Παρουσίαση της έκθεσης της Greenpeace και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ανανεώσιμων Πηγών (EREC) “Η Ενεργειακή Επανάσταση στην Ελλάδα”.
Πέμπτη 21 Μαΐου 2009, Αθήνα
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Κυρίες και κύριοι,
Ευχαριστώ την Green Peace και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ανανεώσιμων Πηγών για την πρόσκληση.
Είναι τιμή μου να είμαι ανάμεσά σας αλλά και να διαδέχομαι στο βήμα τον Έλληνα Επίτροπο κύριο Σταύρο Δήμα.
Υπάρχουν πολλά πού μπορούμε να μάθουμε από εσάς αλλά και να κάνουμε με εσάς για να απαντήσουμε στις δυο μεγάλες προκλήσεις που δημιούργησε η εφήμερη σπατάλη των φυσικών πόρων και η μη ισόρροπη ανάπτυξη : την κλιματική αλλαγή και την ενεργειακή ασφάλεια.
Προκλήσεις που εμφανίζονται καθαρά ως δύο τεμνόμενοι κύκλοι. Ενεργειακή πολιτική χωρίς περιβαλλοντική προστασία μπορεί να αποβεί επιζήμια για την οικονομία, την κοινωνία, την ίδια μας τη ζωή. Αλλά και πολιτική προστασίας του περιβάλλοντος που αγνοεί το ενεργειακό υπόβαθρο της οικονομικής ανάπτυξης κινδυνεύει να μην εφαρμοσθεί στην πράξη.
Από τη μια πλευρά, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι που ενσωματώνει η μαζική παραγωγή υδρογονανθράκων είναι μεγάλοι. Συνδέονται με την εξάντληση της παραγωγής αλλά και τον σημαίνοντα ρόλο που έχουν στη ροή της οι χώρες διέλευσης.
Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή και η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, επιδρούν περιοριστικά στην προσφορά και τη ζήτηση. Σύμφωνα με την έκδοση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Region 2020», οι περισσότερες Ευρω-μεσογειακές χώρες φαίνονται πολύ περισσότερο συνδεδεμένες με τους περιορισμούς αυτούς, γεγονός που επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα και ιδιαίτερα τον τουρισμό.
Από την άλλη πλευρά, η παγκόσμια παραγωγή πράσινης ενέργειας αν και καλπάζει δεν φθάνει ούτε στο 7 % της παγκόσμιας κατανάλωσης. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι όσο δραματικά και να αυξηθεί η παράγωγή αυτή, πάλι θα αντιπροσωπεύει ένα μικρό ποσοστό και αυτό διότι, παράλληλα, καλπάζει και η παγκόσμια ζήτηση ενέργειας. Σήμερα, πάνω από 1 στα 6 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη δεν έχουν και ζητούν ρεύμα. Ποια θα είναι η εξέλιξη όταν στα μέσα του αιώνα οι κάτοικοι του πλανήτη θα φθάσουν τα 9 δισεκατομμύρια;
Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα είναι αν ο άνθρωπος μπορεί και με ποιο τρόπο, να εξασφαλίσει τις νέες πηγές ενέργειας που χρειάζεται για τις αναπτυξιακές του ανάγκες. Ανάγκες που σταθμίζονται διαφορετικά λόγω της περιβαλλοντικής αλλά και οικονομικής κρίσης που δημιούργησε το σημερινό αναπτυξιακό μοντέλο.
Η περιβαλλοντική κρίση ανέδειξε θέματα όπως το μέγεθος της προσπάθειας που πρέπει να καταβάλει η παγκόσμια κοινότητα για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, η κοινωνική αποδοχή των επιλογών που επιβάλλονται, η ομαλότητα του κόστους των ενεργειακών προϊόντων κλπ. Η οικονομική κρίση, αμφισβητώντας ακόμη περισσότερο το μοντέλο αυτό, προσέθεσε το δημογραφικό, τη μετανάστευση, την ανεργία, τη φτώχεια.
