Εκδήλωση Europe Direct Δυτικής Μακεδονίας
«Ο ρόλος της ΕΕ και της Ελλάδας στα Βαλκάνια και οι προοπτικές».
Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την Ευρωπαϊκή Ένωση διαφέρει από το ένα κράτος-μέλος στο άλλο. Την κυρίαρχη αντίληψη που είχε ο μέσος Έλληνας για την Ευρώπη συμπυκνώνει μια αξέχαστη ατάκα της Ελένης Αρβελέρ προς τον μεγάλο Ευρωπαίο μεταρρυθμιστή Ζακ Ντελόρ: «Ζακ» του είχε πει, «στην Ελλάδα δεν είσαι άνθρωπος, είσαι πακέτο». Θυμίζω ότι την εποχή εκείνη η Ευρώπη αντιπροσώπευε για τους περισσότερους Έλληνες χρηματοδοτήσεις γυμνές από ευθύνες και υποχρεώσεις, κάτι σαν δώρο.
Όμως ευθύνες και υποχρεώσεις δεν είναι έννοιες αντίθετες στην Ένωσή μας. Είναι κυρίαρχα συστατικά της ευρωπαϊκής ιδέας. Πάνω σε αυτές τις έννοιες δομήθηκε η αποτελεσματικότητά της ενοποιητικής διαδικασίας. Ανάλογα με την πορεία της διαδικασίας αυτής σχεδιάζονται οι κοινές πολιτικές, οι οποίες, αφού θεμελιωθούν μέσω των Συνθηκών, αναπτύσσονται σταδιακά κτίζοντας το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Καθώς αναπτύσσεται μια πολιτική, η ευρωπαϊκή της διάσταση διογκώνεται, αλλά ο περιορισμός του εθνικού ελέγχου αντισταθμίζεται με τη συνεχή επιρροή των κρατών-μελών κατά τη φάση της εξειδίκευσής της την οποία προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με γνώμονα το κοινό συμφέρον. Την τελική όμως μορφή την αποφασίζουν τα δυο πολιτικά θεσμικά «φίλτρα»: το Συμβούλιο από την πλευρά των κρατών-μελών και το Κοινοβούλιο από την πλευρά των πολιτών.
Η οικονομική ενοποίηση αφορά στην εναρμόνιση των πολιτικών με κορυφαίο επίτευγμα τη δημιουργία της Εσωτερικής Αγοράς, ενώ η πολιτική ενοποίηση η οποία ξεκίνησε με τη δημιουργία της ΟΝΕ στο Μάαστριχτ, προσέκρουσε σε αντιδράσεις που οδήγησαν στην κατάτμηση της ευρωπαϊκής ιδέας, για να την ανασυγκολλήσει η Συνθήκη της Λισαβόνας δημιουργώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Έρχομαι τώρα στην οικονομική πτυχή της ενοποίησης. Η Ένωση προσέφερα αρχικά κίνητρα σε πολυεθνικές επιχειρήσεις προκειμένου να εγκατασταθούν στην Ευρώπη και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας για τους αγρότες που έχαναν το εισόδημά τους. Κατόπιν, όταν άρχισε να λειτουργεί η ευρωπαϊκή πολιτική ανταγωνισμού περιορίζοντας τα κίνητρα, οι πολυεθνικές άρχισαν τις από-επενδύσεις και τη μετανάστευση σε χώρες όπου το κόστος της εργασίας ήταν χαμηλό.
Από την άλλη, η παγκοσμιοποίηση των αγορών προκάλεσε μεγάλη κινητικότητα και άλλων συντελεστών παραγωγής πλην της εργασίας, επιφέροντας ακόμα μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση των εθνικών οικονομιών. Έτσι η οικονομική κρίση εξαπλώθηκε αστραπιαία. Το, έως τότε, δυνατό brand της Ένωσης ως οικονομικού παράδεισου, πληγώθηκε από τον τρόπο που διαχειρίστηκε την οικονομική κρίση. Με αυτά τα δεδομένα τα προβλήματα της Ένωσης συνοψίζονται: στο πεδίο της δημοσιονομικής πολιτικής όπου εμφανίζονται οι πιο έντονες διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών, στο πεδίο των εργαλείων όπου αρκετές φορές παρατηρείται μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στη φιλοδοξία των πολιτικών στόχων της Ένωσης και στα εργαλεία που διαθέτει για να τους επιτύχει, στην επικράτηση της διαχειριστικής λογικής σε βάρος της πολιτικής, η οποία δημιούργησε μια απόσταση μεταξύ των Ευρωπαϊκών θεσμών και των πολιτών, στη μεγάλη αβεβαιότητα που επικρατεί στις διεθνείς σχέσεις, στη μεταναστευτική κρίση κ.λπ.
