόρους σύμφωνα με την πιστωσιοκεντρική λογική των προ ΚΠΣ περιόδων.
Το ΚΠΣ 2000-2006 ανέδειξε την ανάγκη διαμόρφωσης νέων αποτελεσματικών αρχών και συστημάτων τοπικής, περιφερειακής, εθνικής και Ευρωπαϊκής διακυβέρνησης σε τομείς όπως: (α) η διαχείριση και ο έλεγχος, (β) η θεσμική συλλογική εκπροσώπηση, (γ) η διαφάνεια στη διοίκηση των δημοσίων έργων, (δ) η συνεργασία του δημόσιου, ιδιωτικού, αυτοδιοικητικού και κοινωνικού τομέα και τέλος (ε) η οργάνωση του δημόσιου τομέα.
Με τα νέα χαρακτηριστικά της περιόδου προγραμματισμού 2007-2013 και του νέου «ΚΠΣ», δηλαδή του ΕΣΠΑ η ανάγκη αυτή καθίσταται πλέον υποχρεωτική :
η περιφερειακή πολιτική “επανεθνικοποιείται” υπό την έννοια ότι η χώρα υποβάλλει προς έγκριση στην ΕΕ μόνο τις αναπτυξιακές της προτεραιότητες και όχι τα επιμέρους μέτρα πολιτικής της (είναι ελεύθερη να ακολουθήσει δικές της ιδιαίτερες διαδικασίες εφαρμογής και διοίκησης υπό την προϋπόθεση πάντοτε της συμμόρφωσης και πιστοποίησης),
οι εθνικές στρατηγικές εντάσσονται πλήρως στις Κοινοτικές προτεραιότητες (εκτός του ότι τελούν υπό την αρχική έγκριση και την ετήσια παρακολούθηση της ΕΕ, επεκτείνεται η εφαρμογή της επικουρικότητας και της προσθετικότητας σε στρατηγικό και όχι μόνο προγραμματικό επίπεδο συνεπώς εμπλέκονται και οι μη συγχρηματοδοτούμενες πολιτικές),
συνολικά για όλη την Ένωση, η ένταση της συνολικής δημόσιας και ιδιωτικής επενδυτικής προσπάθειας για να επιτευχθούν κοινοί Ευρωπαϊκοί στόχοι (π.χ. στρατηγική της Λισσαβόνας) αυξάνεται και
η περιφερειακή διάσταση κυριαρχεί μέσα από τις ευρωπαϊκές στρατηγικές κατευθύνσεις για την πολιτική συνοχής με παρεμβάσεις που αφορούν στη συµβολή των πόλεων και των εν γένει αστικών κέντρων στην ανάπτυξη και την απασχόληση, την ενίσχυση της οικονοµικής διαφοροποίησης των αγροτικών περιοχών και την εδαφική συνοχή.
Εν αντιθέσει, όμως, με την διαφοροποίηση και τον εξορθολογισμό της στρατηγικής, και παρά την αύξηση του αντικειμένου της Περιφερειακής Πολιτικής, δεν υπάρχει αντίστοιχη αύξηση των διαθέσιμων πόρων.
Επιπρόσθετα, η Ελλάδα πέραν των διαπεριφερειακών ανισοτήτων στα εισοδηματικά επίπεδα, την απασχόληση και το ανθρώπινο κεφάλαιο αντιμετωπίζει επιπλέον προκλήσεις.
Για πρώτη φορά, 5 από τις 13 ελληνικές περιφέρειες δεν περιλαμβάνονται στο Στόχο 1. Στις περιφέρειες αυτές συγκεντρώνεται ποσοστό πληθυσμού 65% ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στα υπόλοιπα 15 κράτη μέλη κυμαίνεται από 3,4% έως 27,8%.
Οι εδαφικές ανισσοροπίες είναι μεγάλες και οφείλονται τόσο στην υπερσυγκέντρωση των δραστηριοτήτων στην Αττική και συνεπακόλουθα στην κατάτμηση ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια – υπόλοιπη Ελλάδα όσο και στην ύπαρξη πολυάριθμων περιοχών που λόγω ιδιαίτερων (και μόνιμων) τοπογραφικών χαρακτηριστικών βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Αποτέλεσμα αυτών είναι ότι οι πολίτες ανεξαρτήτως τόπου διαμονής δεν διαθέτουν ίδιας ποιότητας βασικό κοινωνικό εξοπλισμό και δημόσιες υπηρεσίες (φυσική υποδομή, υγεία, εκπαίδευση).
Επιπλέον, στις απομακρυσμένες ορεινές περιοχές καθώς και σε πολλά νησιά, δεν υπάρχει η «κρίσιμη μάζα» για την ανάπτυξη βασικών δημόσιων υπηρεσιών (μεταφορές, υγεία, παιδεία), ενώ η στροφή σε αστικού τύπου δραστηριότητες καθιστά το πρόβλημα αυτών των περιοχών ακόμη περισσότερο πολύπλοκο και δυσεπίλυτο. Ως ένα βαθμό, οι ορεινές περιοχές αντιμετωπίζουν διαφορετικού είδους προβλήματα από τις λιγότερο «ενσωματωμένες» νησιωτικές περιοχές. Στις τελευταίες η συγκράτηση του πληθυσμού συνιστά το κύριο πρόβλημα, ενώ στις πρώτες, κρίσιμη παραμένει η προσπελασιμότητα.
Οι ελληνικές Περιφέρειες αντιμετωπίζουν επίσης την πρόκληση της ανταγωνιστικότητάς τους. Πως θα την αυξήσουν μακροπρόθεσμα προκειμένου να διατηρήσουν υψηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, αυξάνοντας ταυτόχρονα και τα ποσοστά απασχόλησης.
Στο νέο αυτό περιβάλλον τα συγκριτικά πλεονεκτήματα σε περισσότερους του ενός κλάδου, τα δυναμικά αστικά κέντρα, η διαθεσιμότητα και προσέλκυση επαρκούς ανθρώπινου και επιστημονικού δυναμικού, τα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία μπαίνουν για πρώτη φορά στην ατζέντα.
Το ΕΣΠΑ διαπνέεται από τον προβληματισμό αυτό.
Δεν είναι απλώς το βασικό χρηματοδοτικό μέσο της Ε.Ε. πού στοχεύει στην κοινωνικοοικονομική ανταγωνιστικότητα, επιχειρηματικότητα, σύγκλιση και συνοχή των περιφερειών.
Είναι ένα μέσο που φιλοδοξεί να δημιουργήσει μια άλλη αντίληψη, με κανόνες και αρχές υγιούς και βιώσιμης συνεργασίας όλων των φορέων σε όλα τα επίπεδα: σχεδιασμού, κοινωνικής διαβούλευσης, υλοποίησης, ορθολογικής και έντιμης διαχείρισης των δημόσιων και ιδιωτικών πόρων, επ’ ωφελεία της χώρας και των πολιτών της.
Χρειάστηκαν περίπου είκοσι χρόνια για να περάσει η έννοια της βιωσιμότητας από την μονοσήμαντη έννοια της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος στη σύνθετη έννοια που όλοι μας θεωρητικά τουλάχιστον κατανοούμε σήμερα.
Δεν χρειάζεται να περάσουν άλλα είκοσι για να δούμε αποτελέσματα.