Αυτοί είναι οι λόγοι που επιβάλλουν νέες επιλογές για ασφαλή, αειφόρο και ανταγωνιστική ενέργεια. Δηλαδή, για ορθολογική και αποδοτική παραγωγή, διαχείριση και χρήση παλαιών και νέων ενεργειακών πόρων. Αλλά και για ανάπτυξη και απασχόληση, με τρόπο βιώσιμο, δηλαδή εντελώς διαφορετικό από αυτόν που γνωρίσαμε επί χρόνια από τις καμινάδες.
Από την πρώτη προσπάθεια στη Στοκχόλμη (1972) όπου διατυπώθηκε για πρώτη φορά η αρχή της αειφορίας ως αναπόσπαστη συμπληρωματική παράμετρος της ανάπτυξης, έως την αναγνώριση της στις παγκόσμιες διασκέψεις του ΟΗΕ στο Ρίο (1992) και μετά στο Γιοχάνεσμπουργκ (2002), και το Πρωτόκολλο του Κιότο (1997) για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, με τις πιο συγκεκριμένες και δεσμευτικές συνδιασκέψεις στη Λισσαβόνα και Μπαλί, έως την Κοπεγχάγη που θα καταλήξει σε νέα παγκόσμια συμφωνία για την μετά Κιότο περίοδο, φαίνεται ότι συμφωνούμε στην καθολικότητα των συνεπειών του σημερινού μοντέλου ανάπτυξης αλλά όχι στις επιλογές για την αντιμετώπισή τους.
Στην Κοπεγχάγη η νέα Παγκόσμια Συμφωνία, αναμένεται να θέσει τον στόχο περιορισμού της υπερθέρμανσης του πλανήτη σε 2 βαθμούς το ανώτερο σε σχέση με τα επίπεδα της προ-βιομηχανικής εποχής. Κατά τη γνώμη της Διακυβερνητικής Διάσκεψης για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC) αυτό θα προϋπέθετε μείωση των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 50% το λιγότερο από σήμερα έως το 2050 σε σχέση με τα επίπεδα του 2000. Για να το πετύχουν αυτό οι ανεπτυγμένες χώρες, θα πρέπει να μειώσουν δραστικά τις εκπομπές τους από 25 έως 40% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990 από τώρα έως το 2020, έχοντας σαν κύριο στόχο να επιτευχθεί η προαναφερόμενη μείωση.
Είναι αντιληπτό ότι η διαπραγμάτευση θα είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Πώς μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι όταν στο Κιότο δεν συμμετείχαν οι πλούσιες χώρες του ΟΠΕΚ, η Κίνα, και οι ΗΠΑ παρά τα μεγάλα ποσοστά εκπομπών τους, όταν η Ρωσία έλαβε υψηλή οροφή διοξειδίου λόγω των οικονομικών προβλέψεων για την ανάπτυξή της ή όταν οι ανεπτυγμένες χώρες συζητούν μειώσεις εκπομπών μόνο στο 1/3 των στόχων που έθεσε η Διακυβερνητική; Ας ελπίσουμε η προσπάθεια που καταβάλει η Ε.Ε. μαζί με την πιο συνειδητοποιημένη πλέον παγκόσμια κοινή γνώμη, να λειτουργήσουν ως καταλύτες ώστε στην Κοπεγχάγη να ληφθούν ουσιαστικές αποφάσεις. Άλλωστε, ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ κ. Μ. Ομπάμα δεσμεύτηκε να συμμετάσχει στη νέα Συνδιάσκεψη και στη νέα Συμφωνία που θα προκύψει.
