ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ – 2ND South East Energy Dialogue
Τρίτη 20 Μαΐου 2008
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΟΥΣΟΥΡΟΥΛΗΣ: Κυρίες και Κύριοι,
Σας καλωσορίζω στη 2η Διεθνή Συνάντηση διαλόγου για την Ενέργεια.
Ο σημερινός διάλογος πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία σημειώνονται κοσμοϊστορικές εξελίξεις στο διεθνή ενεργειακό τομέα, ταχύτερες, ίσως, από την ικανότητά μας να τις διοικήσουμε. Εξελίξεις που θα δημιουργήσουν όμως σπουδαίες ευκαιρίες για επίλυση μεγάλων περιβαλλοντικών, κοινωνικών και οικονομικών ζητημάτων. Για το λόγο αυτό πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι.
Όπως άλλωστε είπε ο Αμερικανός εκπαιδευτικός Γουίντνεϊ Γιάνγκ : “είναι προτιμότερο να προετοιμαστείς για μια ευκαιρία και να μην την έχεις, παρά να έχεις μια ευκαιρία και να μην είσαι προετοιμασμένος”.
Ας δούμε συνοπτικά ποιές είναι οι παράμετροι των εξελίξεων :
Πρώτον, η κλιματική αλλαγή η οποία επηρεάζει πλέον καθοριστικά τις ενεργειακές επιλογές
Δεύτερον, η αύξηση της αβεβαιότητας για την ανακάλυψη νέων μεγάλων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων.
Τρίτον, η έντονη παρουσία του παράγοντα της «γεωπολιτικής αστάθειας».
Τέταρτον, οι φόβοι για διακοπή του ενεργειακού εφοδιασμού στην Ευρώπη.
Πέμπτον, η σοβαρή καθυστέρηση αλλά και αντίδραση στο ουσιώδες θέμα της ελεύθερης λειτουργίας και ανταγωνισμού των ενεργειακών αγορών.
Κάθε μια από τις παραμέτρους αυτές καταδεικνύει μια άβολη αλήθεια: την παγκόσμια εξάρτηση από τις εξαντλούμενες πρωτογενείς πηγές ενέργειας με ότι αυτό συνεπάγεται για το περιβάλλον αλλά και για τις οικονομίες μας λόγω της ανόδου των τιμών αλλά και της εκρηκτικής αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού που, όπως προβλέπουν όλα τα σενάρια, θα οδηγήσει σε διπλασιασμό της παγκόσμιας ζήτησης για ενέργεια έως το 2030. Παράλληλα, η μεταφορά πρωτογενών πηγών ενέχει μεγάλο ρίσκο, ενώ τα ενεργειακά συμφέροντα προκαλούν μεγάλες περιφερειακές διαμάχες. Και στην περίπτωση αυτή τα καλύτερα μαθήματα τα παίρνεις από τις χειρότερες πρακτικές.
Οι μελλοντικές γεωπολιτικές συνέπειες είναι ομολογουμένως δύσκολο να προβλεφθούν. Μπορούν όμως να διαμορφωθούν. Και για να γίνει αυτό επιβάλλεται μια σοβαρή αξιολόγηση των ενεργειακών δυνατοτήτων όλων των πηγών ενέργειας και των αντίστοιχων περιβαλλοντικών, οικονομικών και κοινωνικών τους επιπτώσεών και η θέσπιση μιας βιώσιμης πολιτικής. Δηλαδή μιας πολιτικής που δεν θα μεταβιβάζει τα προβλήματα στις επόμενες γενιές και δεν θα εξαντλεί τους οικονομικούς και περιβαλλοντικούς πόρους στους οποίους στηρίζεται.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ΕΕ επιθυμεί µία ισχυρή ενεργειακή πολιτική που θα την μετατρέψει σε µία οικονομία υψηλής ενεργειακής απόδοσης. Η ΕΕ αποτελεί μια μοναδική αγορά 500 εκατομμυρίων καταναλωτών και 27 κρατών μελών. Είναι ο μεγαλύτερος καταναλωτής ενέργειας. Αυτό θα έπρεπε να είναι αρκετό ώστε να μας δίνει σημαντική οικονομική και πολιτική επιρροή.