Οι ελληνικές περιφέρειες και οι φορείς τους θα πρέπει να επιμείνουν και να εμβαθύνουν συνολικά σε αυτά με: (α) εξωστρέφεια προς το Ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον και (β) με προώθηση καινοτομικών και σύγχρονων διαπεριφερειακών επιχειρηματικών και επιχειρησιακών δράσεων που σε συνδυασμό με τη χρήση νέων χρηματοοικονομικών εργαλείων και μηχανισμών θα συνδράμουν σημαντικά στη δημιουργία – μεσοπρόθεσμα – ενός κρίσιμου μεγέθους κοινωνικοοικονομικών δραστηριοτήτων που να μπορεί να διατηρηθεί, επιβιώσει, διαχυθεί και αναπτυχθεί αυτοτροφοδοτούμενο με αυτοτέλεια και λογική αλληλουχία και συνέπεια.
Στοχεύοντας στη βιώσιμη ανάπτυξη εννοούμε να πετύχουμε οικονομική ευημερία και συγχρόνως κοινωνική συνοχή και περιβαλλοντική προστασία και επιπλέον να αναδείξουμε και να προστατεύσουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά.
Για τη διαμόρφωση της στρατηγικής έγινε σε βάθος επεξεργασία, ανάλυση και συσχέτιση σε τέσσερα θέματα προτεραιότητας που είναι η ολοκληρωμένη περιβαλλοντική αστική διαχείριση, τα βιώσιμα μεταφορικά συστήματα, ο βιώσιμος αστικός σχεδιασμός και οι βιώσιμες κατασκευές.
Για τις πόλεις θέλω να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά.
Είναι κοινή διαπίστωση ότι οι πόλεις μας εδώ και αρκετά χρόνια έχουν χάσει τους αργούς παραδοσιακούς και ελεγχόμενους ρυθμούς ανάπτυξης. Σήμερα οι πόλεις ως προϊόντα ανθρώπινης δραστηριότητας, που αντανακλούν τις σχέσεις εξουσίας μέσα στην κοινωνία, επηρεάζονται καθοριστικά από παγκόσμιες εξωγενείς δυνάμεις. Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η σύγχρονη τεχνολογία, η ηλεκτρονική πληροφόρηση, η διαφήμιση και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης που πλέον αποτελούν μονόδρομο, προκαλούν θεμελιακές αλλαγές στον τρόπο που αναπτύσσονται οι πόλεις μας, αλλοιώνουν τις υφιστάμενες δομές, την παράδοση, τα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης. Τα προβλήματα γίνονται ολοένα και περισσότερο σύνθετα, πολυεπίπεδα και πολύμορφα και κάθε σχετική προσπάθεια για την αντιμετώπισή τους προϋποθέτει διεπιστημονική προσέγγιση. Στα μεγάλα αστικά κέντρα αλλά και στις παραλιακές πόλεις και χωριά με ιδιαίτερο τουριστικό ενδιαφέρον οι αρνητικές επιρροές και τα προβλήματα εμφανίζονται ταχύτερα και εντονότερα.
Το ερώτημα στο οποίο καλούμαστε να απαντήσουμε είναι με ποιο τρόπο ο δημόσιος τομέας σε όλα τα επίπεδα διοίκησης εθνικό, περιφερειακό, τοπικό αλλά και ο ιδιωτικός τομέας θα πρέπει να παρεμβαίνουν στο χώρο, στο φυσικό και στο δομημένο περιβάλλον αλλά και στο κοινωνικό περιβάλλον έτσι ώστε τα αποτελέσματα και οι επιπτώσεις των πολιτικών και των δράσεων να προάγουν την οικονομική ευημερία και την κοινωνική ενσωμάτωση με σεβασμό στην προστασία των φυσικών συστημάτων και φυσικών πόρων αλλά και στην προστασία και ανάδειξη της πολιτισμικής μας ταυτότητας.
Σε πολλές χώρες η ευθύνη για την παροχή και χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών αποκεντρώνεται σε αυξανόμενο βαθμό. Στις μεταβατικές και αναπτυσσόμενες οικονομίες, ο αυξημένος ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην παροχή υπηρεσιών παρεμποδίζεται συχνά από περιορισμούς στους οικονομικούς πόρους, όπως και στη θεσμική ικανότητα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ειδικά όσον αφορά στην ανεπάρκεια των οικονομικών, των πρακτικών, της διαχείρισης και της τεχνογνωσίας.
Η μεταφορά σημαντικών αρμοδιοτήτων από το Κράτος προς τους Ο.Τ.Α. Α΄ Βαθμού, σε συνδυασμό με τη διαχείριση από αυτούς σημαντικών κονδυλίων ποικίλης προέλευσης, έχει καταστήσει αναγκαία τη θεώρηση των Δήμων ως «Επιχειρησιακές Μονάδες», που χαράσσουν και υλοποιούν το αναπτυξιακό και κοινωνικό τους έργο, μέσα από πολυσύνθετες, πολύπλοκες και ενίοτε υποκρύπτουσες κινδύνους διαδικασίες δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής διαχείρισης.
Τα κύρια ζητήματα που χρήζουν επεμβάσεων για τον εξορθολογισμό των μέσων χρηματοδότησης των ΟΤΑ αφορούν, κυρίως, στην ενίσχυση του τοπικού ρυθμιστικού πλαισίου και της θεσμικής ικανότητάς τους για την αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών, τη βελτίωση των ενδοκυβερνητικών δημοσιονομικών σχέσεων και των προϋπολογιστικών και ελεγκτικών συστημάτων (budgetary and control systems) και την ενδυνάμωση της χρηματοοικονομικής διοίκησης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως επίσης και της ικανότητάς της να κινητοποιεί ιδιωτικούς πόρους για την τοπική υποδομή.
Τα πλήρη πλεονεκτήματα της αποκέντρωσης μπορούν να κατακτηθούν μόνο αν υπάρχει ένα αποτελεσματικό νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο.
Μια ισχυρή στρατηγική για την αποτελεσματική αποκέντρωση απαιτεί τη βελτίωση της ικανότητας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για σταθερή δημιουργία εσόδων από ίδιες πηγές, μέσα από την εκλογίκευση του φορολογικού καθεστώτος και της διαχείρισης της είσπραξης των φόρων, την αποδοτική οργάνωση των πολιτικών και των συμφωνιών κατανομής εσόδων σε κυβερνητικό επίπεδο, κ.λπ. Τα πιο πάνω απαιτούν αποτελεσματικά και αξιόπιστα προϋπολογιστικά και ελεγκτικά συστήματα με στόχο έναν άρτιο οικονομικό προγραμματισμό, τη βελτίωση της διαχείρισης της ρευστότητας και την εφαρμογή ανεξάρτητων ελέγχων.
Μια αποκεντρωμένη στρατηγική για την αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών και το χτίσιμο των ικανοτήτων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ίσως θα πρέπει να επαναξιολογήσει τα κριτήρια επιλογής και χρηματοδότησης των προγραμμάτων και έργων της.
Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να εξεταστούν προσεκτικά κάποια εναλλακτικά σχέδια χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων (όπου αυτό είναι εφικτό) και των ιδιωτικοποιήσεων και παραχωρήσεων υπηρεσιών, οι οποίες θα ενισχύσουν τη δυνατότητα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης να κινητοποιήσει τους ιδιωτικούς πόρους (συμπεριλαμβανομένων των εγχώριων πιστώσεων) με τρόπους που δε δημιουργούν πιθανές οφειλές ή υποχρεώσεις σε υψηλότερα επίπεδα διακυβέρνησης (π.χ. project finance, χρηματοδότηση με βάση τον ισολογισμό τους, βραχυπρόθεσμα ομόλογα και άλλα ειδικά εργαλεία, την αξιολόγηση των δυνατοτήτων και των προϋποθέσεων για την καθιέρωση “περιοχών ειδικού σκοπού – special purpose districts” που θα παρέχουν υπηρεσίες όπως η ύδρευση και η αποχέτευση σε περιοχές οικιστικής ή εμπορικής ανάπτυξης, κ.λπ.).
Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, ωστόσο, θα υπάρξει και η ανάγκη αξιολόγησης, χώρα με χώρα, της προτεραιότητας και εφικτότητας συγκεκριμένων δράσεων και προσεγγίσεων που μπορεί να ξεκινήσουν ως μέρος μιας στρατηγικής αποκέντρωσης στον τομέα των οικονομικών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Με δεδομένα τα ανωτέρω, μια σύγχρονη θεώρηση των Δήμων στην Ελλάδα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τους ακόλουθους παράγοντες, που αφενός μεν προσδιορίζουν το πλαίσιο της χρηματοοικονομικής λειτουργίας αυτών, αφετέρου δε συνιστούν σημαντικότατες προκλήσεις για την ανάπτυξη της οικονομικής αυτονομίας και του αυτοδιοικητικού χαρακτήρα αυτών.
Ως πρώτο παράγοντα οφείλουμε να αναφέρουμε την τήρηση των κριτηρίων της «Δημοσιονομικής Πειθαρχίας» που προκύπτουν από τις διατάξεις του Άρθρου 104 της Συνθήκης Ε.Ε. σχετικά με το ύψος του Δημόσιου Ελλείμματος & Χρέους.
Ως δεύτερος παράγων σημειώνεται η ανάγκη διασφάλισης ενός υψηλού βαθμού «χρηματοοικονομικής ευελιξίας» (Financial Flexibility) των Δήμων στην Ελλάδα, δηλαδή η εξεύρεση νέων εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης τόσο της λειτουργικής, όσο και της επενδυτικής δραστηριότητας αυτών.
Είναι γεγονός ότι η ολοένα και μεγαλύτερη μεταφορά αρμοδιοτήτων προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση και η κατά συνέπεια ανάληψη από αυτήν ρόλων, λειτουργιών και ευθυνών προσκρούει από πλευράς χρηματοδότησης τόσο στο συντελεστή κάλυψης της «φοροδοτικής ικανότητας» των δημοτών, ως προς το μέγεθος των Ιδίων Πόρων, όσο και στο ύψος των Κρατικών Μεταβιβάσεων, τα όρια των οποίων αναφέρθηκαν στον πρώτο παράγοντα.
Κατά συνέπεια, η αποζητούμενη ανάπτυξη της χρηματοοικονομικής ευελιξίας εξαρτάται από την ικανότητα του κάθε Δήμου να αναπτύξει, να εκμεταλλευθεί και να αξιοποιήσει εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, είτε μέσω της αξιοποίησης των κονδυλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε μέσω της δημιουργίας νέων Κέντρων Εσόδων μη φορολογικού χαρακτήρα, είτε, τέλος, μέσω της προσφυγής αυτών στην αγορά δανειακών κεφαλαίων.
Θα ήταν παράλειψη, αν ως τρίτος παράγοντας δεν αναφερόταν η προώθηση Εταιρικών Σχέσεων (partenariat) μεταξύ φορέων του Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα της Οικονομίας μέσα από την υλοποίηση Συμβάσεων Συμπράξεων, με σκοπό την υλοποίηση Αυτοχρηματοδοτούμενων Επενδυτικών Έργων τύπου P.P.P’s – P.F.I. (Public & Private Partnership Projects – Private Financial Initiative).
Πράγματι, η πρακτική αυτή, που στην ουσία συνιστά, από τη μια πλευρά μια διαδικασία δημιουργίας νέων Κέντρων Εσόδων, αλλά από την άλλη αντιδιαστέλλει την έννοια του Αναπτυξιακού Προγράμματος του Δήμου από εκείνη του καθαρά Επενδυτικού Προγράμματος αυτού (τα έργα τύπου PPP’s/PFI συνιστούν αναπτυξιακές παρεμβάσεις του Δήμου Off Balance, δηλαδή εκτός Επενδυτικού Προγράμματος), αποτελεί μια καινοτόμο πολιτική που ενισχύει και τροφοδοτεί περαιτέρω τη συνολική επενδυτική δραστηριότητα της χώρας.
Είναι σαφές ότι οι τρεις, ως άνω, παράγοντες συνδιαμορφώνουν και οριοθετούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργεί σήμερα η Τοπική Αυτοδιοίκηση στην Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα προδιαγράφουν και τις τάσεις εξέλιξης αυτής σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Μη διαφεύγει το γεγονός ότι η θεώρηση των Δήμων ως διάσπαρτων στην επικράτεια «πόλων ανάπτυξης», όχι μόνο θα μπορέσει να συντηρήσει τους ρυθμούς μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας, ιδίως μετά την περάτωση των μεγάλων έργων υποδομής, αλλά επιβάλλει και την αντιμετώπιση αυτών ως σημαντικούς φορείς υλοποίησης της εν γένει οικονομικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, ο ανασχεδιασμός του υφιστάμενου Οικονομικού και Διοικητικού Μοντέλου Διαχείρισης των Δήμων στην Ελλάδα, με υιοθέτηση και θεσμική κατοχύρωση των «καλών πρακτικών» (best practices) που ισχύουν στις προηγμένες χώρες του δυτικού κόσμου, αποτελεί πλέον αναγκαία συνθήκη για τον οικονομικό και διοικητικό εκσυγχρονισμό της χώρας.
Επιγραμματικά το ερώτημα – πρόκληση είναι πως θα μπορέσουμε να πετύχουμε θετικά βήματα προς την κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης εκμεταλλευόμενοι τη συνδρομή που μας παρέχουν οι νέοι χρηματοοικονομικοί μηχανισμοί του ΕΣΠΑ 2007-2013.
Στο πλαίσιο αυτό, οι δράσεις που προωθούμε για την τόνωση της βιώσιμης ανάπτυξης συνοψίζονται ως ακολούθως:
Ι. Επενδυτικός Νόμος
Ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε. που διήρκεσαν 2 χρόνια, και παρά την αρχική πρόβλεψη για κάθετη μείωση των ενισχύσεων έως και στο 15%, διασφαλίσαμε, από 1.1.2007, υψηλά ποσοστά ενίσχυσης για όλες τις Περιφέρειες της χώρας, με στόχο την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και τη δημιουργία αποδοτικών επενδύσεων.