Θα σταθώ λίγο περισσότερο στην Ευρώπη. Είναι γνωστό ότι η ενέργεια είχε θεμελιώδη σημασία στην αρχική σύσταση των ΕΚ. Στη συνέχεια και λόγω της οικονομικής ευφορίας που επικράτησε, ατόνησε για να επιστρέψει στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας πρόσφατα μεν αλλά πολύ νωρίτερα από τις δραματικές εξελίξεις των τελευταίων χρόνων. Ήδη από το 2000 με την Πράσινη Βίβλο για την Ενέργεια και ενώ οι τιμές του πετρελαίου ήταν χαμηλές, η Ε.Ε. πέρασε από τις πολιτικές διακηρύξεις σε συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους που της προσέδωσαν πρωταγωνιστικό ρόλο και κύρος σε παγκόσμιο επίπεδο. Με την κύρωση της Συνθήκης της Λισσαβόνας η ενέργεια καθίσταται Κοινοτική πολιτική της Ε.Ε. και αναβαθμίζεται ο ρόλος και η σημασία της.
Κύρος που ενισχύθηκε το Μάρτιο του 2007, όταν δεσμεύτηκε να μειώσει τις εκπομπές της κατά 20% και ίσως 30% έως το 2020 με βάση τα επίπεδα του 1990, με την προϋπόθεση για το 30% , ότι και οι άλλες ανεπτυγμένες χώρες θα αποφασίσουν το ίδιο στην Κοπεγχάγη.
Μέχρι τότε, και ανεξάρτητα από το τι θα κάνουν οι άλλες χώρες, η Ένωση δεσμεύτηκε μονομερώς να μειώσει τις εκπομπές της κατά τουλάχιστον 20%, να πετύχει ισόποση διείσδυση των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση ενέργειας αλλά και ισόποση Εξοικονόμηση Ενέργειας με συγκεκριμένους μηχανισμούς εφαρμογής και με εξειδίκευση των ποσοστών αυτών για κάθε Κράτος – Μέλος. Παράλληλα, ενίσχυσε την αξιοπιστία της ακόμη περισσότερο με τις αποφάσεις που έλαβε για την εγκαθίδρυση μιας ενιαίας εσωτερικής αγοράς ενέργειας αλλά και για ισχυρότερα και πιο σύνθετα κίνητρα με στόχο την κατάλληλη οργάνωση των αγορών, των επιχειρήσεων και των πολιτών. Οι αποφάσεις αυτές είχαν ως στόχο, έως τη λήξη των Εθνικών Σχεδίων Κατανομής Δικαιωμάτων Εκπομπών, να βοηθήσουν τις αγορές και τις επιχειρήσεις να υλοποιήσουν τις απαραίτητες επενδύσεις για τον περιορισμό του κόστους των εκπομπών αλλά και για να αντιμετωπίσουν τα υψηλά κόστη εμπορίας δικαιωμάτων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πιστεύει ότι οι αλλαγές αυτές θα στηρίξουν τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας «προετοιμάζοντας την Ευρώπη για ένα μέλλον» στο οποίο η τεχνολογία και η κοινωνία θα αντιμετωπίζουν τις νέες ανάγκες και οι καινοτομίες θα δημιουργούν νέες ευκαιρίες ανάπτυξης και απασχόλησης. Ένα παράδειγμα είναι βέβαια οι ΑΠΕ οι οποίες έχουν ήδη δημιουργήσει στην Ε.Ε. 400.000 νέες θέσεις εργασίας με ετήσιο κύκλο εργασιών που φθάνει τα 40 δις ευρώ.
Τίθεται όμως ένα ερώτημα; Πώς θα μπορέσει η Ε.Ε. να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις με μια τόσο μεγάλη κρίση που την ταλανίζει για πρώτη, ίσως, φορά μετά την ίδρυσή της. Κρίση κοινωνική, οικονομική και πολιτική. Με δυσλειτουργίες κατά τη λήψη των αποφάσεων. Με μηδενικούς ή και αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, υψηλά χρέη και ελλείμματα. Με σχετική υποχώρηση στους δείκτες ανισοτήτων, ανεργίας και φτώχειας στο εσωτερικό της, δηλαδή με δείγματα κοινωνικής χρεοκοπίας όπως έλεγε και ο Αθανάσιος Κανελλόπουλος για την ανθρώπινη συμβίωση όταν αυτή δεν μπορεί να διασφαλίσει μέσα επιβίωσης σε όλους.