Τα παραπάνω δεδομένα αξιοποίησαν πολιτικά τα άκρα του πολιτικού φάσματος. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ευρωσκεπτικισμός εντάχθηκε στη ρητορική όλων των κομμάτων, ενώ μετατράπηκε σε ιδεολογική βάση για τα κόμματα των άκρων. Πιστεύω ότι όλα αυτά λίγό έως πολύ αντιμετωπίζονται. Τα τελευταία χρόνια κάναμε βήματα μπροστά πολύ πιο μεγάλα από αυτά που έγιναν προς τα πίσω. Ο πρώην Πρόεδρος της Επιτροπής Ζαν Κλωντ Γιούνκερ είχε μιλήσει για συγκεκριμένη δοσολογία της Ένωσης μέσα στην Ευρώπη και της Ευρώπης μέσα στην Ένωση.
Κατά τη γνώμη μου, η λύση για το μέλλον περνά μέσα από τον θεσμικό επαναπροσδιορισμό της αρχιτεκτονικής της Ένωσης και την ολοκλήρωση της πολιτικής της ενοποίησης.
Η Ένωση έχει ανάγκη από κοινή άσκηση κυριαρχίας. Ο καλύτερος δρόμος για αυτό είναι η συνομοσπονδιακή ένωση πολιτικά κυρίαρχων κρατών με ένα ισχυρό και αδέσμευτο ευρωπαϊκό κέντρο που να τα συνδέει. Αυτό σημαίνει πολιτική ένωση, δηλαδή ενιαία πολιτική που θα διαμορφώνεται και θα εκτελείται από κοινού από τα θεσμικά όργανα και τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών. Δεν ξέρω αν θα είναι αυτό, αλλά ως Ευρωπαίοι αναζητούμε ένα νέο πολιτικό πλαίσιο που θα μας οδηγήσει με ασφάλεια στο μέλλον.
Η μετάβαση δεν φαίνεται όμως να είναι ομαλή, λόγω των μεγάλων ανακατατάξεων που συμβαίνουν στο παγκόσμιο σύστημα ισορροπιών. Η κλιματική κρίση προκαλεί αναμφίβολα τέτοιου είδους ανακατατάξεις. Το είδαμε στη Συρία. Ο εμφύλιος ξέσπασε όταν μια παρατεταμένη ανομβρία έξι ετών οδήγησε χιλιάδες αγρότες στα αστικά κέντρα. Λίγοι πλέον αμφιβάλλουν ότι η καύση του άνθρακα για ηλεκτροπαραγωγή είναι μια από τις κυριότερες αιτίες της κλιματικής κρίσης. Το περιβάλλον που διαμορφώνει η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, μέσω του στόχου της κλιματικής ουδετερότητας, προσφέρει τεράστιες ευκαιρίες υπέρβασης. Τόσο για ένα καλύτερο περιβάλλον, όσο και για μια βιώσιμη ανάπτυξη. Και όπως είναι γνωστό υπό τις συνθήκες αυτές η ενοποιητική διαδικασία πάντα προχωρά ταχύτερα.
Όσον αφορά στη χώρα μας, διαθέτουμε πλέον εθνικό σχεδιασμό. Ο σχεδιασμός αυτός μπορεί, πέραν των βασικών του στόχων, να συμβάλει στη δημιουργία ενός καινούργιου branding, πολύ μακριά από τον τουρισμό και το σουβλάκι. Αυτό που γίνεται με τα GR-Eco islands κινείται προς την κατεύθυνση αυτή.
Θα κλείσω με δυο λόγια ειδικά για τη δίκαιη αναπτυξιακή μετάβαση. Είναι μια πολιτική επιλογή με δυο αλληλένδετες συνιστώσες: την «αναπτυξιακή» και τη «δίκαιη». Η αφετηρία όμως είναι η αλλαγή του ενεργειακού μίγματος της χώρας μας εις βάρος του λιγνίτη. Μια αλλαγή που συντελείται εδώ και είκοσι χρόνια και εντείνεται τα τελευταία δέκα.