Το ότι το 2020 η ΕΕ θα συνεισφέρει λιγότερο από 10% στις παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, δεν θα πρέπει να μας τρομάζει. Το Πακέτο Ενέργειας-Κλίματος που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με δεσμευτικούς στόχους 20% διείσδυση ΑΠΕ στη συνολική κατανάλωση των κρατών–μελών, 20% μείωση των εκπομπών CO2 στον ενεργειακό τομέα, και 20% εξοικονόμηση στη συνολικά καταναλισκόμενη ενέργεια αποτελεί μια τεράστια πρόκληση για την Ευρώπη και δείχνει το μέτρο για τη διεθνή κοινότητα για την αποτελεσματική διαχείριση της κλιματικής αλλαγής.
Το ΥΠΑΝ διάκειται θετικά απέναντι στο νέο πακέτο. H τήρηση ενός ευέλικτου συστήματος αναφορικά με την επιλογή του μίγματος ΑΠΕ με βάση το διαθέσιμο δυναμικό, τις εθνικές συνθήκες και τις ενεργειακές προτεραιότητες ανά τύπο Α.Π.Ε. σε κάθε ΚΜ βρίσκει απόλυτα σύμφωνη την Ελλάδα.
Η πρόκληση για κάθε χώρα αλλά και για όλους μαζί είναι διπλή. Από τη μία πλευρά η διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας και από την άλλη η μείωση στην συμβολή του φαινομένου του θερμοκηπίου.
Όμως, αν θέσει κάποιος το ερώτημα «είναι ασφαλής ο ενεργειακός εφοδιασμός?» μια απάντηση με ναι ή όχι φαίνεται παρακινδυνευμένη δεδομένου ότι η ΕΕ είναι εξαρτημένη από τις εισαγωγές για πάνω από το ήμισυ της χρήσης της σε ενέργεια. Συνεπώς, ο καθορισμός μιας ενεργειακής στρατηγικής ασφάλειας αποτελεί ουσιαστικό στόχο, μαζί με αυτούς της βιωσιμότητας και της ανταγωνιστικότητας. Μια στρατηγική αντιμετώπισης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη παράγοντες με αβεβαιότητες όπως:
(α) η εξέλιξη της ηλεκτροπαραγωγής από φυσικό αέριο ή άνθρακα,
(β) το μέλλον της πυρηνικής ενέργειας,
(γ) οι προοπτικές των τεχνολογιών δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα,
(δ) οι δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης των ΑΠΕ,
(ε) η προσαρμογή των καταναλωτών σχετικά με την ΕΞΕ και ΟΧΕ.
Σημείο κλειδί στο οποίο πρέπει να εστιάζει μια ολοκληρωμένη στρατηγική είναι κατά την άποψή μου η διαφοροποίηση. Διαφοροποίηση ως προς τις πηγές ενέργειας: ΑΠΕ, καθαρά ορυκτά καύσιμα, πυρηνική ενέργεια, όπου βεβαίως αυτό αποτελεί στρατηγική επιλογή. Διαφοροποίηση ως προς τον προμηθευτή ενέργειας (Νορβηγία, Ρωσία, Αφρική, Αμερική, Κασπία). Τέλος, διαφοροποίηση ως προς τη μεταφορά ενέργειας, τοις διαύλους διακίνησης, νέους αγωγούς και LNG.
Η μετάβαση όμως σε μια βιώσιμη, διαφοροποιημένη και ασφαλή ενεργειακή οικονομία μπορεί να καταστεί δυνατή μόνο μέσα σε μια δυναμική και ανοικτή αγορά με υποδομές κατάλληλες να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες μιας αλληλέγγυας πολιτικής.