Διασφαλίζοντας τις ευνοϊκότερες δυνατές ρυθμίσεις για την Ελλάδα και εξαντλώντας τις δυνατότητες της κοινοτικής νομοθεσίας, πετύχαμε την έγκριση του νέου Χάρτη για την 4η προγραμματική περίοδο με ποσοστά που ανέρχονται έως 30-40% για τις επενδύσεις των μεγάλων επιχειρήσεων, έως 50% για τις μεσαίες επιχειρήσεις και έως 60% για τις μικρές επιχειρήσεις, τη ραχοκοκαλιά δηλαδή της ελληνικής οικονομίας.
XV. Νόμος για τις Συμπράξεις Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ)
Το ΥΠΟΙΟ στο πλαίσιο του προγράμματος μεταρρυθμίσεων που προωθεί προχώρησε στην ψήφιση νέου νόμου (Ν. 3389/2005) ο οποίος αναμένεται να συμβάλει καθοριστικά στην αναβάθμιση και επέκταση των απαραίτητων έργων υποδομής για την οικονομική ανάπτυξη της περιφέρειας. Στόχος είναι η οριοθέτηση του κατάλληλου θεσμικού πλαισίου με χαρακτηριστικά διαφάνειας, ευελιξίας και σαφήνειας τόσο για το δημόσιο όσο και για τον ιδιωτικό τομέα και η σταδιακή ανάπτυξη των υποδομών της χώρας μέσα από σειρά έργων βασισμένων σε ορθολογικά κριτήρια και τεχνοκρατικά σχεδιασμένες δομές.
Οι Συμπράξεις Δημόσιου & Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) αποτελούν μια μεγάλη μεταρρύθμιση στον τομέα της δημιουργίας υποδομών και της παροχής υπηρεσιών του Δημοσίου. Μια μεταρρύθμιση, η υλοποίηση της οποίας θα συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας τα επόμενα χρόνια, προσφέροντας στο Δημόσιο τη δυνατότητα να αξιοποιήσει τα πλέον σύγχρονα μέσα για την παροχή δημόσιων αγαθών προς τους πολίτες. Με τις ΣΔΙΤ θα δοθεί μία νέα ώθηση στην ανάπτυξη και θα διασφαλισθεί η έγκαιρη και σωστή ολοκλήρωση πολλών αναγκαίων υποδομών, ενώ παράλληλα θα απελευθερωθούν πόροι για περισσότερες κοινωνικές και αναπτυξιακές προτεραιότητες. Τα οφέλη από τις ΣΔΙΤ θα είναι μεγάλα για όλους. Για το Δημόσιο, για τους πολίτες, αλλά και για τον ιδιωτικό τομέα που αποκτά πρόσβαση σε μια νέα μεγάλη αγορά.
ΙΙ. ΜΜΕ / Τράπεζες
Επιλέξαμε συνειδητά τη στήριξη και ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (99,4% του συνόλου των επιχειρήσεων της ελληνικής οικονομίας) προσβλέποντας στην πραγματική τόνωση της περιφερειακής οικονομίας μέσω της διατήρησης υφισταμένων και της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας και απώτερο σκοπό τη συγκράτηση του πληθυσμού στις περιοχές αυτές και την αύξηση της κοινωνικής συνοχής.
Για την ενεργοποίηση, λοιπόν, των σχετικών δράσεων των ΠΕΠ προχωρήσαμε στο σχεδιασμό προκηρύξεων για την υποβολή επενδυτικών προτάσεων στους τομείς της Μεταποίησης και του Τουρισμού και τον Τριτογενή τομέα.
Στους τομείς της Μεταποίησης και του Τουρισμού έχουν ήδη προκηρυχθεί 3 κύκλοι ενίσχυσης ΜΜΕ με διαρκώς αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον. Στους δύο πρώτους κύκλους εντάχθηκαν περίπου 3,500 επενδυτικές προτάσεις με συνολικό π/υ 230 εκ. ευρώ και τη δημιουργία πάνω από 6,000 θέσεων εργασίας, ενώ στον Γ’ κύκλο εγκρίθηκαν 5,386 επενδύσεις με συνολικό π/υ περίπου 530 εκ. ευρώ που προβλέπουν τη δημιουργία περίπου 7,000 νέων θέσεων εργασίας. Συνολικά, δηλαδή, μιλάμε για την ενίσχυση 9,000 περίπου ΜΜΕ και τη δημιουργία περίπου 13,000 νέων θέσεων εργασίας.
Επιπλέον, βρίσκεται σε φάση αξιολόγησης επενδυτικών προτάσεων ο κύκλος ενίσχυσης ΜΜΕ στο πλαίσιο των ολοκληρωμένων αστικών. Η συνολική δεσμευμένη δημόσια δαπάνη για αυτή την προκήρυξη ανέρχεται στα 59 εκ. ευρώ. Το επενδυτικό ενδιαφέρον παρουσιάστηκε ιδιαίτερα αυξημένο και υποβλήθηκαν 4,427 επενδυτικές προτάσεις αιτούμενης δημόσιας δαπάνης 260 εκ. ευρώ, οι οποίες προβλέπουν τη δημιουργία περίπου 2,446 νέων θέσεων εργασίας.
Στις 2 Μαρτίου 2007 ολοκληρώθηκε η υποβολή των επενδυτικών προτάσεων στον κύκλο ενίσχυσης της κοινωνίας της πληροφορίας. Η συνολική δεσμευμένη δημόσια δαπάνη για αυτή την προκήρυξη ανέρχεται στα 11,5 εκ. ευρώ. Υποβλήθηκαν 401 επενδυτικές προτάσεις με αιτούμενη δημόσιας δαπάνης 17,5 εκ ευρώ, οι οποίες προβλέπουν τη δημιουργία περίπου 253 νέων θέσεων εργασίας.
Τον Μάιο 2007, προβλέπεται η ενίσχυση ΜμΕ στο πλαίσιο υλοποίησης των Προγραμμάτων της Κοινοτικής Πρωτοβουλίας URBAN II, με δεσμευμένη δημόσια δαπάνη 3,5 εκ. ευρώ. Ενώ, τον Ιούνιο 2007 προβλέπεται η ενίσχυση εμπορικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών μέσα από το Γ’ ΚΠΣ.
Απλουστεύσαμε και επιταχύναμε τις διαδικασίες για την εξυπηρέτηση και διευκόλυνση των ενδιαφερομένων επενδυτών επιλέγοντας ως τελικούς δικαιούχους για την υλοποίηση των δράσεων αυτών Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (δίνοντάς τους την απόλυτη ευθύνη υποδοχής και αξιολόγησης των επενδυτικών σχεδίων και εν συνεχεία παρακολούθησης της υλοποίησής τους και της καταβολής των ενισχύσεων στους δικαιούχους επενδυτές). Με αυτόν τον τρόπο, μειώσαμε δραστικά την γραφειοκρατία, επιταχύναμε τον εξορθολογισμό του συστήματος και περιορίσαμε τον ρόλο του δημοσίου τομέα, ο οποίος πλέον διατηρεί μόνο το γενικό συντονισμό των δράσεων και την εποπτεία για την ορθή λειτουργία του συστήματος.