Στο σημείο αυτό θα αναφέρω ένα παράδοξο. Η μετάβαση είναι μεν πολιτική επιλογή, αλλά η αλλαγή του ενεργειακού μίγματος που την προκάλεσε δεν έγινε με κριτήρια πολιτικά, αλλά με κριτήρια συστημικά, πέραν βεβαίως των οικονομικών κριτηρίων όπως το αυξημένο κόστος παραγωγής που συνεπάγεται η χαμηλή θερμογόνος δύναμη του ελληνικού λιγνίτη. Η αλλαγή αυτή θα είναι ακόμα μεγαλύτερη όταν τεθεί σε εφαρμογή η νέα δέσμη νομοθετικών πρωτοβουλιών “Fit for 55”. Η δέσμη αυτή υλοποιεί το νέο στόχο της ΕΕ για μείωση των ρύπων κατά 55% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, από 40% που ισχύει σήμερα. Ο νέος αυτός στόχος 55% θα οδηγήσει όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ στο να αναθεωρήσουν τα Εθνικά τους σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα επιταχύνοντας την απανθρακοποίηση.
Έρχομαι τώρα στην αναπτυξιακή συνιστώσα της μετάβασης. Παράλληλα με την αλλαγή του ενεργειακού μίγματος, έπρεπε να αρχίσει η προετοιμασία για την αλλαγή του παραγωγικού μίγματος των εξαρτημένων περιοχών. Αυτήν την πολιτική απόφαση δεν την έλαβε κανείς στο παρελθόν. Έτσι, η έλλειψη παραγωγικής διαφοροποίησης δεν επέτρεψε την απορρόφηση των ανέργων που άφηνε πίσω της η αλλαγή του ενεργειακού μίγματος εις βάρος του λιγνίτη. Το ΣΔΑΜ σε αυτό ακριβώς στοχεύει. Στην αντικατάσταση ενός θνησιγενούς παραγωγικού προτύπου επενδύοντας σε βιώσιμους τομείς που ταιριάζουν με τα χαρακτηριστικά των περιοχών. Η μείζων αυτή αλλαγή οργανώθηκε μέσα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού στρατηγικού και επενδυτικού σχεδιασμού, και έχει ήδη λειτουργήσει ως μαγνήτης για την εξασφάλιση ισχυρών κεφαλαίων και κινήτρων, αλλά και ως καταλύτης για την προώθηση όλων των αναγκαίων θεσμικών και επιχειρησιακών προϋποθέσεων για την εφαρμογή του.
Η επιτυχία του ΣΔΑΜ θα κριθεί στην εφαρμογή του, όπως συμβαίνει με κάθε αναπτυξιακό σχέδιο. Ακόμη και το επιτυχέστερο σύστημα ποτέ δεν είναι άτρωτο. Εάν δεν προσαρμόζεται στις εκάστοτε νέες συνθήκες. Ακριβώς λόγω του πολύ-τομεακού χαρακτήρα του ΣΔΑΜ, αλλά και της φύσης του ενεργειακού μετασχηματισμού, σίγουρα θα χρειαστούν προσαρμογές και αυτές θα είναι αρκετές.
Αναφέρθηκα προηγουμένως στις αναταράξεις που προκαλεί η κλιματική κρίση η οποία μας οδήγησε ως ΕΕ στη λήψη των αναγκαίων για τη μετάβαση αποφάσεων. Σε ένα κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα οι αναταράξεις αυτές θα είναι επώδυνες όσο φυγομαχούμε, όχι επειδή δεν θέλουμε ή δεν μπορούμε να τις αντέξουμε, αλλά γιατί ως Έλληνες είτε μπλεκόμαστε σε ψευτοδιλήμματα, ή γιατί χάνουμε ατέλειωτο χρόνο προβάλλοντας τα αρνητικά χωρίς καν να σταθμίζουμε τα θετικά.
Όλοι πάντως συμφωνούμε με τη σκέψη ότι το παρελθόν δεν πρέπει να είναι καλύτερο από το μέλλον. Αν θέλουμε όμως να είμαστε πρωταγωνιστές στο καλύτερο αυτό μέλλον και όχι κομπάρσοι ή απλοί θεατές, τότε θα πρέπει να είμαστε Ευρωπαίοι. Αυτό δεν είναι πολιτική αλλά ζωτική επιλογή. Σήμερα δεν μπορεί κανείς να τα καταφέρει μόνος του, παρά μόνο όλοι μαζί. Και το «μαζί» εκφράζεται με την Ευρώπη.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.