Σημαντική παράμετρος εδώ αναδεικνύεται η περιφερειακή συνεργασία. Και θα αναφερθώ, βεβαίως, στην Ενεργειακή Κοινότητα που αναμένεται να αποφέρει πολλά οφέλη στο επίπεδο παροχής ενεργειακών υπηρεσιών, στη μείωση της ενεργειακής ένδειας μέσω της συνεχούς και σταθερής προμήθειας ενέργειας σε όλους τους πολίτες της περιοχής και στην προσέλκυση μεγάλης κλίμακας επενδύσεων σε έργα υποδομής.
Είναι γεγονός ότι η περιφερειακή αυτή αγορά χαρακτηρίζεται από διαρθρωτικές αδυναμίες και χαμηλή ενεργειακή αποτελεσματικότητα. Είναι όμως πολύ σημαντικό να προχωρήσει η ολοκλήρωση της αγοράς αυτής και να γίνουν επενδύσεις σε αυτήν επειδή είναι γρήγορα αναπτυσσόμενη και αποτελεί μείζον ενεργειακό δίαυλο. Κρίσιμης σημασίας είναι η συμμόρφωση με το κοινοτικό κεκτημένο, η οποία φαίνεται να αργεί ακόμη αρκετά. Ωστόσο, η προσπάθεια πρέπει να συνεχίσει.
Η συμμετοχή της Ελλάδας σε αυτήν την νέα περιφερειακή αγορά ενέργειας συμβαδίζει με την αναβάθμιση της χώρας μας, τα τελευταία χρόνια, σε ενεργειακό κόμβο ανάμεσα στην ενεργειακή γραμμή Ανατολής-Δύσης. Προς αυτήν την κατεύθυνση αναπτύσσεται σημαντική δραστηριότητα. Ειδικότερα, τα τελευταία δύο χρόνια, έγιναν ιδιαίτερα αποτελεσματικά βήματα όσον αφορά την ενεργοποίηση διεθνών συμφωνιών με γειτονικές μας χώρες, για την προώθηση μεγάλων ενεργειακών έργων διασύνδεσης στον τομέα του ΦΑ, του πετρελαίου και του ηλεκτρισμού.
Η εξωστρεφής ενεργειακή πολιτική είναι στρατηγική επιλογή για τη Χώρα μας. Στόχος μας είναι η αναβάθμιση της γεωπολιτικής θέσης της χώρας μας στον ενεργειακό χάρτη και η ανάδειξή της ως αξιόπιστου και ασφαλούς διεθνούς ενεργειακού διαύλου.
Στο πλαίσιο αυτό τρεις μείζονος σημασίας εξελίξεις στον τομέα των ενεργειακών διασυνδέσεων πρέπει να αναφερθούν.
Ξεκινώ από την πιο πρόσφατη που αφορά στον αγωγό φυσικού αερίου South Stream. Σύμφωνα με αυτή την συμφωνία, η Ελλάδα είναι χώρα διέλευσης. Προβλέπεται δε επιπλέον προμήθεια ΦΑ για την εγχώρια κατανάλωση ανάλογα με τις ανάγκες της οικονομίας μας. Η συμφωνία που υπεγράφη είναι διακρατική και αφορά την μελέτη, κατασκευή και εκμετάλλευση του έργου. Τα εμπορικά και οικονομικά θέματα θα διευθετηθούν με εμπορική συμφωνία, αφού προηγηθεί σχετική οικονομοτεχνική μελέτη και βεβαίως η ίδρυση της εταιρείας.
Η δεύτερη σημαντική εξέλιξη αφορά στη λειτουργία του ελληνοτουρκικού αγωγού ΦΑ και την επέκτασή του προς την Ιταλία (TGI). Το γεγονός ότι το έργο έχει ενταχθεί στα Διευρωπαϊκά Δίκτυα, είναι ενδεικτικό του ενδιαφέροντος της ΕΕ τόσο για τον ασφαλή εφοδιασμό της, όσο και για τη διαφοροποίηση των πηγών τροφοδοσίας της και των διαύλων διέλευσης.