ΙV. JEREMIE
Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας JEREMIE (Κοινοί Ευρωπαϊκοί Πόροι για τις Μικρομεσαίες και τις Μεσαίες Επιχειρήσεις – Joint European Resources for Micro to Medium Enterprises), το ΥΠΟΙΟ υπέγραψε τον περασμένο Οκτώβριο Μνημόνιο Συνεργασίας (Memorandum of Understanding – MoU) με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (ΕΤαΕ) για το σχεδιασμό και την υλοποίηση της εν λόγω πρωτοβουλίας η οποία στοχεύει στη βελτίωση της δυνατότητας πρόσβασης των ΜΜΕ σε πηγές χρηματοδότησης με βάση επιλέξιμα έργα στο πλαίσιο των Διαρθρωτικών Ταμείων κατά την περίοδο 2007-2013. Κύριο χαρακτηριστικό της πρωτοβουλίας αυτής αποτελεί ο πολλαπλασιαστικός χαρακτήρας των διατιθέμενων κεφαλαίων η αποπληρωμή των οποίων θα οδηγήσει σε επανεπένδυσή τους σε νέες δράσεις.
Η χρηματοδότηση καλύπτει ένα ευρύ φάσμα προϊόντων, όπως ενδεικτικά αναφέρονται τα μικροδάνεια, η συμμετοχή στο κεφάλαιο επιχειρήσεων, κεφάλαια ανάληψης επιχειρηματικού κινδύνου (venture capital), παροχή εγγυήσεων, συμβουλευτικές υπηρεσίες και τεχνική υποστήριξη. Τα εργαλεία αυτά αναμένεται να έχουν ένα ισχυρό πολλαπλασιαστικό συντελεστή, στοχεύοντας στην επένδυση ιδιωτικών κεφαλαίων μέσω της απορρόφησης κοινοτικών κονδυλίων. Τα καινοτόμα χρηματοοικονομικά εργαλεία, προσαρμοσμένα στις κατά περίπτωση ανάγκες, που προωθούν τη μόχλευση και κινητοποίηση κεφαλαίων στοχεύοντας στην ανάπτυξη και ενδυνάμωση του ρόλου της επιχειρηματικότητας στα πλαίσια της ΕΕ, αποτελούν βασικές προτεραιότητες της Στρατηγικής της Λισσαβόνας και αυξάνουν τα οφέλη από τη χρήση των πόρων των Διαρθρωτικών Ταμείων.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, το ΕΤαΕ θα ολοκληρώσει την ανάλυση και αξιολόγηση των χρηματοδοτικών αναγκών σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο που προκύπτουν για τις ΜΜΕ. Στη συνέχεια, θα διερευνηθεί η ανάγκη και θα αξιολογηθεί η ζήτηση συγκεκριμένων προτάσεων χρηματοδότησης στο πλαίσιο της περιόδου 2007-2013. Τέλος, προβλέπεται να συσταθεί Ταμείο για τη διαχείριση των κεφαλαίων (μίγμα κοινοτικών και εθνικών πόρων) την οργάνωση και διαχείριση του οποίου θα αναλάβει το ΕΤαΕ (Στοχεύουμε στην υπογραφή συμφωνίας στο άμεσο μέλλον καθώς απομένει η επίλυση κάποιων λεπτομερειών θεσμικού χαρακτήρα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή).
XIV. Περιφερειακά Ταμεία Επιχειρηματικών Κεφαλαίων (Regional Venture Capital Funds) και/ή Ταμεία Τιτλοποιημένων Πιστώσεων προς Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις
Τα Ταμεία αυτά προβλέπεται να λειτουργήσουν με τη συνδρομή κρατικής εγγύησης και αναμενεται να συμβάλλουν σημαντικά στην ανάπτυξη της περιφερειακής επιχειρηματικότητας και κατ’ επέκταση την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
III. Νέα-Ανακυκλούμενα Χρηματοδοτικά Ταμεία (Revolving Funds)
Στο πλαίσιο της φιλοσοφίας που προωθεί η ΕΕ, τη μετάβαση δηλαδή από τις εφάπαξ επιδοτήσεις στην παροχή δανεισμού με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους αλλά και στην ανάγκη προσέλκυσης ιδιωτικών κεφαλαίων ως εχέγγυο βιωσιμότητας των αναλαμβανόμενων επενδύσεων, έχει ξεκινήσει από το ΥΠΟΙΟ η διερεύνηση δυνατότητας σύστασης Ταμείων Δανείων. Η σύνθεση των χορηγούμενων κεφαλαίων θα αποτελεί μίγμα κοινοτικών και εθνικών πόρων και η αποπληρωμή τους θα δημιουργεί νέους πόρους (revolving loan funds), οι οποίοι θα χορηγούνται σε δικαιούχους που πληρούν τα βασικά κριτήρια επιλεξιμότητας. Σκοπός των ταμείων αυτών είναι, κυρίως, η δανειοδότηση ΜΜΕ, ΟΤΑ και επιχειρήσεων ΟΤΑ για την υλοποίηση έργων υποδομής μέσω μηχανισμού ανακυκλούμενων πιστώσεων (revolving fund mechanism). Τα κύρια χαρακτηριστικά των νέων χρηματοδοτικών πρακτικών συνοψίζονται ως εξής:
Ανακύκλωση (Revolving): χορήγηση δανείων με ευνοϊκούς όρους, το ποσό αποπληρωμής των οποίων επαναχρηματοδοτεί νέα έργα (δυνατότητα μελλοντικής επαναξιοποίησης πόρων).
Μόχλευση (Leverage): δυνατότητα συνδυασμού δανείων με ιδιωτικούς πόρους (προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων).
Πηγές Κεφαλαίων (Sources of funding): διάθεση πόρων από τα επιχειρησιακά προγράμματα (σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο) με δυνατότητα συνδυασμού τους με πρόσθετη χρηματοδότηση από την ΕΤΕπ.
Διαχείριση Κεφαλαίων (Fund of funds): δυνατότητα σύστασης κεντρικής μονάδας διαχείρισης περισσοτέρων του ενός ταμείων.
Η ευόδωση της προσπάθειας αυτής, θα σηματοδοτήσει την επιδιωκόμενη αλλαγή χρηματοοικονομικής φιλοσοφίας θέτοντας τους υποψήφιους επενδυτές ενώπιον αυξημένων υποχρεώσεων σε σχέση με την παροχή επιδοτήσεων. Στόχος του εγχειρήματος είναι μέσω της ανάληψης αυξημένων υποχρεώσεων να επιδιώκει ο επενδυτής την ενδελεχή ανάλυση των δεδομένων και την υιοθέτηση της λύσης με τις περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας. Σε αρχικό στάδιο, προτείνεται η χρηματοδότηση να εστιαστεί σε έργα υποδομής σε τοπικό επίπεδο που προάγουν την περιφερειακή ανάπτυξη. Η χρηματοδότηση μπορεί επιτευχθεί είτε αυτούσια είτε μέσω συνεργασίας με τα ήδη υπάρχοντα ταμεία επιχειρηματικών κεφαλαίων (ΤΑΝΕΟ, ΨΗΦΙΑΚΟ ΑΛΜΑ) και εγγυοδοσίας (ΤΕΜΠΜΕ) για την ανάληψη από κοινού ενεργειών. Τέλος, η δράση των Ταμείων αυτών θα μπορεί να ενταχθεί ή και να συγχρηματοδοτηθεί στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών JEREMIE και JESSICA.