Παραφράζοντας τον Jean Monnet μπορούμε να πούμε ότι κανείς δεν μπορεί να αρνείται ότι αυτή η ένωση λαών που διασφάλισε ειρήνη, σταθερότητα και ευημερία αποτελεί για τη διεθνή κοινότητα πρότυπο οργάνωσης και μοντέλο ανάπτυξης, όπως κανείς δεν μπορεί να αρνείται ότι πραγματικά η Ευρώπη μπορεί ακόμη καλύτερα. Και αυτό θα γίνει με τις δυνατότητες που παρέχει η Μεταρρυθμιστική Συνθήκη για καλύτερες ρυθμίσεις οικονομικής οργάνωσης, με περισσότερο φίλο-περιφερειακές οριζόντιες πολιτικές, με πιο αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των κοινωνικών παραμέτρων της οικονομικής κρίσης αλλά και με τις δράσεις για την ενέργεια και το κλίμα.
Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η Ε.Ε., στο επίκεντρο της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης, έχει ήδη επωφεληθεί ιδιαίτερα από την τεχνολογία, την άρση των εμποδίων και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που υπαγόρευσαν οι κοινές της πολιτικές, με αποτέλεσμα σήμερα, το μέσο επίπεδο ζωής να είναι υψηλότερο από εκείνο των ΗΠΑ.
Σε κάθε περίπτωση, η οικονομική και περιβαλλοντική κρίση σηματοδοτούν το τέλος μιας ολόκληρης εποχής και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Μιας εποχής ψευδαισθήσεων. Το «δεδομένο» αναπτυξιακό πρότυπο που γνωρίσαμε αποδείχθηκε ότι δεν είχε τη θωράκιση που έπρεπε για να διασφαλίσει το μέλλον του πλανήτη. Σήμερα που το «δεδομένο» έγινε «ζητούμενο», που η περιβαλλοντική συνιστώσα έχει ενσωματωθεί στον πολιτικό λόγο του συνόλου του πολιτικού συστήματος, χρειάζονται άλματα στις υποδομές, τη μείωση της ζήτησης, την ενεργειακή αποδοτικότητα, τις ΑΠΕ, τον τρόπο διαβίωσης. Και όλα αυτά δεν επιτυγχάνονται ούτε εύκολα ούτε δωρεάν.
Κυρίες και κύριοι,
Η Ελλάδα ταυτίζεται απόλυτα με τις κατευθύνσεις της Ε.Ε. στα ζητήματα αυτά.
Σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη ξεχωρίζω τρία πλεονεκτήματα.
Πρώτον, το τίμημα της βιομηχανικής επανάστασης υπήρξε λιγότερο βαρύ για το περιβάλλον, δεύτερον, διαθέτει μεγαλύτερο δυναμικό ΑΠΕ και τρίτον διαθέτει μεγαλύτερη ποικιλία οικοσυστημάτων αλλά και ένα από τα υψηλότερα ποσοστά προστατευόμενων περιοχών.
Ξεχωρίζω όμως και τρία σοβαρά μειονεκτήματα.
Πρώτον, επειδή καθυστέρησε να αναδιαρθρώσει το ενεργειακό της μείγμα και να βελτιώσει την ενεργειακή της αποδοτικότητα έχει αυξημένη και δαπανηρή για την οικονομία εξωτερική εξάρτηση και από τις υψηλότερες στην Ε.Ε. εκπομπές ανά μονάδα ακαθάριστης εγχώριας κατανάλωσης και άρα πρέπει να καταβάλει πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια, δεύτερον, δεν διαθέτει την κοινωνική συναίνεση στο βαθμό που χρειάζεται και τρίτον, οι αναγκαίες αλλαγές απαιτούν μεγαλύτερο διάστημα ωρίμανσης για την αποδοχή τους και ακόμη μεγαλύτερο για την εφαρμογή τους σε σχέση με την Ε.Ε..