Ανάμεσα στους δύο αγωγούς υπάρχει συμπληρωματικότητα. Κυρίως όμως υπάρχει μια αξιόπιστη βάση για την επέκταση του δικτύου φυσικού αερίου στη χώρα μας. Το 2008 η κατανάλωση φυσικού αερίου αναμένεται να φτάσει τα 4,7 δις κυβικά ενώ για το 2010 θα ξεπεράσει τα 7 δις κ.μ. Αυτονόητα λοιπόν η εναρμόνιση των στόχων για διατήρηση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης του ΑΕΠ και ταυτόχρονα για μείωση της εξάρτησης από το πετρέλαιο καθιστούν το ΦΑ ζωτικής σημασίας παράγοντα ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία. Εξ αυτού προκύπτει και η τεράστια αξία των συμφωνιών αυτών για την πολιτική ασφάλειας στον τομέα της ενέργειας.
Η τρίτη σημαντική εξέλιξη που αφορά στο γεγονός πως φτάσαμε στην τελική ευθεία για την κατασκευή του αγωγού πετρελαίου Μπουργκάς – Αλεξανδρούπολη. Του πρώτου αγωγού πετρελαίου που κατασκευάζεται αποκλειστικά επί ευρωπαϊκού εδάφους μετά από 40 χρόνια. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό έργο για την αποτελεσματική λειτουργία και την ασφαλή τροφοδοσία σε πετρέλαιο των μεγάλων ενεργειακών αγορών. Ο αγωγός θα συμβάλει σημαντικά στην αποσυμφόρηση των Στενών, περιορίζοντας στο ελάχιστο την πιθανότητα ναυτικού ατυχήματος και ενισχύοντας, συγχρόνως, την περιβαλλοντική ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής. Ταυτόχρονα, τα τέλη διέλευσης του αγωγού δημιουργούν απόθεμα πόρων για την υλοποίηση έργων υποδομής και ανάπτυξης του Νομού Έβρου και, γενικότερα, της Θράκης.
Ο ρόλος της Ελληνικής ενεργειακής πολιτικής αφορά στη διαχείριση της μετάβασης προς τη νέα κατάσταση ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε απόκλιση από τους στόχους και να εξασφαλιστεί η εναρμονισμένη πορεία με τις εξελίξεις στην ΕΕ.
Αυτό όμως είναι αδύνατον με το σημερινό σπάταλο και ρυπογόνο χαρτοφυλάκιο του παραγωγικού μας δυναμικού. Ο χρόνος που απομένει μέχρι το 2020 είναι λίγος και αν οι στόχοι δεν επιτευχθούν οι οικονομικές κυρώσεις θα μετακυλήσουν στους καταναλωτές. Αν η δομή της ηλεκτροπαραγωγής παραμείνει η ίδια με σήμερα, αυτό σημαίνει ότι από το 2013 και μετά θα πρέπει να καταβάλλονται περίπου 2,2 δις € το χρόνο για αγορά δικαιωμάτων εκπομπής, με αποτέλεσμα οι τιμές του ρεύματος να επιβαρυνθούν κατά 45%.
Το σύστημα ηλεκτροπαραγωγής της χώρας αναμένεται να αντιμετωπίσει προβλήματα επάρκειας εφεδρείας μέχρι και το 2010. Την περίοδο 2010-2015 απαιτούνται να ενταχθούν στο σύστημα ικανές παραγωγικές μονάδες για να καλύψουν επιπλέον ζήτηση της τάξης των 13.000 GWh, ενώ μέχρι το 2020 θα χρειασθούν παραγωγικές μονάδες για να καλύψουν επιπλέον ζήτηση (2015-2020) 4000 GWh.
Οι δεσμευτικοί στόχοι της ΕΕ επιβάλλουν για την Ελλάδα προσαρμογές στο μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσής ενέργειας και αποτελούν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για ένα νέο μακροχρόνιο ενεργειακό σχεδιασμό που θα τεκμηριώνει την ανάγκη μεγάλων αλλαγών σε όλους τους επιμέρους ενεργειακούς τομείς που θα δημιουργήσουν νέες οικονομικές δραστηριότητες και απασχόληση.