Τονίζεται δε ότι ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην υλοποίηση της Ατζέντας της Λισσαβόνας για την ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας μέσω προώθησης μεταφοράς τεχνογνωσίας και καινοτομικών δράσεων.
VI. Global Grants (Πρότυπα Καινοτόμα Σχέδια Ανάπτυξης)
Τον περασμένο Ιούνιο, ανακοινώθηκε στον τύπο η «Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος εταιρικών σχημάτων για την υποβολή Πρότυπων Καινοτόμων Σχεδίων Ανάπτυξης μέσω συνολικών επιχορηγήσεων». Με βάση την Πρόσκληση αυτή, η Γενική Γραμματεία Επενδύσεων & Ανάπτυξης του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, κάλεσε εταιρικά σχήματα να εκπονήσουν και να υποβάλουν Πρότυπα Καινοτόμα Σχέδια Ανάπτυξης (Π.Κ.Σ.Α.) μειονεκτικών περιοχών τα οποία θα χρησιμοποιηθούν ως πηγή άντλησης νέων ιδεών και θα συμβάλλουν στο σχεδιασμό των νέων δομών διαχείρισης κατά τη νέα περίοδο 2007-2013.
Ο διαγωνισμός απευθύνεται σε όλους τους τοπικούς φορείς, δημόσιους και ιδιωτικούς, που έχουν όραμα για την ανάπτυξη της περιοχής τους. Οι περιοχές παρέμβασης είναι οι αστικές μειονεκτικές, οι νησιωτικές, οι ορεινές, και οι αγροτικές μειονεκτικές. Σκοπός της ΓΓΕΑ είναι η κινητοποίηση του τοπικού δυναμικού, η δημιουργία συνεργασιών, ούτως ώστε όλοι να συμμετάσχουν τόσο στο σχεδιασμό όσο και στην υλοποίηση που θα ακολουθήσει. Η πολύ-συμμετοχικότητα, αλλά και ο πολύ-τομεακός χαρακτήρας των προτεινόμενων παρεμβάσεων είναι το ζητούμενο, προκειμένου τα ΠΚΣΑ να έχουν ολοκληρωμένο χαρακτήρα. Βασικό ρόλο επίσης θα παίξει η υιοθέτηση καινοτομικών στοιχείων, κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού των παρεμβάσεων και του τρόπου υλοποίησής τους.
Οι δράσεις που θα προβλέπονται στα ΠΚΣΑ που θα προκριθούν, θα «ωριμάσουν» μέσω των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων (ΠΕΠ) 2000-2006, ούτως ώστε μετά να έχουν προβάδισμα για να υλοποιηθούν, μέσω συνολικών επιχορηγήσεων, από τα ΠΕΠ την περίοδο 2007-2013. Συνολική επιχορήγηση είναι μία καινοτόμος διαδικασία υλοποίησης έργων, όπου η διαχειριστική αρχή εκχωρεί σε τρίτο φορέα την αρμοδιότητα για ένα σύνολο δράσεων, διατηρώντας βέβαια την ευθύνη έναντι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Έτσι επιτυγχάνεται μεγαλύτερη ευελιξία και ταχύτητα.
Από την πρώτη ημέρα δημοσίευσης της Πρόσκλησης λειτούργησε ηλεκτρονική υπηρεσία πληροφόρησης (helpdesk), όπου οι ενδιαφερόμενοι μπορούσαν να απευθύνονται για οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την παρούσα Πρόσκληση. Η καταληκτική ημερομηνία υποβολής των προτάσεων, μετά από δύο παρατάσεις, ήταν η 31/01/2007. Σήμερα, είμαστε στη φάση σύστασης Επιτροπής για την αξιολόγηση ενός σημαντικού αριθμού προτάσεων που έχουν υποβληθεί κάτι που αποτελεί απτή απόδειξη του ενδιαφέροντος των τοπικών κοινωνιών για προώθηση ολοκληρωμένων καινοτόμων δράσεων και αντανακλά την ώθηση που θα δοθεί στις περιφέρειες της χώρας.
Στο πλαίσιο της παρούσας Πρόσκλησης, επιδιώκεται η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η ιδιωτική χρηματοδότηση και να επιτυγχάνονται οικονομίες κλίμακας, κάτι το οποίο αποτελεί και σημαντικό κριτήριο αξιολόγησης των προτάσεων. Στη φάση αυτή, επειδή μιλάμε αποκλειστικά και μόνο για σχεδιασμό και όχι για υλοποίηση, πρόκειται για δήλωση πρόθεσης ιδιωτικής συμμετοχής και όχι για οποιασδήποτε μορφής δέσμευση του ιδιώτη. Βέβαια, αυτή η πρόθεση συμμετοχής θα πρέπει να είναι επαρκώς τεκμηριωμένη έτσι ώστε να μπορεί να διασφαλιστεί, η μελλοντική ουσιαστική εμπλοκή της όποιας ιδιωτικής συμμετοχής προκύψει μετά από διαγωνιστική διαδικασία κατά τη φάση της υλοποίησης.
VII. Global Grant – Μικρά Νησιά
Στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Γ΄ ΚΠΣ το 2005 μετά από ειδική διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συμπεριλήφθησαν ειδικές ενέργειες για τη στήριξη των μικρών νησιών και των απομονωμένων νησιωτικών περιοχών, με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της αναπτυξιακής πολιτικής σε αυτές τις ιδιαίτερες συνθήκες. Οι ενέργειες αυτές που αφορούν σε τρεις νησιωτικές Περιφέρειες της Χώρας, περιλαμβάνονται αντίστοιχα στα Επιχειρησιακά Προγράμματα των Περιφερειών Βορείου Αιγαίου, Νοτίου Αιγαίου και Ιονίων Νήσων. Σκοπός είναι η συνεισφορά ως ειδικού αλλά και συμπληρωματικού μέσου στην αναπτυξιακή προσπάθεια που πραγματοποιείται με τις ήδη υλοποιούμενες δράσεις των Προγραμμάτων του ΚΠΣ (περιφερειακών και τομεακών). Οι ειδικές ενέργειες θα υλοποιηθούν μέσω «Συνολικής Επιχορήγησης» κατά την έννοια των Κανονισμών (Global Grant) και στόχος είναι να αξιοποιηθεί περαιτέρω η υλοποίηση δράσεων μέσω συνολικών επιχορηγήσεων και στο ΕΣΠΑ.
V. JESSICA
Η πρωτοβουλία JESSICA (Κοινοί Ευρωπαϊκοί Πόροι για Αειφόρες Επενδύσεις στα Αστικά Κέντρα – Joint European Support for Sustainable Investment in City Areas) στοχεύει στη στήριξη επενδυτικών προγραμμάτων και έργων αστικής ανάπτυξης. Συγκεκριμένα, η ΕΕ έχει προγραμματίσει, σε συνεργασία με την ΕΤΕπ και την Τράπεζα του Συμβουλίου της Ευρώπης, την υιοθέτηση προτάσεων και την προώθηση λύσεων για την χρηματοδότηση έργων αστικής ανάπτυξης μέσω συνδυασμού κεφαλαίων, αποτελούμενων από επιδοτήσεις και δάνεια. Προβλέπεται, επίσης, και η δυνατότητα παροχής εγγυήσεων ή και η σύσταση αντίστοιχου ταμείου αστικής ανάπτυξης.