Από τα τρία κορυφαία αυτά ζητήματα θα κριθεί αν θα αποφύγουμε στο μέλλον τα ανεπιθύμητα καύσιμα και αν θα δημιουργήσουμε από την πράσινη ανάπτυξη, νέα κοιτάσματα απασχόλησης. Το διακύβευμα απαιτεί μια διαρκή επανάσταση. Περιβαλλοντική και, κάτω από την πίεση των δεσμευτικών στόχων, ενεργειακή. Και επανάσταση σημαίνει ιδεολογική αλλά και πολιτική σύγκρουση για την επικράτηση των αλλαγών που χρειάζονται. Συλλογικά και ατομικά.
Θα αναφέρω μερικές από αυτές :
Συναντίληψη από όλο το πολιτικό, διοικητικό, αυτοδιοικητικό, οικονομικό και κοινωνικό σύστημα της χώρας ως προς τις θεσμικές και φυσικές υποδομές που είναι απαραίτητες για να πετύχει η χώρα τους στόχους αλλά και ως προς την ανάπτυξη αποτελεσματικών μηχανισμών της αγοράς.
Συναίνεση για την υλοποίησή τους και ιδίως για την ενίσχυση και επέκταση του δικτύου μεταφοράς καθώς και την αναδιάρθρωση του μείγματος με ισορροπία μεταξύ των μονάδων βάσης, μέσου φορτίου και αιχμής, δηλαδή μεταξύ θερμικών, αερίου και ΑΠΕ ώστε να μπορούν οι τελευταίες να στηρίζονται και να απορροφώνται.
Εμπλουτισμός των χρηματοδοτικών μέσων με προώθηση του Green Banking για χρηματοδότηση πράσινων έργων, αγαθών και υπηρεσιών, με τη δημιουργία Ταμείου Ανακυκλούμενων Πιστώσεων που θα επενδύει σε πράσινα έργα, με την προώθηση του θεσμού της Χρηματοδότησης Από Τρίτους αλλά και με μετατόπιση των κριτηρίων τραπεζικής χρηματοδότησης από τα οικονομικά δεδομένα του επενδυτή όπως η φερεγγυότητα, οι εγγυήσεις κλπ στην αποδοτικότητα της επένδυσης αυτής καθεαυτής.
Σχεδιασμός και εφαρμογή με ειδικούς όρους ενός προγράμματος ανάπτυξης υπεράκτιων αιολικών πάρκων καθώς και αιολικών πάρκων στα μη διασυνδεδεμένα νησιά με υβριδικούς σταθμούς, δηλαδή αιολικών με συστήματα αποθήκευσης, κυρίως με αντλησιοταμίευση, ώστε να «τιθασεύεται» η ανεξέλεγκτη αιολική ενέργεια και να προσαρμόζεται στις ανθρώπινες ανάγκες συμβάλλοντας ακόμα και στην αυτόνομη ηλεκτροδότηση των νησιών αυτών.
Ένταξη του πρωτογενούς τομέα στην εθνική ενεργειακή στρατηγική πχ παραγωγή βιομάζας για ενεργειακούς σκοπούς, αξιοποίηση της Συμπαραγωγής στον αγροτικό τομέα για παραγωγή θερμότητας σε οικιακούς καταναλωτές καθώς και για ξήρανση αγροτικών προϊόντων αλλά και στα νησιά για αφαλάτωση με μειωμένη κατανάλωση ενέργειας.
Ένταξη των μεταφορών στην εθνική ενεργειακή στρατηγική αλλά και του τουρισμού με στόχο οι εφαρμογές ΑΠΕ, Εξοικονόμησης και Ορθολογικής Χρήσης της Ενέργειας στον τομέα αυτό, να αποτελέσουν ένα βασικό επιπρόσθετο κριτήριο επιλογής προορισμού.