Ο ΜΕΣ φιλοδοξεί να αποτελέσει το σημείο εκκίνησης όλων των αναγκαίων διεργασιών που με την σωστή μεθοδολογία, τις αντικειμενικές και τεκμηριωμένες παραδοχές, και πολύ περισσότερο με τις προτάσεις των μέτρων που απαιτούνται σε βραχυπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, θα συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων για την βιώσιμη ενεργειακή ανάπτυξη της χώρας.
Οι κύριες συνιστώσες της ενεργειακής κατάστασης της χώρας εξετάζονται υπό το πρίσμα των πρωτογενών καυσίμων που χρησιμοποιούνται ήδη στο ενεργειακό ισοζύγιο καθώς και αυτών που δυνητικά μπορεί να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και τη μείωση των εκπεμπομένων ρύπων σε όλους τους κλάδους της οικονομίας.
Ο λιγνίτης είναι η μόνη διαθέσιμη ορυκτή ενεργειακή πρώτη ύλη που συναντάται στη χώρα μας. Είναι φτωχός σε θερμογόνο δύναμη με υψηλά ποσοστά τέφρας και υγρασίας. Ο λιγνίτης έχει μεν σταθερό, χαμηλό και προβλέψιμο μεσομακροπρόθεσμα κόστος εξόρυξης και άρα προσφέρει ανταγωνιστική κιλοβατώρα, αλλά είναι εξαντλήσιμος και προκαλεί αυξημένη ατμοσφαιρική ρύπανση κυρίως με την εκπομπή CO2, λόγω χαμηλότερης ενεργειακής απόδοσης σε σχέση με άλλα καύσιμα. Η συνέχιση της λειτουργίας λιγνιτικών μονάδων συνάδει με τον στόχο της ισόρροπης περιφερειακής ανάπτυξης και της διασφάλισης του ενεργειακού εφοδιασμού και ως εκ τούτου η απότομη διακοπή της λειτουργίας των θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα.
Ο λιθάνθρακας θωρείται ότι είναι το καύσιμο εκείνο με τα μεγαλύτερα βεβαιωμένα εκμεταλλεύσιμα αποθέματα στον κόσμο. Το κόστος για την εξόρυξή του, τη μεταφορά του και την αποθήκευσή του είναι σημαντικά μικρότερο από το πετρέλαιο και το ΦΑ και ο ανταγωνισμός μεταξύ των παραγωγών εντονότερος λόγω υψηλότερης προσφοράς. Οι Μονάδες Παραγωγής από λιθάνθρακα παρουσιάζουν διπλάσιο σχεδόν κόστος επένδυσης από αυτές του ΦΑ. Χρησιμοποιούμενες όμως ως μονάδες βάσεις, παραμένουν οι πλέον ανταγωνιστικές μονάδες έστω και εάν το κόστος των ρύπων ανέλθει στα 40€/τόνο. Παράλληλα, συμβάλλουν στον στόχο της ασφάλειας εφοδιασμού αφού διατηρούν στην ηλεκτροπαραγωγή την διαθεσιμότητα τριών εναλλακτικών πηγών καυσίμου, πλεονέκτημα το οποίο θα εχάνετο με την απόσυρση τα επόμενα χρόνια του ακριβού και ρυπογόνου πετρελαίου από την Η/Π στο διασυνδεδεμένο σύστημα. Επιπλέον εκπέμποντας λιγότερο από τις λιγνιτικές συμβάλλουν στην επίτευξη του στόχου της μείωσης των συνολικών ρύπων.
Το φυσικό αέριο είναι ένα ευγενές καύσιμο με περιορισμένα αποθέματά και με τεράστιου κόστους επενδύσεις μεταφοράς. Οι μονάδες ΦΑ είναι οι πλέον ανταγωνιστικές για ενδιάμεσα φορτία δηλαδή για λειτουργία μέχρι και 5500 ισοδύναμες ώρες τον χρόνο, αν και με υψηλό κόστος παραγωγής.