Στόχος του JESSICA είναι η κινητοποίηση κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση ολοκληρωμένων δράσεων αστικής ανάπτυξης με πιλοτικά προγράμματα να προβλέπονται για την πρώτη περίοδο σε επίπεδο Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Απώτερος στόχος είναι η ανάπτυξη αστικών κέντρων και η παροχή νέων θέσεων εργασίας. Οι ενισχύσεις θα χορηγούνται μετά τη σύνταξη Ολοκληρωμένου Σχεδίου Αστικής Ανάπτυξης, όπου θα προτείνεται η υλοποίηση έργων με χαρακτηριστικά παρέμβασης ολοκληρωμένου χαρακτήρα (κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, ενεργειακά δίκτυα, κ.ά.).
Η Ε.Ε. προσανατολίζεται στη διεξαγωγή αξιολογήσεων-μελετών της αγοράς μέσω της ΕΤΕπ σε όλα τα ενδιαφερόμενα Κράτη Μέλη, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Σημειώνεται ότι το ΥΠΟΙΟ έχει ήδη ξεκινήσει επίσημα επαφές με την ΕΕ για την προώθηση και υλοποίηση και της πρωτοβουλίας αυτής στην Ελλάδα.
VIII. Θεσμοθέτηση και εφαρμογή του Εθνικού και των Ειδικών Χωροταξικών Σχεδίων
Η επικείμενη θεσμοθέτηση και εφαρμογή του Εθνικού και των Ειδικών Χωροταξικών Σχεδίων αναμένεται να συμβάλει καθοριστικά, ούτως ώστε η οικονομική ανάπτυξη της περιφέρειας να συντελεστεί κατά τρόπο ορθολογικό και περιβαλλοντολογικά βιώσιμο.
Προκειμένου να συμβάλει στην ανάδειξη του νέου διεθνούς και ευρωπαϊκού ρόλου της χώρας, η νέα χωροταξική πολιτική θα πρέπει να προωθεί τη σταδιακή χωρική αναδιάρθρωση και εξειδίκευση των παραγωγικών συστημάτων εξασφαλίζοντας παράλληλα την ισόρροπη ανάπτυξη και την εδαφική συνοχή. Η ανάπτυξη διεθνών σχέσεων συνεργασίας στην άμεση και ευρύτερη περιοχή προς την οποία η χώρα διεκδικεί την αναβάθμιση της ακτινοβολίας της, θα στηριχθεί στους σημαντικούς αστικούς και παραγωγικούς πόλους και αναπτυξιακούς άξονες. Προϋποθέσεις ολοκλήρωσης αυτής της εθνικής χωροταξικής πολιτικής είναι:
Η ενίσχυση αναπτυξιακών συνεργασιών με τις γειτονικές χώρες
Η συμπλήρωση και εξειδίκευση της εθνικής και των περιφερειακών οικονομιών και η ανάπτυξη νέων μορφών συνεργασιών και δικτύων ανάμεσα στις χώρες
Η συνέχιση της πολιτικής δικτύων μεταφορών, ενέργειας και τηλεπικοινωνιών με την προώθηση μεγάλων έργων υποδομής διευρωπαϊκής, διαβαλκανικής, παρα – ευξείνιας και εθνικής εμβέλειας (π.χ. αγωγός Μπουργκάς-Αλεξ/πολη, αγωγός Τουρκίας-Ελλάδας-Ιταλίας).
Μεταξύ των αδυναμιών και κινδύνων περιλαμβάνονται η δημιουργία χωρικών ανισοτήτων, η υποβάθμιση σημαντικών φυσικών και πολιτιστικών πόρων, η ανισότητα πρόσβασης στα δίκτυα μεταφορών και επικοινωνιών, η εγκατάλειψη και απομόνωση της υπαίθρου, η συσσώρευση κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων στις πόλεις και ο περιορισμός της διεθνούς ανταγωνιστικότητας των περιοχών μιας χώρας. Χρονικός ορίζοντας υλοποίησης έχει ορισθεί το έτος 2015.
Κεντρική αρχή της χωροταξικής προσέγγισης είναι η αειφόρος χωρική ανάπτυξη και οι γενικές αρχές αυτής δεσμεύονται από τις αναπτυξιακές πολιτικές σε παγκόσμιο επίπεδο όπως η AGENDA 21 (Παγκόσμια διάσκεψη Ριο, 1992). Στα πλαίσια της ΕΕ αντίστοιχες πρωτοβουλίες αποτυπώνονται στο 5ο Πρόγραμμα Δράσης για την Αειφόρο Ανάπτυξη.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία παρατηρείται σημαντική μείωση των διαπεριφερειακών ανισοτήτων και σύγκλιση των οικονομικών των 13 Περιφερειών της χώρας μεταξύ τους και ως προς τον εθνικό μέσο όρο. Επίσης η Ελλάδα, με κριτήριο το φάσμα διακύμανσης του ΑΕΠ κατά κεφαλή, παρουσιάζει τις μικρότερες διαπεριφερειακές ανισότητες συγκριτικά με τις άλλες περιφερειακές χώρες.
Το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης νομοθετήθηκε με τον Ν. 2742/1999. Οι προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει ο χωροταξικός σχεδιασμός έχουν ως κύριο στόχο τους την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης στο σημερινό εθνικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η αξιοποίηση των ευκαιριών και δυνατοτήτων αλλά και η αντιμετώπιση των αδυναμιών και κινδύνων που προκαλούνται κατά την αναπτυξιακή διαδικασία αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την ολοκληρωμένη και αειφόρο ανάπτυξη της ελληνικής επικράτειας.
IX. Η ίδρυση και λειτουργία τοπικών κέντρων αγροτικής ανάπτυξης, η προώθηση του θεσμού του αγροτικού συμβούλου, καθώς και δράσεις για τη στήριξη των νέων αγροτών. Στο πλαίσιο του Β’ Πυλώνα της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) ενισχύονται οι επενδύσεις εντός και εκτός γεωργίας, με στόχο τη δημιουργία περισσότερων και καλύτερων θέσεων εργασίας, ως πηγών πρόσθετου εισοδήματος για τους αγρότες.
Η εθνική στρατηγική για την αγροτική ανάπτυξη και την ανάπτυξη της υπαίθρου ενσωματώνεται στο ΕΣΣΑΑ και το ΕΣΠΑ 2007-2013 και θα επιτευχθεί με την υλοποίηση του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης (ΠΑΑ 2007-2013) μέσω παρεμβάσεων/δράσεων που εξυπηρετούν τους γενικούς στρατηγικούς στόχους για την αγροτική ανάπτυξη αλλά και με την υλοποίηση των Τομεακών και Περιφερειακών Προγραμμάτων του ΕΣΠΑ μέσω της συγκρότησης και προώθησης ειδικών προτεραιοτήτων που αφορούν τις ορεινές, νησιωτικές και λοιπές αγροτικές περιοχές της χώρας.