Προώθηση όλων των δυνατών αυτόνομων εφαρμογών μικρού ηλεκτρικού φορτίου για την κάλυψη της κατανάλωση σε επίπεδο νοικοκυριού, με τρόπο υποχρεωτικό για τις νέες κατοικίες, αλλά και με κίνητρα για τις υφιστάμενες.
Εφαρμογή ενός εθνικού δικτυακού συστήματος ενημέρωσης, πληροφόρησης και εκπαίδευσης σε συνεργασία και με τις ΜΚΟ με στόχο την ένταξη της πράσινης διάστασης σε όλες τις καθημερινές μας λειτουργίες.
Εκ των προτέρων αξιολόγηση όλων των πράσινων προγραμμάτων και δράσεων ανεξαρτήτως φορέα χρηματοδότησης προκειμένου να επιβεβαιώνεται η συνεισφορά τους στο νέο αναπτυξιακό και κοινωνικό πρότυπο.
Κυρίες και κύριοι,
Το Ευρωπαϊκό ενεργειακό πακέτο για τις κλιματικές αλλαγές, το Σχέδιο Δράσης Ενεργειακής Αποδοτικότητας, η Οδηγία 2001/77 για την “προαγωγή της Ηλεκτρικής Ενέργειας που παράγεται από ΑΠΕ στην εσωτερική αγορά Ηλεκτρικής Ενέργειας”, η Οδηγία 2002/91 για την “ενεργειακή απόδοση των κτιρίων”, οι οδηγίες 2002/31 και 2003/66 για τη σήμανση της κατανάλωσης των οικιακών συσκευών, η Οδηγία 2004/8/ΕΚ για τη Συμπαραγωγή, η Οδηγία 2005/32 για την “οικολογική σχεδίαση του εξοπλισμού”, η Οδηγία 2006/32 για τη “βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση ενέργειας” και το νέο σχέδιο οδηγίας για τις ΑΠΕ, μετατρέπουν σε νομικές υποχρεώσεις τους μετρήσιμους πολιτικούς στόχους.
Στις «Παγκόσμιες Ενεργειακές Προοπτικές 2008» ο ΔΟΕ παρακινεί για μια παγκόσμια ενεργειακή επανάσταση για την εξασφάλιση ευημερίας σε συνθήκες βιώσιμης ανάπτυξης. Και αυτό σημαίνει νέα αντίληψη της ζωής και της οικονομίας με ριζικές αλλαγές και κίνητρα για κατάλληλη οργάνωση των αγορών, των επιχειρήσεων και των πολιτών. Αλλαγές στην εκπαίδευση, τις μεταφορές, τις διατροφικές συνθήκες, την καταναλωτική συμπεριφορά, τη διαχείριση αποβλήτων, ενεργειακών και υδάτινων αποθεμάτων, την οικοδόμηση, τη χωροθέτηση, τις υποδομές.
Από την πλευρά μου θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι είμαστε στο σωστό δρόμο. Η πολιτική βούληση και ο σχεδιασμός της Κυβέρνησης δεν αρκούν από μόνα τους. Δεν μπορεί να συμφωνούμε όλοι στα λόγια για την αναγκαιότητα «πράσινης στροφής» και την ίδια στιγμή, όταν φτάνει η ώρα της πράξης, να αντιδρούμε ή να υποκινούμε αντιδράσεις με προσωποπαγείς πολιτικές που καθιστούν ανεκτέλεστες τις «πράσινες» επενδύσεις.
Όποιος λέει όχι στις ΑΠΕ σήμερα, ξέρει πλέον ότι κάποιος άλλος θα πει ναι στα συμβατικά καύσιμα αύριο. Για αυτό πρέπει να συζητάμε υπεύθυνα, με πλήρη συναίσθηση της σοβαρότητας των ζητημάτων που προσεγγίζουμε αλλά και με χρονοδιάγραμμα. Μόνον έτσι θα δώσουμε στους πολίτες κατάλληλη πληροφόρηση και μηνύματα για να είναι συνοδοιπόροι στην προσπάθεια.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.