Η πυρηνική ενέργεια παράγει 15% της ηλεκτρικής ενέργειας παγκοσμίως, 34% στην ΕΕ και 21% στις ΗΠΑ. Σήμερα η πυρηνική ενέργεια επανέρχεται στην επικαιρότητα λόγω της δραματικής αύξησης της ζήτησης, της ενεργειακής εξάρτησης, της συνεχούς αύξησης των τιμών του πετρελαίου και του ΦΑ, της γεωπολιτικής αστάθειας, της κλιματικής αλλαγής αλλά και της 20ετίας που μεσολάβησε χωρίς πυρηνικά ατυχήματα.
Οι ΑΠΕ με το νέο τους πλαίσιο θέτουν τεχνικές, οικονομικές, χωροταξικές απαιτήσεις. Στην Ελλάδα πρέπει μέχρι το 2020 να θέσουμε σε λειτουργία τουλάχιστον έξι φορές περισσότερες Μονάδες Η/Π από ΑΠΕ απ’ όσες κατορθώσαμε μέχρι σήμερα και να απαρροφήσουμε την παραγωγή τους χωρίς προβλήματα.
Τέλος, οι μεγάλες δυνατότητες ΕΞΕ που υπάρχουν στην παραγωγή, μεταφορά και χρήση της ΗΕ, στα μέσα μεταφοράς, στην ανακύκλωση υλικών, στην επεξεργασία απορριμμάτων, στην υιοθέτηση νέων μεθόδων και νέας τεχνολογίας, πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη.
Στο πλαίσιο αυτό :
Βραχυπρόθεσμα, αναδεικνύονται τρεις προτεραιότητες: η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας, μέσα από τη προώθηση ειδικών δράσεων για την ΕΞΕ και ΟΧΕ, η αξιοποίηση των δυνατοτήτων των «καθαρών» και αποδοτικών ενεργειακών τεχνολογιών και η ταχύτερη διείδυση των ΑΠΕ
Μακροπρόθεσμα αναδεικνύονται επίσης τρεις προτεραιότητες: η δημιουργία αξιόπιστων και σταθερών θεσμικών, ρυθμιστικών και ελεγκτικών πλαισίων, καθώς και η θέσπιση αποτελεσματικών κανόνων για την ομαλή λειτουργία των ενεργειακών αγορών και του ανταγωνισμού, ο σχεδιασμός και η συνεπής υλοποίηση μιας ολοκληρωμένης περιβαλλοντικής πολιτικής στον ενεργειακό τομέα και η υλοποίηση μεγάλων έργων ενεργειακών διασυνδέσεων για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού μέσω της διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών.
Κυρίες και κύριοι,
Είναι προφανές ότι όταν τίθενται θέματα ενεργειακής ασφάλειας κανείς δεν μπορεί να περιμένει εύκολες λύσεις. Και είναι γεγονός ότι η ενεργειακή ασφάλεια έχει και πολιτικό και οικονομικό κόστος. Τι μπορεί όμως να αντιτάξει κανείς σε αυτό? οικονομική αστάθεια? Πολιτικές τριβές? Θεωρώ ότι η απάντηση είναι προφανής.
Η Ενέργεια ήταν θεμελιώδης συνιστώσα στην αρχική σύσταση των ΕΚ και επανήλθε πρόσφατα στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας. Η αποτελεσματική διαχείριση των στόχων ενεργειακής πολιτικής αποτελούν κορυφαία πρόκληση συνεργασίας για όλους μας.
Συνεργαζόμαστε και αναγνωρίζουμε τη συνδρομή της Ευρώπης. Η οποία άλλωστε είναι και ο πολυτιμότερος καρπός της Ελλάδας, για να θυμηθούμε τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.
Εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες του συνεδρίου.
Add comment
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.