Ειδικότερα η ανάπτυξη της υπαίθρου ενισχύεται με τη συγκρότηση και προώθηση ενός πολυλειτουργικού προτύπου ανάπτυξης που θα υλοποιηθεί στις ορεινές, τις νησιωτικές και τις λοιπές αγροτικές περιοχές της χώρας, ώστε να διασφαλίζεται η βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη των περιοχών αυτών. Η ανάπτυξη της υπαίθρου αφορά στην προώθηση της επιχειρηματικότητας, των παραγωγικών δραστηριοτήτων, των αγροτοβιομηχανικών συμπλεγμάτων, την τυποποίηση του αγρο-τουρισμού, την παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας και υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Στην επίτευξη αυτών των στόχων θα συμβάλλουν από κοινού οι πόροι των Διαρθρωτικών Ταμείων, του Ταμείου Συνοχής και του ΕΓΤΑΑ, σύγχρονα χρηματοδοτικά μέσα καθώς και οι εθνικοί πόροι που θα διατεθούν από το αναμορφωμένο ΠΔΕ .
Βασικό εργαλείο για τη δημιουργία πολλαπλασιαστικού αποτελέσματος και τη μεγιστοποίηση της προστιθέμενης αξίας αποτελεί η ανάπτυξη συνεργειών μεταξύ των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων τόσο σε χωρικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο τομέων και πεδίων παρέμβασης.
X. Ανάπτυξη ειδικών μορφών τουρισμού
Παράλληλα, με τις παραπάνω δράσεις, προβάλλονται και αξιοποιούνται τα συγκριτικά πλεονεκτήματα κάθε περιοχής για την ανάπτυξη ειδικών μορφών τουρισμού (εκθεσιακός-συνεδριακός, προσκυνηματικός, ιαματικός, οικοτουρισμός, κ.λπ.) που προσφέρουν δυνατότητες απασχόλησης και εισοδήματος σε πολλές περιοχές της χώρας, αλλά ειδικότερα σε αυτές που έχουν περιορισμένες δυνατότητες ανάπτυξης άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων, όπως είναι τα μικρά νησιά και οι ορεινές περιοχές.
XII. Αναβάθμιση ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ευρυζωνικά δίκτυα)
Αναβαθμίζεται και επεκτείνεται η δικτυακή υποδομή της χώρας μας με την υλοποίηση τριών βασικών έργων, ώστε να αναχαιτισθεί η διεύρυνση του “ψηφιακού χάσματος” και να καλύψει η Ελλάδα το έδαφος που τη χωρίζει από τις περισσότερο ανεπτυγμένες χώρες της Ε.Ε.
Το πρώτο έργο στοχεύει στη βελτίωση της δικτυακής υποδομής (ενσύρματης και ασύρματης) του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μέσω του γνωστού σε όλους μας έργου “Σύζευξις”.
Το δεύτερο έργο είναι το επονομαζόμενο “μεγάλο έργο ευρυζωνικών υποδομών”, που στοχεύει στην κατασκευή ευρυζωνικών υποδομών σε όλη την επικράτεια, με κυριότερη στόχευση στις μειονεκτούσες περιοχές και τις Περιφέρειες.
Τέλος, το τρίτο έργο είναι η κατασκευή των Μητροπολιτικών Ευρυζωνικών Δικτύων (Metropolitan Area Networks, MANs), μέσω των οποίων όλες οι πρωτεύουσες νομών, οι μεγάλες πόλεις αλλά και όσοι Δήμοι της χώρας ενδιαφέρονται θα αποκτήσουν ευρυζωνική υποδομή υψηλής ποιότητας και ταχύτητας.
Και τα τρία παραπάνω έργα υλοποιούνται στα πλαίσια του Ε.Π. “Κοινωνία της Πληροφορίας”.
XIII. Ίδρυση «Περιφερειακών Πόλων Καινοτομίας»
Με το Νόμο 3377/2005 ιδρύονται «Περιφερειακοί Πόλοι Καινοτομίας», κατά τα πρότυπα των Γαλλικών “Poles de competetivite” και των Φινλανδικών “Regional Centres of Expertise”. Ο στόχος αυτής της δράσης είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην περιφέρεια, μέσα από την προώθηση της έρευνας, της τεχνολογίας και των καινοτομικών πρακτικών. Οι Περιφερειακοί Πόλοι Καινοτομίας αποτελούν ένα ολοκληρωμένο εργαλείο για την προώθηση της καινοτομίας στην Ελληνική Περιφέρεια συνδυάζοντας μια σειρά μέτρων, όπως διάχυση τεχνολογίας και τεχνογνωσίας, συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων και πανεπιστημίων και σχεδιασμός πολιτικής για την καινοτομία σε τοπικό επίπεδο. Η δημόσια δαπάνη ανέρχεται σε € 15 εκ.
Επίλογος
Κλείνοντας την εισήγηση μου θέλω να τονίσω ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι η κινητήρια δύναμη για τη βιώσιμη ανάπτυξη του αστικού χώρου. Οι ΟΤΑ στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων και του σύγχρονου ρόλου τους έχουν βασική ευθύνη στην εφαρμογή πολιτικών για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής στις πόλεις και τους οικισμούς. Οφείλουν να γίνουν ανταγωνιστικοί με την υγιή σημασία του όρου και για να το πετύχουν δεν έχουν πλέον περιθώρια να λειτουργούν αποσπασματικά. Οι πολιτικές και οι παρεμβάσεις τους σε όλους τους τομείς (φυσικό και δομημένο περιβάλλον, οικονομία, κοινωνία, ασφάλεια, υγεία και πολιτισμό) θα πρέπει να εντάσσονται σε Ολοκληρωμένο Τοπικό Πρόγραμμα Βιώσιμης Ανάπτυξης που οφείλουν να συντάξουν και να υιοθετήσουν με βάσει το μακροπρόθεσμο όραμα που έχουν για την περιοχή ευθύνης τους και την ιεράρχηση των προβλημάτων που πρέπει να αντιμετωπίσουν λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, τις δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης τους αλλά και τη συνετή – αειφόρο χρήση των φυσικών, ενεργειακών και πολιτιστικών πόρων της περιοχής τους. Είναι αυτονόητο ότι το ολοκληρωμένο τοπικό πρόγραμμα δράσης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις αρχές, τους στόχους και τις δεσμεύσεις του γενικού και ειδικού χωροταξικού σχεδιασμού και η υιοθέτησή του θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση των δράσεων των ΟΤΑ από εθνικούς και κοινοτικούς πόρους.
Θα πρέπει ιδιαίτερα να τονισθεί και να κατανοηθεί από όλους μας, ότι οι ΟΤΑ αποτελούν το «κύτταρο» της τοπικής δημοκρατίας. Και ως «κύτταρο» οφείλουν να επιδιώκουν την ουσιαστική συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων αλλά και τη διαδικασία απολογισμού και αξιολόγησης των πολιτικών και προγραμμάτων που εφαρμόζουν για την ανάπτυξη της περιοχής τους. Είναι αναμφισβήτητο ότι η βιώσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει αλλαγές στα καθιερωμένα πρότυπα ζωής παραγωγής και κατανάλωσης και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με σωστή πληροφόρηση και περιβαλλοντική και κοινωνική ευαισθητοποίηση μέσα από τη συνεχή και ουσιαστική συμμετοχική διαδικασία στα πλαίσια της δημοκρατικής διακυβέρνησης.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.